Jargon: “Όταν οι προσωπικές μου σκέψεις και συναισθήματα γίνονται τραγούδια, λειτουργούν λυτρωτικά, αλλά κάποιες φορές είναι μια πραγματικά επώδυνη διαδικασία”

Ο Jargon (κατά κόσμο Γιάννης Κοσμίδης) είναι γνωστός ως ο συνθέτης, στιχουργός, τραγουδιστής και κημπορντίστας των Verbal Delirium, οι οποίοι έχουν κυκλοφορήσει μέχρι σήμερα τρία υπέροχα albums από το 2010. Το φετινό The Fading Thought είναι η πρώτη solo δουλειά του που είναι αδύνατο να περάσει απαρατήρητη από οποιονδήποτε prog ακροατή (οι κριτικές μας εδώ). Η κυκλοφορία αυτή αποτέλεσε την ιδανική αφορμή για μία σε βάθος συζήτηση για τη δημιουργία του δίσκου, τις ιδιαιτερότητες ενός προσωπικού album, τις δυσκολίες για το σύγχρονο progressive rock στην Ελλάδα και το εξωτερικό και φυσικά τα σχέδια για το μέλλον. Η αφοπλιστική ειλικρίνεια και η πηγαία ευγένεια του συνεντευξιαζόμενου μετέτρεψαν την όλη διαδικασία σε μία άκρως απολαυστική εμπειρία.

Ερωτήσεις: Κώστας Μπάρμπας, Δημήτρης Καλτσάς


   

Γιάννη πολλά συγχαρητήρια για το The Fading Thought! Πρόκειται για την πρώτη solo δουλειά σου. Πώς πήρες την απόφαση να κυκλοφορήσεις έναν σόλο δίσκο, λαμβάνοντας υπόψιν ότι είσαι ο μοναδικός συνθέτης και στιχουργός των Verbal Delirium;

Ευχαριστώ πολύ, χαίρομαι που τα ξαναλέμε! Η απόφαση αυτή είχε να κάνει περισσότερο με το υλικό του δίσκου το οποίο ένιωθα ότι έχει μια πιο προσωπική χροιά και λόγω του ότι ήθελα να βασίζεται σε κουαρτέτο εγχόρδων το οποίο ήθελα να έχει πρωταγωνιστικό ρόλο και έκρινα ιδανικό να είναι μια σόλο κυκλοφορία. Επίσης, δουλεύοντας σόλο έχεις και την δυνατότητα να πειραματιστείς περισσότερο ηχητικά θεωρώ και να συνεργαστείς με πολλούς και διαφορετικούς μουσικούς, όχι απαραίτητα για έναν δίσκο, αλλά ακόμη και για τις ανάγκες ενός και μόνο κομματιού.

Μπορείς να μας περιγράψεις την διαδικασία ηχογράφησης και παραγωγής του δίσκου; Ποιες οι διαφορές σε σχέση με τους τρεις δίσκους των Verbal Delirium; Πήγαν όλα όπως τα σχεδίασες;

Ναι, πήγαν όλα τέλεια! Από τις πρόβες, την ηχογράφηση μέχρι τη μίξη δούλεψαν όλα ιδανικά! Είναι η πρώτη φορά που το αποτέλεσμα είναι ακριβώς αυτό που είχα στο μυαλό μου. Φυσικά, όλο αυτό οφείλεται στον Νικήτα (Κίσσονα – κιθάρα, ενορχήστρωση κουαρτέτου εγχόρων), τον Λεωνίδα (Πετρόπουλο – μπάσο, παραγωγή) και τον Βασίλη (aka Will Bow – ντραμς). Συνεργαζόμαστε πολλά χρόνια και ξέρουμε, εκτιμάμε και εμπιστευόμαστε πλέον απόλυτα ο ένας τον άλλο. Απλά μπήκαμε στο στούντιο και όλα έγιναν αμέσως, δεν χρειάστηκε να ειπωθούν πολλά! Ήταν μαγικό αυτό!

