Hedvig Mollestad – Ekhidna

[Rune Grammofon, 2020]

Εισαγωγή: Β. Χριστοδούλου, Δ. Kαλτσάς

Από το 2011, η Hedvig Mollestad Thomassen έχει κυκλοφορήσει πέντε studio και ένα live άλμπουμ με το τρίο που φέρει το όνομά της. Ας προσπαθήσουμε εδώ να ορίσουμε το στυλ της χρησιμοποιώντας αυθόρμητα μερικούς όρους και μετά ας τους ξεχάσουμε: Mahavishnu Sabbath Trio, Fusion Zeppelin, Doom Swing, Jazz Fuzz. Με άλλα λόγια: σκληρά riffs, άμεσα, δυνατά grooves, περίεργες μελωδίες, θυελλώδη σόλο και εκτεταμένες συγχορδίες. Άπαντα τα άλμπουμ έχουν κοινά σημεία αναφοράς, υπάρχει συνέχεια, καθώς και μία ταυτότητα Mollestad.

Η φετινή κυκλοφορία της είναι η πρώτη αμιγώς solo δουλειά της ή έστω χωρίς το trio της και το μόνο βέβαιο είναι ότι θα συζητηθεί πολύ ή μάλλον οφείλει να συζητηθεί πολύ για λόγους που αναλύονται παρακάτω… και μερικούς ακόμα…


 

Mία από τις πιο ηχηρές και δυνατές δηλώσεις για το 2020

To Ekhidna είναι τόσο συνέχεια της καριέρας της Mollestad, όσο και μια απομάκρυνση από αυτή. Πρώτα πρώτα, η μπάντα αυτή τη φορά είναι σεξτέτο (και δεν έχει κοινά μέλη με το τρίο, εκτός, φυσικά, της Mollestad). Δεύτερο, δεν υπάρχει μπάσο, αλλά δύο πλήκτρα τα οποία χειρίζονται επιδέξια οι Marte Eberson (COKKO, ex-Highasakite) και Erlend Slettevoll (Espen Rud, Grand General, Jørgen Mathisen’s Instant Light και The Core). Σε αυτό το σημείο, να τονίσω πως είναι πεποίθησή μου ότι αν έχεις δύο πληκτράδες και όχι έγχορδο μπάσο, τότε πρέπει να έχεις και δύο ντράμερ και… voilà! αυτοί είναι οι Torstein Lofthus (Elephant9, Shining, Eivind Aarset, Mumpbeak, Red Kite και ειλικρινά, πολλοί άλλοι) και Ole Mofjell (The Big Yes!, COKKO και Emmeluth’s Amoeba), με τον τελευταίο να αναλαμβάνει τα κρουστά. Έπειτα έχουμε τη Mollestad, και… ποιος λείπει; Α, ναι, η Susana Santos Silva (Mats Gustafsson’s NU-Ensemble, Lama, Fire Orchestra και πολλές συνεργασίες στο χώρο της free jazz) στην τρομπέτα. Φαίνεται υποσχόμενο από τα ονόματα και μόνο. Έξι περιπετειώδεις μουσικοί της σύγχρονης Νορβηγικής και Ευρωπαϊκής σκηνής, κάποιοι εμπειρότεροι από τους άλλους, αλλά όλοι παρόμοια ενθουσιώδεις και εκρηκτικοί.

Το εγχείρημα είδε το φως κατόπιν επιχορήγησης από το Tingingsverket (και πλασαρίστηκε ως τέτοιο), ενώ παρουσιάστηκε ζωντανά στο φεστιβάλ Vossajazz στη Νορβηγία στις 13 Απριλίου 2019, με τον Jon Balke στα πλήκτρα (ο οποίος αντικαταστάθηκε στο δίσκο από τον Slettevoll). Σύντομα, η αρχική εκδοχή του project, θα έπαιρνε την οριστική του μορφή στο Amper Tone studio στο Oslo.

