Airbag – A Day at the Βeach

[Karisma Records, 2020]

Εισαγωγή: Γιώργος Ζούκας

Στο αδιάκοπο συνεχές της μουσικής ακρόασης μέσα στα χρόνια, πολλές φορές συναντάμε απροσδόκητες παραγωγές που με εκπλήσσουν ευχάριστα. Όταν, δε συνδυάζουν και την γλυκιά νοσταλγία της πρώτης επαφής με αυτό που εξελίχθηκε σε πάθος, τότε έχουμε πετύχει διάνα.

Μια πρόσφατη περίπτωση είναι αυτή των Νορβηγών Airbag. Η πορεία τους εκκινεί το 2004, μεταξύ πέντε συμμαθητών με παρόμοιο γούστο στη μουσική κι έκτοτε φροντίζουν να τροφοδοτούν το ενδιαφέρον μας με εμπνευσμένες κυκλοφορίες που κινούνται γύρω από τη ροκ φόρμα και πιο συγκεκριμένα, στο προοδευτικό φάσμα αυτού του ήχου.

Κατά την διάρκεια της ανάπτυξης των συνθέσεων τους από τον πρώτο δίσκο μέχρι και σήμερα, είναι αμφίβολη η δυσκολία στον προσδιορισμό των σχημάτων που ενέπνευσαν -και συνεχίζουν να εμπνέουν – τη διαδικασία σύνθεσης του Tostrup. Έτσι λοιπόν, μπορεί κανείς να διακρίνει εύκολα την αφηγηματική νοοτροπία των Pink Floyd να ξεπροβάλλει πίσω από την μουσική ανάπτυξη των Airbag, ενώ σε αρκετά σημεία μου έφεραν μια μακρινή ανάμνηση από τους Archive.

Ο φετινός δίσκος, πέμπτος κατά σειρά, είναι αποτέλεσμα συνεργασίας των εναπομείναντων τριών (Asle Tostrup , Bjørn Riis, Henrik Fossum, Anders Hovdan) μετά την αποχώρηση δύο εκ των ιδρυτικών μελών.


 

Μία πρωτότυπη μίξη σε μία δοκιμασμένη συνταγή

Στο A Day at the Beach, οι Airbag κρατούν όλα τα γνώριμα υλικά που τους κατέστησαν ένα από τα σημαντικότερα prog σχήματα της χώρας τους, ενώ παίρνουν το ρίσκο, επιστρατεύοντας συνθεσάιζερ, με σκοπό να επιχειρήσουν μια ανανέωση στον ήχο τους μέσω σαφέστερου ηχητικού ανοίγματος (οπωσδήποτε εκτενέστερου σε σχέση με το παρελθόν) προς την ηλεκτρονική μουσική, με την έννοια που της είχαν δώσει τα πρώτα σχήματα της δεκαετίας του ‘80 (βλέπε και new wave). Παρότι ακούγεται κάπως αναχρονιστικό σαν ιδέα, το αποτέλεσμα τους δικαιώνει, ανανεώνοντας ευχάριστα αμφότερα τα είδη.

Σε στιχουργικό επίπεδο οι Airbag εξερευνούν τα πεδία της αποξένωσης, της εξουσίας και της επιρροής που ασκεί στους αδύναμους, δίνοντας φωνή σε όσους βλέπουν το μέλλον τους να διαγράφεται τουλάχιστον αβέβαιο. Σκέψεις, λέξεις, εικόνες, που φαντάζουν το δίχως άλλο πιο επίκαιρες λόγω της φετινής παγκόσμιας επιδημίας.

Το Machines and Men ανοίγει τον δίσκο και από το σήμερα μας μεταφέρει μονομιάς στο 1975, με ευθεία αναφορά  στο αριστουργηματικό Welcome to the Machine. Σεβόμενοι τις ρίζες τους χτίζουν και επεκτείνουν την ιστορική παρακαταθήκη με τα ίδια υλικά.

Σε ηπιότερους ρυθμούς κινείται το A Day at the Beach (Part 1), με τις πρώτες αχτίδες της χαραυγής να μας βρίσκουν σε μια παραλία να συλλογιζόμαστε την μέχρι τώρα πορεία μας. Οι Airbag επιμένουν ατμοσφαιρικά – όπως μας έχουν συνηθίσει άλλωστε – στο Into the Unknown, με τον Tostrup να ερμηνεύει υπέροχα τους στίχους του Riis. Όλα αυτά ως τη μέση του τραγουδιού, καθώς από εκεί και πέρα μετατρέπεται σε νοσταλγική Gilmour-ική μπαλάντα και είναι ο ίδιος ο Riss υπεύθυνος και για τούτο το 3-λεπτο κεντητό στην κιθάρα.