Οι βασικές διαφορές του δίσκου σε σχέση με τους τρεις των Verbal Delirium είναι δύο. Η πρώτη έχει να κάνει κυρίως με την παραγωγή. Ήμασταν με τον Λεωνίδα απολύτως σίγουροι και ξεκάθαροι για τον ήχο που θέλαμε και δεν χρειάστηκε να το ψάξουμε πολύ. Θέλαμε έναν αρκετά φυσικό ήχο που θα αναδείκνυε τα έγχορδα και μια ισορροπία ανάμεσα σε αυτά και την υπόλοιπη μπάντα, κάτι που πιστεύω πως το πετύχαμε απόλυτα. Η δεύτερη διαφορά έχει να κάνει με τη ροή και τη συνοχή που έχουν τα κομμάτια σε αυτό τον  δίσκο, κάτι που υπήρχε και στους δίσκους των Verbal, αλλά εδώ νομίζω συμβαίνει με απόλυτη επιτυχία.

Η χρήση του κουαρτέτου εγχόρδων δίνει ένα ξεχωριστό χαρακτήρα στο δίσκο. Ποιο ήταν το σκεπτικό πίσω από αυτή την ενορχηστρωτική απόφαση; Πώς κύλησε η όλη διαδικασία;

Όταν έγραψα αυτά τα κομμάτια άκουγα ξεκάθαρα στο μυαλό μου την ενορχήστρωση να βασίζεται στα έγχορδα. Μπορώ να σου πω κιόλας ότι δεν υπήρχε μπάντα στην αρχική σύλληψη. Εννοείται πως δεν θα υπήρχε πιο ιδανικός άνθρωπος από τον Νικήτα για να γράψει και να ενορχηστρώσει τα μέρη του κουαρτέτου. Εκτός από το ότι ξέρει τι θέλω, έχει και τις γνώσεις να το κάνει, καθώς το έχει σπουδάσει και το κατέχει, σε αντίθεση με μένα που θα μπορούσα να το κάνω, αλλά δεν θα ήταν το ίδιο καλό το αποτέλεσμα. Οπότε, αφού  τα ετοίμασε και ηχογραφήσαμε τα μέρη του μπάσου και των τυμπάνων, φέραμε το κουαρτέτο (που αποτελείται από τους Κώστα Καριτζή, Στέλιο Παπαναστάση, Θοδωρή Μουζακίτη και Άρη Ζέρβα) να ηχογραφήσουν σε ένα Σαββατοκύριακο. Εξαιρετικοί άνθρωποι και επαγγελματίες μουσικοί όλοι τους, έδωσαν τον καλύτερο εαυτό τους και μας χάρισαν το υπέροχο αποτέλεσμα και τους ευχαριστώ! 

Συνεργάζεσαι με τον Νικήτα Κίσσονα για ακόμα μία φορά. Θα έλεγες ότι είναι ο καλλιτέχνης που καταλαβαίνει πιο πολύ απ’ όλους το μουσικό όραμά σου;

Απόλυτα! Είναι ο μουσικός αδερφός μου θα έλεγα. Έχουμε τόσες πολλές διαφορές σαν άνθρωποι και μουσικοί, αλλά και άλλες τόσες ομοιότητες ταυτόχρονα, που δημιουργεί μια πολύ ιδιαίτερη μουσική σχέση αυτό!  Η μουσική μου θα ήταν πολύ διαφορετική πιστεύω χωρίς την συμμετοχή του Νικήτα!

Οι συνθέσεις του δίσκου έχουν ως κοινή συνισταμένη το προσωπικό σου ύφος, αλλά συναντάμε και πολλές διαφοροποιήσεις σε σχέση με τους Verbal Delirium. Πότε έγινε η σύνθεση των κομματιών; Έχουν γραφτεί όλα τα κομμάτια με σκοπό να μπουν στον δίσκο ή αυτό προέκυψε στη συνέχεια;

