Steven Wilson – The Future Bites

[Caroline International, 2020]

Εισαγωγή: Κώστας Μπάρμπας

Μετά την κυκλοφορία του The Raven That Refused to Sing (And Other Stories) (2013), του πιο αυστηρά progressive rock δίσκου της καριέρας του, ο Steven Wilson αποφάσισε να προχωρήσει σε μια σταδιακή απαγκίστρωση από το είδος, βγάζοντας στο προσκήνιο πτυχές της μουσικής του προσωπικότητας που έτσι και αλλιώς υπήρχαν εδώ και χρόνια στα μουσικά του project. Αν το Hand. Cannot. Erase. (2015) υπήρξε ο μεταβατικός δίσκος, τότε το To the Bone (2017) ολοκλήρωσε αυτή τη στροφή σε πιο pop μονοπάτια, ενός μουσικού/παραγωγού πιθανότατα μπουχτισμένου από τα πολλά remaster σε κλασικούς progressive rock δίσκους που έφερε εις πέρας εκείνη την εποχή. Η έτσι και αλλιώς δηλωμένη αγάπη του στους Abba, στην Kate Bush και στον Prince, μεταφέρθηκε για πρώτη φορά πλήρης σε έναν ολόκληρο δίσκο. Τα πρώτα δείγματα του The Future Bites δείχνουν ότι ο  – 53χρονος πλέον – Wilson θα συνεχίσει αυτό που άρχισε με το To the Bone.


 

Θα μπορούσε να είναι ενδιαφέρον, αλλά…

Όταν κυκλοφόρησε το To the Bone το 2017, κάποιοι από εμάς είχαμε εντοπίσει αδυναμίες στην νέα πρόταση του Steven Wilson και καταθέσαμε στα γραπτά μας κείμενα τις ενστάσεις μας για το αν υπάρχει μέλλον σε αυτό που έχει στο μυαλό του ο Βρετανός. Κοιτώντας προς τα πίσω, θεωρώ ότι ο χρόνος μας δικαίωσε, μιας και o δίσκος βρέθηκε στην τελευταία, αξιολογική θέση των δίσκων που έχει κυκλοφορήσει ως solo καλλιτέχνης. Όλα αυτά μέχρι σήμερα, αφού το The Future Bites έρχεται να κατακτήσει με μεγάλη ευκολία αυτή την όχι και τόσο τιμητική θέση. Ο Βρετανός δεν κατάφερε ξανά να μας κερδίσει, παρότι υπάρχει αντικειμενικό ενδιαφέρον για την μετατόπιση της προσέγγισης ενός μουσικού που έχει μια τεράστια καριέρα στο prog rock προς τις εύκολες φόρμες (ας τις πούμε pop), το basic drum beat, την εκτεταμένη χρήση synths και λοιπών ηλεκτρονικών ήχων και κυρίως την αποσύνδεση των συνθέσεων από την κλασική rock ενορχήστρωση.

Το The Future Bites συνεχίζει από εκεί που σταμάτησε το To the Bone, με διάθεση η αλλαγή να είναι ακόμα πιο έντονη προς την νέα κατεύθυνση. Το αποτέλεσμα είναι απογοητευτικό γιατί οι πραγματικές αλλαγές είναι ελάχιστες. Ο χαρακτήρας της μουσικής του Steven Wilson παραμένει τόσο δυνατός που στην προσπάθεια του να ενσωματώσει σε αυτόν το 80s στυλ των εύπεπτων στιγμών που μας χάρισαν ο Peter Gabriel (King Ghost) ή οι Pink Floyd (Eminent Sleaze, Man of the People) τελικά αποδυναμώνει κάθε μελωδία, κάθε ρυθμό, κάθε δυνατότητα εξέλιξης της μουσικής σε κάτι που θα συναρπάσει τον ακροατή.

Ακόμα και στα τραγούδια (12 Things I Forgot) που επιλέγει να κάνει αυτό που ξέρει καλά, προσομοιάζοντας την radio friendly συνεργασία του με τον Αviv Geffen στους  Blackfield, ακούγεται άνευρος και γκρι όπως ακριβώς είναι και το χρώμα που επέλεξε για το artwork του δίσκου. Εάν αναζητήσουμε στο σύνολο των 8,5 συνθέσεων του δίσκου κάποιου είδους επιτυχία και αυτή με αστερίσκο, θα την εντοπίσουμε στο Personal Shopper, το οποίο διασώζεται κυρίως λόγω της uptempo λογικής ενός σχεδόν 10λεπτου τραγουδιού που τουλάχιστον καταφέρνει να διατηρήσει ακμαίο τον ρυθμό του και κυρίως να αναδείξει τα refrain και τις μελωδίες, μέσα σε μια άνευ λόγου ξεχειλωμένη, σχεδόν 10λεπτη διάρκεια.