Όπως ανέφερα πριν, αν και το άλμπουμ κουβαλάει τη σφραγίδα της Mollestad, παρουσιάζει εντούτοις μία νέα κατεύθυνση στη μουσική της. Αυτό είναι λογικό, μιας και το να γράφει κανείς μουσική για ένα ποικιλόμορφο σεξτέτο παρουσιάζει νέες προκλήσεις. Η κιθάρα της Mollestad παραμένει βίαιη, μα με κάπως ευγενέστερη απόχρωση. Στο εναρκτήριο No Friends But the Mountains ερχόμαστε αντιμέτωποι με την Silva να φυσάει προειδοποιητικά πάνω από layers πλήκτρων, αραιωμένες κιθαριστικές συγχορδίες, και, πιθανά, κρουστά. Τα τύμπανα αρχίζουν να παίρνουν πρωταγωνιστικό ρόλο στα δυνατά A Stone’s Throw και Antilone, αμφότερα ενδεικτικά της ριφολογίας της Mollestad, γεμάτα με έξυπνη διάδραση και πολυρυθμικές καθώς και πολυμετρικές αναφορές αντίστοιχα, μόνο που είναι τόσο προσεγμένα, που γκρουβάρουν ανελέητα. Η τρομπέτα εδραιώνει τη θέση της στις συνθέσεις αλλά και σαν αυτοσχεδιαστική φωνή (η Silva είναι από τις πιο ικανές και παθιασμένες αυτοσχεδιάστριες της γενιάς μας). Φυσικά οι μπάσες συχνότητες δεν λείπουν, με το πληκτρόμπασο να μας αποζημιώνει με σκοτεινότερο, και κατά τι ηλεκτρονικότερο ήχο απ’ ό,τι έχουμε συνηθίσει, ενώ όλοι οι μουσικοί σολάρουν με τη σειρά τους μέσα από αλλεπάλληλες εντάσεις και εκτονώσεις. Η δεύτερη πλευρά ξεκινά με την μπαλάντα σόλο κιθάρας Slightly Lighter, με την Mollestad να επιδίδεται σε όμορφες ακολουθίες με φανταστικό ήχο, και οδηγώντας μας έτσι στο Ekhidna, που είναι σίγουρα και το αγαπημένο μου. Σε φάσεις, ακούγεται σαν ένα αυτοσχέδιο jam όπου όλοι καλύπτουν όλους, ενώ το κεντρικό riff και η μελωδία είναι απλά εντυπωσιακά! Τρελή αλληλεπίδραση μεταξύ τυμπάνων, κρουστών και τρομπέτας, η οποία έχει τα μάτια στραμμένα στους μεγάλους του 70s fusion. Τέλος, το One Leaf Left κλείνει το album με κάτι που μοιάζει με prog rock μπαλάντα η οποία σιγά σιγά οδηγεί προς ένα φαζαριστό κρεσέντο, με την κιθάρα και τα πλήκτρα να θέτουν τους όρους τους. Και κάπου εκεί τελειώνει.

Μισό φίδι, μισός άνθρωπος, μία μοναδική Hedvig. Και τι ταξίδι ήταν αυτό!  Το Ekhidna είναι αναμφισβήτητα μία από τις πιο ηχηρές και δυνατές δηλώσεις για το 2020, τόσο ως προς τη μουσικότητα, όσο και τις συνθέσεις. Δεν έχω κάτι άλλο να πω, απλά αφεθείτε και βάλτε το να παίζει δυνατά, όπως του αξίζει.

9 / 10

Βαγγέλης Χριστοδούλου

 

2η γνώμη

 

Όσο κι αν φαντάζει δευτερεύον ή και ανούσιο για ένα instrumental album, το αρχικό μου ερώτημα ήταν: γιατί Ekhidna; Η διφυής μυθολογική ύπαρξη αντιστοιχίζεται ίσως με την ισορροπία τριών γυναικών και τριών ανδρών στη σύνθεση του δίσκου και το αποτέλεσμα είναι απλά εκπληκτικό. Η αριστουργηματική ενορχήστρωση επενδύει στην κιθαριστική ιδιοφυΐα της Μollestad ιδανικά, σε ένα ηχητικό πλαίσιο πιο ογκώδες, πιο επικό, πιο περιπετειώδες, πιο διαδραστικό και σίγουρα πιο αφηγηματικό απ’ ό,τι είχαμε συνηθίσει. Εδώ η Hedvig τα κάνει (και πάλι) όλα: εκτοξεύει βαριά riffs, χτίζει τα ασύλληπτα της solo, μαγεύει με τα αισθαντικά της glissando, αλλά αυτή τη φορά πιο επιδραστικά και πιο εκθαμβωτικά από ποτέ.   

Το Ekhidna είναι ένα jazz / heavy / prog όργιο που θέτει και δεν ακολουθεί κανόνες. Τι να πρωτοξεχωρίσει κανείς; Την υπέροχα παραπλανητική εισαγωγή του No Friends But the Mountains, το πανάκριβο riff ή το ακραίο keyboard solo του A Stone’s Throw, το γκρουβάτο αμόκ του Antilone, τη σαγήνη του Slightly Lighter, τη συγκλονιστική ανάπτυξη του ομώνυμου ή τη σέξι χαλαρότητα του One Leaf Left; Το Ekhidna έχει ξεκάθαρα τον δικό του αισθητικό θώκο και για αυτό δεν είναι απλά ένα album που μπορεί να αρέσει ή να συναρπάσει. Είναι σημαντικό.

9 / 10

Δημήτρης Καλτσάς