Τα κομμάτια αυτά γράφτηκαν όλα μαζί αρκετά παλιά και ήταν στο συρτάρι για αρκετό καιρό περιμένοντας την σωστή στιγμή. Ποτέ δεν κυκλοφορώ χρονικά κάτι αμέσως μόλις το γράψω. Αυτό μου δίνει την δυνατότητα να βλέπω λίγο πιο αποστασιοποιημένα και αντικειμενικά τις ενορχηστρωτικές ανάγκες και κατευθύνσεις τους, αλλά και το αποτέλεσμα. Αποφεύγεις την παγίδα του να κυκλοφορήσεις κάτι πάνω στον ενθουσιασμό της στιγμής που στην πορεία καταλαβαίνεις ότι θα το ήθελες αλλιώς ή ακόμη και να μην το ήθελες καθόλου τελικά! Παράδειγμα: το The Fading Thought ήταν το κομμάτι που ακούτε αλλά χωρίς το σόλο στα πλήκτρα. Πάντα ένιωθα ότι κάτι του έλειπε, ότι ήταν ημιτελές. Κάποια στιγμή λοιπόν, χρόνια μετά, μου ήρθε η ιδέα αυτού του σόλο και φυσικά μόλις το έγραψα ένιωσα ότι πλέον το κομμάτι είχε όντως ολοκληρωθεί. Ένα άλλο παράδειγμα είναι το Window to the World. είχα γράψει τους στίχους και όλο το πρώτο μέρος του κομματιού (κουπλέ – απαγγελία – ρεφραίν), αλλά όχι το τέλος. Αυτό συνέβη  χρόνια αργότερα. Οπότε τα κομμάτια είναι μεν παλιά, αλλά κάποια σημεία και μέρη προστέθηκαν πρόσφατα όταν ξεκινήσαμε να τα δουλεύουμε.

Ειδικά στην πρώτη πλευρά του δίσκου, αλλά και ως αίσθηση καθόλη τη διάρκεια, υπάρχει έντονο το κινηματογραφικό στοιχείο. Ήταν στο αρχικό σου πλάνο αυτό ή συνέβη στην πορεία; Θα σε ενδιέφερε να ασχοληθείς ποτέ με τα κινηματογραφικά soundtracks;

Όχι, τα κομμάτια δεν γράφτηκαν με σκοπό να ηχούν κινηματογραφικά. Απλά προέκυψε, κυρίως από την επιρροή του Phillip Glass που άκουγα πολύ τότε. Βέβαια, παλιότερα το να γράψω ένα soundtrack ήταν κάτι που με ενδιέφερε πολύ και το είχα στο μυαλό μου, αλλά δεν πραγματοποιήθηκε ποτέ! Δεν το κυνήγησα κι εγώ για να είμαι ειλικρινής. Αν μου δινόταν η ευκαιρία πάντως θα το έκανα σίγουρα!

Πριν ανέφερες το keyboard solo σου στο ομώνυμο κομμάτι, το οποίο είναι αρκετά εκτενές κι αυτό είναι κάτι που δεν το κάνεις συχνά. Πώς αποφασίζεις ότι ένα κομμάτι έχει ανάγκη από ένα σόλο;