Το concept του δίσκου από την άλλη, παρότι ρηχό σαν σύλληψη ίσως και να περισώζει την κατάσταση, μιας και δεν περνά απαρατήρητο σαν την μουσική. Η εκτεταμένη χρήσης της τεχνολογίας, ο καταναλωτισμός, τα social media είναι θεματικές που άπτονται του αισθητηρίου ενός white privileged μουσικού που ζει, εργάζεται στην Μεγάλη Βρετανία. Αν και στο σύνολο της δισκογραφίας του, ο Steven Wilson μας είχε προσφέρει μεγαλύτερη φαντασία και  βιωματικές ιστορίες, κρίνουμε ως θεμιτό σε αυτή την φάση της ζωής του να ασχολείται με αυτά που τον απασχολούν, γιατί προσθέτουν ειλικρίνεια στις προθέσεις του.

Η πορεία που έχει πάρει η καριέρα του Steven Wilson με το The Future Bites μπορεί να είναι πιο ανοικτή στο κοινό που πλέον στοχεύει, το album σίγουρα περιβάλλεται από θετικές γνώμες γιατί εσωκλείει κάποια από τα απαραίτητα χαρακτηριστικά της εύπεπτης pop-rock μουσικής που καταναλώνεται στα πεταχτά. Δεν είναι ούτε κακή μουσική, ούτε προσβάλει την νοημοσύνη του ακροατή. Όμως δεν διαθέτει απολύτως κανένα χαρακτηριστικό για να αποτελέσει σημείο αναφοράς του χώρου και ακόμα περισσότερο στερείται μιας ουσιαστικής καλλιτεχνικής πρότασης, τρεμοπαίζοντας ανάμεσα σε ήδη σχηματισμένες από καιρό μελωδίες και πρόσφατες προσλαμβάνουσες που είναι πολύ λογικό να μην έχουν ενσωματωθεί πλήρως στην συνείδηση του μουσικού.

5 / 10

Αλέξανδρος Τοπιντζής

 

2η γνώμη

 

Αν το To The Bone μπορούσε να χαρακτηριστεί ως ένα είδος πειράματος για τον Wilson, τότε το The Future Bites είναι μία κατασταλαγμένη μουσική πρόταση. Η στροφή του στην pop είναι πλέον απόλυτα μελετημένη και ο ίδιος ως μουσικός μοιάζει σίγουρος για το που πατάει. Είναι σαφές πως ο Βρετανός μουσικός και παραγωγός είναι τεράστιος γνώστης και συλλέκτης μουσικής διαφόρων ειδών, οπότε το να δομήσει ένα δίσκο όπως το The Future Bites δεν του είναι ιδιαίτερα δύσκολο. Η παραγωγή είναι για μία ακόμα φορά εξωπραγματική και το γενικότερο στήσιμο αψεγάδιαστο. Το βασικό πρόβλημα στον δίσκο είναι πως οι συνθέσεις δεν δικαιώνουν καθόλου τον δημιουργό τους, αφού η σχεδόν παντελής έλλειψη κάποιου αξιομνημόνευτου hook κάνουν ιδιαίτερα βαρετό το άκουσμα. Επίσης ο Wilson εκθέτει τον εαυτό του, προσπαθώντας να υιοθετήσει την περσόνα του intelligent pop artist (με τον τρόπο που το έκανε ο Peter Gabriel), αποτυγχάνοντας σχεδόν πλήρως σε αυτό και τελικά ακούγεται κάτι σαν intelligent muzak. Το χειρότερο είναι πως υπάρχουν στιγμές, όπως το Prince rip-off Eminent Sleaze, που φέρνουν γέλιο και αυτό δεν είναι καθόλου ωραίο για έναν καλλιτέχνη του επιπέδου του Steven Wilson.

4 / 10

Κώστας Μπάρμπας