Στο τέταρτο τραγούδι, με τίτλο Sunsets, σπάει το σερί της ηρεμίας ανεβάζοντας λίγο στροφές και είναι η ιδανική ισορροπία για το άνοιγμα της δεύτερης πλευράς του δίσκου. Στο ζύγι μπαίνουν ισόποσα η rock, η alternative μπαλάντα και η ατμόσφαιρα και βγαίνουμε εμείς κερδισμένοι.

Ήρθε η ώρα για A Day at the Beach (Part 2), που συνεχίζει από εκεί που έμεινε το πρώτο. Χτίζεται η ατμόσφαιρα για 3 λεπτά ώστε να υποδεχθεί τις οιμωγές της κιθάρας του Riss, μέχρι να σβήσει πάλι έτσι ήσυχα όπως ξεκίνησε.

Ο δίσκος κλείνει με το Megalomaniac. Η μπαλάντα αυτή συγκεντρώνει όλα τα στοιχεία που έκαναν την εμφάνιση τους μέχρι τώρα στο δίσκο και τα εκφράζει με το παλλόμενο μπάσο του φιλοξενούμενου Kristian Karl Hultgren (των Wobbler), τα αργόσυρτα αλλά σε φάσεις εκστατικά drums του Fossum, την ατμόσφαιρα και τις κιθάρες του Riss και την ευγλωττία – όταν χρειάζεται – του Torstrup.

Η δυνατότητα ν’ αφουγκράζεσαι την καθημερινότητα σου, να την επεξεργάζεσαι, να την πλάθεις κι έπειτα να παραδίδεις το καλλιτεχνικό αποτέλεσμα με το απόσταγμα της ψυχής σου, είναι μία από τις σπουδαιότερες διαδικασίες. Ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι διφορούμενες έννοιες στη στιχουργική τους, υιοθετώντας μια θέση στο παγκόσμιο πολιτικό γίγνεσθαι, ακόμα κι αν δεν γίνεται με στεντόρειο τρόπο, αλλά μέσω υπονοούμενων. Αυτό που απόλαυσα όμως περισσότερο, είναι η εξιστόρηση της μουσικής τους.

7.5 / 10

Γιώργος Ζούκας

 

2η γνώμη

 

Οι δίσκοι των Airbag έχουν πλέον γίνει θεσμός για όλους εμάς τους διψασμένους για ποιοτικές δόσεις Floyd-ίλας. Τέτοιες δόσεις, που καταφέρνουν – παρά το ξεκάθαρο της επιρροής – να μην ενοχλούν σχεδόν καθόλου τον ακροατή. Εν προκειμένω, στο A Day at the Beach ανανεώνουν εν μέρει την προσέγγισή τους, κρατώντας για μία ακόμα φορά το ενδιαφέρον σε υψηλά επίπεδα. Η ματιά τους στον ήχο των Floyd περνούσε πάντα μέσα από alternative φακούς. Μπάντες όπως οι Porcupine Tree και οι Archive θα πρέπει να αναφερθούν ως μπούσουλας σε όσους δεν έχουν έρθει σε επαφή με το έργο των Νορβηγών. Αυτή τη φορά αποτολμούν να προσθέσουν στο μείγμα και ήχους προερχόμενους από το new wave των 80s, καταφέρνοντας την μεγαλύτερη ηχητική ανανέωση μέχρι στιγμής στην καριέρα τους. Οι ευθείες αναφορές στο new wave των 80s, μπλέκουν υπέροχα στο υπάρχον από τις προηγούμενες δουλειές ύφος τους, αποδεικνύοντας πως πέρα από την ουσία των Pink Floyd, έχουν εντρυφήσει εις βάθος και στην ιστορία και εξελικτική πορεία του alternative rock. Το A Day at the Beach ακούγεται απλωμένο και ταυτόχρονο ουσιώδες, ενώ δικαιολογεί πλήρως τον τίτλο του και σίγουρα μπορεί να προταθεί σε μια μεγάλη γκάμα ακροατών, ως ο δίσκος-παρέα του φετινού καλοκαιριού.

8 / 10

Κώστας Μπάρμπας