Είμαι της άποψης ότι πρέπει να αφήνεις τα κομμάτια να σε οδηγούν εκεί που πρέπει και όχι να τα πηγαίνεις εσύ. Όσο πιο αυθόρμητη είναι η διαδικασία τόσο πιο ειλικρινές είναι το αποτέλεσμα. Με ενοχλεί σαν ακροατή η επιτήδευση, οπότε προσπαθώ να το αποφεύγω στον τρόπο που γράφω. Το συγκεκριμένο σόλο ένιωσα πως ταίριαζε απόλυτα εκεί και γι’ αυτό και συνέβη, όμως θα πρέπει να νιώσω ότι υπάρχει όντως η ανάγκη κάτι τέτοιου μέσα σε ένα κομμάτι μου και γι’ αυτό και είναι κάτι που δεν το βλέπεις συχνά. Δεν είμαι πολύ του αυτοσχεδιασμού και των εκτενών σόλο σε μια ηχογράφηση (το live είναι άλλη περίπτωση, εκεί μου αρέσει να τραβάνε όσο πάει, μιλάμε για διαφορετικές συνθήκες). Το θεωρώ λίγο εύκολη λύση το να βρω ένα βασικό θέμα και να αυτοσχεδιάζω για ώρες πάνω του, να ηχογραφήσω τη διαδικασία και να το κυκλοφορήσω. Θέλω να ακούω σύνθεση! Και εκεί είναι που πάσχουν πολλές μπάντες θεωρώ. Αν θες να βάλεις ένα σόλο, κάντο γράφοντας κάτι δουλεμένο όχι απλά αυτοσχεδιάζοντας. Φυσικά και είναι απαραίτητος ο αυτοσχεδιασμός για να γίνει αυτό, γιατί από εκεί ξεκινάνε όλα, αλλά μην  ηχογραφείς όλη τη διαδικασία. Κάντο και μετά πάρε το αποτέλεσμα και χρησιμοποίησε την ουσία! Έτσι το βλέπω εγώ βέβαια σαν ακροατής και έτσι μου αρέσει να είναι και στη μουσική μου. Ξέρω ότι άλλοι προτιμούν ακριβώς το αντίθετο και είναι σεβαστό, απλά εμένα δεν με εκφράζει.

Το How Can I? είναι μια από τις πιο ιδιαίτερες και σκοτεινές συνθέσεις σου. Μπορείς να μας περιγράψεις την διαδικασία σύνθεσής και ηχογράφησής του;

Ναι, είναι ένα από τα πιο σκοτεινά κομμάτια μου. Την διαδικασία της σύνθεσής του δεν την θυμάμαι ακριβώς για να πω την αλήθεια. Θυμάμαι σίγουρα ότι εκείνη την περίοδο άκουγα πολύ Nevermore. Ξέρω ότι δεν είναι πολύ εμφανές, αλλά ο ήχος τους και κυρίως κομμάτια όπως το Cenotaph ή τα Sentient 6 και Noumenon έπαιξαν ρόλο στο αποτέλεσμα. Ήθελα στα κουπλέ αυτή την πολύ βαριά φωνή να απαγγέλλει τους στίχους πάνω από την βασική μελωδία και στο ατμοσφαιρικό – παρανοϊκό σημείο μια πολύ μπάσα φωνή να δημιουργεί όλο αυτό το εφέ του άγχους και της έντασης και ο ιδανικότερος να το κάνει αυτό φυσικά ήταν ο πολύ καλός μου φίλος Lupe (Μιχάλης Λατουσάκης) από τους Mosquito. Τα έκανε όλα one take και απλά κάναμε και ένα δεύτερο να υπάρχει! Αυτό το σημείο είχε πολύ ενδιαφέρον στην ηχογράφηση γιατί έπρεπε να βάλω τον εαυτό μου σε ένα πολύ περίεργο mood παράνοιας για να κάνω όλες αυτές τις φωνές, τα γέλια και τα ουρλιαχτά. Το ηχογραφήσαμε στο υπόγειο στούντιο του Λεωνίδα κάτω από το σπίτι του στη 1:00 το βράδυ! Την επόμενη μέρα ο πατέρας του τον ρώταγε τι ακριβώς κάναμε το προηγούμενο βράδυ κάτω, γιατί άκουγαν περίεργες φωνές!

Έχουμε την άποψη ότι ερμηνευτικά αλλά και καθαρά φωνητικά, στο The Fading Thought ως σύνολο τα φωνητικά σου είναι ακόμα πιο ώριμα σε σχέση με τους προηγούμενους δίσκους. Έπαιξε ρόλο σε αυτό ότι τα κομμάτια εδώ είναι ακόμα πιο προσωπικά, είναι μια φυσική εξέλιξη που βασίζεται στην εμπειρία ή είναι ιδέα μας; Πόσο εύκολη ήταν η διαδικασία ηχογράφησης των φωνητικών για σένα;     

Ισχύει απόλυτα, δεν είναι η ιδέα σας! Πολλά συνετέλεσαν σε αυτό. Σίγουρα με τα χρόνια αποκτάς μεγαλύτερη εμπειρία, μαθαίνοντας από τα λάθη σου. Η σημαντική διαφορά στον τρόπο που ηχογράφησα αυτή τη φορά τα φωνητικά ήταν ότι τραγούδησα εντελώς απελευθερωμένα προσπαθώντας απλά και μόνο να εκφράσω όσο καλύτερα και παραστατικά μπορούσα αυτά που ήθελα να πω. Δεν περιόρισα τον εαυτό μου σε κανένα σημείο και δεν ασχολήθηκα καθόλου με το αν θα τραγουδήσω σωστά, αν θα ξεφύγουν λάθος νότες κ.τ.λ. Οπότε, το αποτέλεσμα ήρθε αβίαστα και πολύ εύκολα τελικά! Είμαι πολύ ευχαριστημένος με αυτό, γιατί η αλήθεια είναι ότι το παράπονό μου από τις προηγούμενες ηχογραφήσεις μου ήταν το ότι δεν ήμουν όσο απελευθερωμένος θα ήθελα και πάντα όλοι μου έλεγαν ότι απέδιδα τα τραγούδια καλύτερα στα live. Νομίζω ότι τώρα το πέτυχα!

Οι στίχοι σου είναι πάντα ιδιαίτερα προσωπικοί. Εδώ, αυτό το αίσθημα είναι ακόμα πιο έντονο. Από πού αντλείς έμπνευση για την συγγραφή τους;

Οι περισσότεροι είναι αυτοβιογραφικοί, όχι όλοι βέβαια. Κάποιες φορές αναμειγνύω την πραγματικότητα με κάποια φανταστικά στοιχεία. Κατά βάση μιλάω για μένα και πράγματα που έχω βιώσει και καταστάσεις που με έχουν προβληματίσει και ξέρω ότι δίνω λίγο την εντύπωση ότι είμαι αποκλεισμένος στον κόσμο και τις σκέψεις μου χωρίς να με ενδιαφέρει πολύ το τι γίνεται γύρω μου, το οποίο είναι αλήθεια από μια πλευρά. Δεν γράφω γιατί θέλω να περάσω μηνύματα ή να πω κάτι σημαντικό, ούτε πολιτικοποιημένα, όπως θα έχετε καταλάβει, εκτός ελάχιστων εξαιρέσεων. Γράφω πάνω απ’ όλα για μένα και ικανοποιώ την δική μου ανάγκη. Αυτή είναι η αλήθεια. Εξαιρείται ο επόμενος δίσκος των Verbal που για πρώτη φορά θα έλεγα οι στίχοι δεν είναι τόσο προσωπικοί, αλλά περισσότερο φανταστικοί.

Στους στίχους του The Decayed Reflection (A Verbal Delirium) από το The Imprisoned Words of Fear (2016) των Verbal Delirium αναφέρεις τη φράση fading thought (ο πρώτος στίχος είναι So here we are again fading thought). Ο τίτλος του προσωπικού σου δίσκου προέκυψε όντως από εκεί; Πρόκειται για τη συνέχεια της ιστορίας μετά το Fear;

Κατά κάποιο τρόπο ναι. Συνέχισα από εκεί που έμεινε το Decayed… γιατί ένιωθα ότι είχα να πω κι άλλα, με αρχική σκέψη να βασίζεται όλος ο δίσκος εκεί, αλλά μετά οι στίχοι με πήγαν και αλλού, οπότε δεν μπορούμε να πούμε ακριβώς ότι είναι ένας concept δίσκος, έχει όμως σίγουρα απόλυτη σύνδεση με αυτά. Χωρίζεται θα έλεγα σε δύο μέρη. Η πρώτη πλευρά ανήκει στο θέμα του Decayed… και η δεύτερη επεκτείνεται αλλού.

Μέσα από τα τραγούδια σου, λέξεις όπως «φως», «χρόνος», «δωμάτιο», «κενό», «ανάμνηση», «παράθυρο» έχουν συχνά πρωταγωνιστικό ρόλο και βαρύνουσα σημασία, όπως συμβαίνει αντίστοιχα με συμβολισμούς στα έργα του Peter Hammill. Λειτουργεί η σύνθεση μουσικής και η συγγραφή στίχων ως το ιδανικό εκφραστικό καταφύγιο; Πόσο επώδυνο ή(/και) λυτρωτικό είναι αυτό για σένα;

Φυσικά, το να γράφω μουσική και στίχους ήταν από πολύ μικρή ηλικία το καταφύγιο μου και ενώ πάντα ήθελα να κάνω μπάντα και να κυκλοφορώ την μουσική μου, το να εκθέτω όλες τις προσωπικές μου σκέψεις και συναισθήματα έτσι σε όλους, ήταν και εξακολουθεί να είναι λίγο αμήχανο και άβολο για μένα, αλλά με τον καιρό το συνηθίζω. Βοηθάει και το ότι όταν όλα αυτά γίνουν τραγούδια, «φεύγουν» από μέσα σου και λειτουργούν λυτρωτικά όπως είπες. Όμως κάποιες φορές είναι μια πραγματικά επώδυνη διαδικασία. Δεν συμβαίνει τόσο με την μουσική, αλλά κυρίως με τους στίχους, γι’ αυτό και δεν το κάνω συχνά. Κάποιες φορές το αποφεύγω κιόλας μπορώ να σου πω. Πρέπει να είμαι σε πολύ ιδιαίτερη φάση για να γράψω στίχους. Επίσης, όταν τα κομμάτια παίζονται live αναγκαστικά πρέπει να πας εκεί πίσω να τα ξαναζήσεις, κάτι όχι πάντα ευχάριστο. Ο αντίλογος θα μπορούσε να είναι «γιατί τότε δεν γράφεις για κάτι ευχάριστο;». Γνωρίζουμε όλοι πολύ καλά ότι τα προβλήματα και οι δυσκολίες είναι αυτά που μας εμπνέουν περισσότερο για να γράψουμε. Όταν είμαι χαρούμενος δεν γράφω μουσική!

Μετά από τόσα χρόνια το προσωπικό σου συνθετικό αλλά και ερμηνευτικό στυλ νομίζω ότι έχει αποκρυσταλλωθεί πλήρως. Παρόλα αυτά, νιώθω ότι αυτός ο δίσκος αποτελεί μία σημαντική στιγμή στην εξέλιξή σου ως μουσικό και ειδικότερα ως δημιουργό. Αισθάνεσαι κάτι τέτοιο;

Είναι πολύ σημαντικό για μένα και πολύ δύσκολο να έχεις προσωπικό στυλ. Να σε ακούει ο άλλος και να σε αναγνωρίζει. Να έχεις προσωπική σφραγίδα και να μην είσαι απλά άλλος ένας κλώνος που ηχεί σαν την τάδε μπάντα η τον τάδε τραγουδιστή ή μουσικό. Οπότε χαίρομαι πολύ όταν μου το λένε αυτό. Είναι πολύ νωρίς ίσως για να κρίνουμε την αξία του δίσκου, αλλά νιώθω και εγώ το ίδιο. Θεωρώ ότι είναι πολύ σημαντικός. Έτσι απλά και αόριστα το λέω όμως. Δεν το βασίζω κάπου. Μιλάω ενστικτωδώς. Θα φανεί πραγματικά σε μερικά χρόνια. Στο βάθος του χρόνου κρίνονται όλα.

Δέκα χρόνια μετά το ντεμπούτο των Verbal Delirium και με συμμετοχή σε αρκετά prog φεστιβάλ εκτός Ελλάδας, ποια είναι η εικόνα σου για την ανταπόκριση από κοινό και μουσικό τύπο εντός και εκτός Ελλάδας; 

Όσον αφορά τον μουσικό τύπο (reviews, ανταποκρίσεις, συνεντεύξεις κ.τ.λ.) σε Ελλάδα και εξωτερικό, όλα αυτά τα χρόνια αποσπάσαμε σχεδόν μόνο θετικά σχόλια. Κάτι πραγματικά πολύ ενθαρρυντικό. Σε όσα φεστιβάλ του εξωτερικού παίξαμε, σταθήκαμε επάξια θεωρώ δίπλα σε πολλά και μεγάλα ονόματα. Μάθαμε, αποκτήσαμε εμπειρία, σκηνική παρουσία και μας βοήθησε να γίνουμε καλύτεροι και να ανεβάζουμε τον πήχη όλο και ψηλότερα για να μπορούμε να ανταποκριθούμε. Όλοι οι άνθρωποι που εργάζονται στον ήχο και την διοργάνωση είναι εξαιρετικοί επαγγελματίες και δεν είχαμε ποτέ το παραμικρό πρόβλημα. Άψογη συνεργασία, κατανόηση και αλληλοσεβασμός. Για τον κόσμο επίσης έχω να πω τα καλύτερα. Ακόμα και αν παίζαμε στις 2 το μεσημέρι, ήταν σχεδόν όλοι εκεί για να μας ακούσουν και να μας στηρίξουν. Είχαμε πάντα καταπληκτικό feedback. Όλοι αγοράζανε πάντα από το merch. Είναι στην νοοτροπία τους! Θυμάμαι ότι στην Ολλανδία είχαμε ξεπουλήσει τα πάντα (τη δεύτερη φορά από τις τρεις που βρεθήκαμε εκεί) και ο κόσμος μας ρώταγε αν έχουμε ακόμα κάτι να το αγοράσει πέρα από αυτά που είχαν ήδη πάρει! Κι αυτά είναι τόσο σημαντικά για μια μπάντα: να έρχονται, να σε ακούν με ευλαβική προσοχή και να ψωνίζουν για να σε υποστηρίξουν δείχνοντάς σου έμπρακτα ότι τους άρεσες! Αυτός είναι και ο λόγος που πλέον δε χάνουμε ευκαιρία όταν μας καλούν να παίζουμε όσο το δυνατόν περισσότερο σε φεστιβάλ του εξωτερικού. Τώρα… στην Ελλάδα δεν μας έχουν προσκαλέσει ποτέ είναι η αλήθεια! Δυστυχώς, τα πράγματα είναι πολύ διαφορετικά εδώ. Είμαστε 10 χρόνια στα μουσικά δρώμενα με τους Verbal Delirium και υπάρχουν ουκ ολίγοι άνθρωποι του είδους που δεν μας έχουν ακούσει καν. Ευχαριστώ πραγματικά αυτό το μικρό αλλά αφοσιωμένο κοινό που μας υποστηρίζει όλα αυτά τα χρόνια και δεν είναι φίλοι και συγγενείς! Χωρίς αυτούς μπορεί να μην υπήρχαμε σήμερα, αλλά δεν μπορώ πραγματικά να κρύψω την απορία και την απογοήτευσή μου για την πλειοψηφία του μουσικού κοινού… Αν ήμασταν η ίδια ακριβώς μπάντα αλλά άλλης εθνικότητας θα μας αντιμετώπιζαν διαφορετικά. Φυσικά αυτό συμβαίνει και σε άλλες πολύ αξιόλογες μπάντες, όχι μόνο σε εμάς ! Για αυτό, όπως έχω αναφέρει και σε άλλη συνέντευξη, το μέλλον αυτής της σκηνής ιδίως στην Ελλάδα πιστεύω πως προβλέπεται δυσοίωνο.

Η πανδημία του κορονοϊού δυστυχώς δυσκολεύει σε μεγάλο βαθμό όλους τους καλλιτέχνες αφού δεν μπορούν να παίξουν live μέχρι νεωτέρας. Σκοπεύεις να παρουσιάσεις το The Fading Thought ζωντανά ακόμα κι αν αυτό γίνει εφικτό μετά από αρκετούς μήνες; Αν ναι, μπορείς να φανταστείς το υλικό αυτού του δίσκου live χωρίς το κουαρτέτο εγχόρδων;

Θα παρουσιάσουμε σίγουρα τον δίσκο στην πρώτη ευκαιρία μαζί με κουαρτέτο εγχόρδων! Αυτό όμως θα γίνει για μια φορά γιατί δεν υπάρχει η οικονομική δυνατότητα δυστυχώς να έχουμε πάντα τα έγχορδα. Σίγουρα θα γίνουν και κάποια live χωρίς έγχορδα, το οποίο δεν είναι καθόλου ανέφικτο. Παίξαμε για πρώτη φόρα σε ένα φεστιβάλ πριν αρκετούς μήνες και πήγε πολύ καλά! Σίγουρα αλλάζουν οι ενορχηστρώσεις των κομματιών και γίνονται λίγο πιο ηλεκτρικά, αλλά το αποτέλεσμα είναι καλό όπως και να ‘χει.

Η καραντίνα που τελείωσε πριν λίγο καιρό ήταν μία δύσκολη περίοδος για τους περισσότερους. Πώς ήταν για σένα και πόσο σε βοήθησε / δυσκόλεψε ως μουσικό;

Για μένα η καραντίνα ήταν μια πολύ δημιουργική περίοδος. Είχα απόλυτη ηρεμία, χαλάρωση και συγκέντρωση και μου έδωσε την δυνατότητα να ασχοληθώ πολύ με αυτά που αγαπώ. Άκουσα πάρα πολλή μουσική και έγραψα ένα μεγάλο μέρος του επόμενου σόλο δίσκου μου. Παρόλα αυτά, είχε βέβαια και τα αρνητικά της, γιατί δεν είχαμε την δυνατότητα να κάνουμε πρόβες με τους Verbal, όμως εκμεταλλευτήκαμε τον χρόνο δημιουργικά χρησιμοποιώντας μουσικά προγράμματα και skype, όπως έκαναν δηλαδή σχεδόν όλοι οι μουσικοί στον κόσμο.

Δεδομένου ότι δεν μπορείς να παρουσιάσεις τον δίσκο επί σκηνής αυτή την περίοδο, έχεις σκεφτεί εναλλακτικούς τρόπους προώθησής του;

Αναγκαστικά λόγω των περιστάσεων γίνονται κάποια live μέσω internet από πολλούς καλλιτέχνες. Κάναμε και εμείς ένα πριν λίγες μέρες με τον Νικήτα με πιάνο, κιθάρα, φωνή. Πήγε αρκετά καλά, αλλά σίγουρα δεν συγκρίνεται με την αίσθηση του πραγματικού live που βιώνεις στην σκηνή με την αλληλεπίδραση του κόσμου.

Πριν κλείσουμε, δεν μπορούμε να μη ρωτήσουμε για τα επόμενα σχέδιά σου, τόσο σε solo επίπεδο όσο και με τους Verbal Delirium. Υπάρχει ήδη έτοιμο υλικό; Τι να περιμένουμε και πόσο σύντομα;

Το υλικό για το επόμενο album των Verbal Delirium έχει δουλευτεί και σύντομα ξεκινάμε ηχογραφήσεις! Παράλληλα δουλεύω κι εγώ πάνω στο επόμενο σόλο album το οποίο θα ξεκινήσω να ηχογραφώ μετά την κυκλοφορία των Verbal αν όλα πάνε καλά.

Γιάννη ευχαριστούμε πολύ για τον χρόνο σου και τα τόσο ενδιαφέροντα πράγματα που μοιράστηκες μαζί μας. Όλοι μας στο Progrocks.gr ευχόμαστε ολόψυχα το The Fading Thought να βρει την απήχηση που του αξίζει, η οποία αναμφίβολα υπερβαίνει τα όρια του progressive rock. Το μόνο βέβαιο είναι ότι θα τα πούμε ξανά σύντομα!

Να είστε όλοι καλά! Σας ευχαριστώ πολύ για την συνέντευξη, το review και την υποστήριξη σας στην Ελληνική, και όχι μόνο,  prog σκηνή όλα αυτά τα χρόνια!

Κάντε το πρώτο σχόλιο

Υποβολή απάντησης