Mastodon – Hushed and Grim

[Reprise Records, 2021]

Εισαγωγή: Κώστας Μπάρμπας

Με το πέρασμα των χρόνων η απίθανη αυτή παρέα από την Ατλάντα έχει ξεκάθαρα πια τσιμεντώσει τη θέση της στο πάνθεον του metal, αλλά και του σκληρού ήχου γενικότερα. Η φάση της ωρίμανσής τους από το Crack the Skye και μετά, έδωσε τις ίσως κορυφαίες τους στιγμές. Μεγαλώνοντας δεν έχασαν ίχνος από την δημιουργικότητα, το πάθος και την ορμή τους, έχοντας παράλληλα καταφέρει να εξελίξουν τον ήχο τους. Τέσσερα χρόνια, λοιπόν, μετά την κυκλοφορία του φοβερού Emperor of Sand και του λίγο πιο πειραματικού EP Cold Dark Place, πολλά έχουν αλλάξει στη ζωή τους, αλλά και στον πλανήτη γενικότερα. To 2018 ο επί χρόνια manager και φίλος τους, Nick John, έχασε τη μάχη με τον καρκίνο. Η μπάντα, ένα χρόνο αργότερα, κυκλοφόρησε εις μνήμην του, μία πολύ ιδιαίτερη διασκευή στο Stairway to Heaven. To Hushed and Grim αποτελεί παρόλα αυτά, την ολοκληρωμένη καλλιτεχνική αντίδραση τους στο τραγικό αυτό γεγονός. Δημιουργήθηκε μέσα στην απομόνωση της καραντίνας και εν τέλει μεγάλωσε αρκετά ώστε να κυκλοφορεί ως διπλός δίσκος 15 κομματιών, πίσω από ένα γκρι εξώφυλλο, καθόλου οικείο με τα έντονα χρώματα που συνήθως επέλεγαν. Η απώλεια έχει υπάρξει και στο παρελθόν μία από τις βασικές θεματικές των Mastodon. Η Skye και ο Hunter άφησαν το στίγμα στους δύο αντίστοιχους δίσκους, αλλά παρόλα αυτά δεν πήραν την πλήρη αποκλειστικότητα στις θεματικές τους. Υπ’ αυτή την έννοια το Hushed and Grim αποτελεί την πρώτη ολοκληρωμένη κατάβαση των τεσσάρων αυτών μουσικών σε πλήρη κατάσταση πένθους.


 

The stages of grief (the progressive metal version)

Οι Mastodon έχουν καθόλη τη διάρκεια της δισκογραφικής τους πορείας moody στιγμές, όπως και ολόκληρα κομμάτια (π.χ. The Sparrow), με έντονη την συναισθηματική φόρτιση, τα οποία όμως αποτελούσαν πάντα μέρος μιας παλέτας πολλών και διαφορετικών διαθέσεων. Στο Hushed and Grim η παλέτα παραμένει διευρυμένη, αλλά το βασικό χρώμα με το οποίο ζωγραφίζουν είναι το γκρι. Η μπάντα επιχειρεί μέσα στα 86 λεπτά διάρκειας του δίσκου να κάνει τον ακροατή μέτοχο των σταδίων του πένθους, όπως οι ίδιοι τα έζησαν χάνοντας τον φίλο τους. Η μουσική με την οποία ντύνουν το εγχείρημά τους δεν θα μπορούσε παρά να καθρεφτίζει τις στιχουργικές επιλογές τους, όχι απλά υπογραμμίζοντας τες, αλλά εξυψώνοντας τες σε ένα ανώτερο επίπεδο πνευματικότητας. Η απλή αλλά βαθιά αληθινή στιχουργική των τεσσάρων μελών, μεταμορφώνεται στην ωραιότερη ποίηση μέσω της μουσικής επένδυσης.

Παρά το συγκεκριμένο mood στο οποίο λειτουργεί το Hushed and Grim, πρόκειται για τον πιο μουσικά ποικιλόμορφο Mastodon δίσκο. Η μεγάλη διάρκεια τους έδωσε την ευκαιρία να προσθέσουν καινούργια στοιχεία και δομές συνθέσεων που δεν είχαν ξαναδοκιμάσει. Φυσικά τα πάντα έχουν τοποθετηθεί πάνω στο ήδη στημένο οικοδόμημα του προσωπικού τους ήχου. Κάπως έτσι ο ακροατής συναντά κομμάτια όπως το – γραμμένο από τον Brent Hinds – country και blues The Beast ή το τελείως κινηματογραφικό riff-free Dagger,  με τον Troy Sanders να δείχνει το πόσο έχει εξελιχθεί ως τραγουδιστής με την πάροδο των χρόνων (“the metal version of Peter Gabriel” όπως είχε πει σε μια συνέντευξη ο Dailor). Εδώ πρέπει να αναφερθεί το παραπάνω βήμα που έχουν κάνει και οι τρεις στον τομέα των φωνητικών, τα οποία αποτελούν σχεδόν σε όλες τις συνθέσεις την κινητήριο δύναμη και δίνουν προσωπικότητα στο δίσκο. Εν αντιθέσει έχει μειωθεί ο αριθμός των κομματιών που έχουν ως βασική κινητήριο δύναμη ένα (ή παραπάνω) riff. Βέβαια όταν αυτό συμβαίνει στο Savage Lands φερειπείν, το αποτέλεσμα είναι εντυπωσιακό. Τέλος, τα καθαριστικά σόλο σε πλήρη αρμονία με τις συνθέσεις λειτουργούν ως προσθήκες συναισθηματικής μεστότητας, με έναν Brent Hinds να γράφει ιστορία με κάθε νότα που παίζει. Να σημειωθεί πως και τα δύο σόλο των Marcus King και Kim Thayil στα The Beast και Had It All (ένας από τους πολλούς ακρογωνιαίους λίθους του δίσκου) αντίστοιχα, κυμαίνονται στο ίδιο μήκος τελειότητας.

Εξετάζοντας το track listing παρατηρούμε ότι στον πρώτο δίσκο υπάρχει μεγαλύτερη μερίδα πιο δυναμικών κομματιών, ενώ στο δεύτερο CD βρίσκονται οι περισσότερες εκ των ατμοσφαιρικών στιγμών. Αυτό δεν είναι βέβαια απόλυτο και εν τέλει η ροή του δίσκου είναι ένα από τα μεγάλα του πλεονεκτήματα, αν λάβει κανείς υπόψιν και τη διάρκειά του. Η παραγωγή αν και αρχικά ίσως ξενίζει, γκρίζα και αυτή όπως ο δίσκος, εν τέλει αποτελεί βασικό πυλώνα ομοιογένειας. Βασικό ρόλο στη άψογη ροή παίζει φυσικά και η συνθετική ικανότητα των Mastodon. Δεν υπάρχει κομμάτι που να είναι κάτι λιγότερο από πάρα πολύ καλό. Το Peace and Tranquility με το υπέροχο complicated αρχικό riff και τη σολάρα του Brent είναι μάλλον το λιγότερο καλό κομμάτι του δίσκου. Επίσης το να εντοπιστούν οι κορυφαίες στιγμές είναι υπερβολικά δύσκολο αφού πολλά κομμάτια αγγίζουν την τελειότητα. Ειδικότερα τα πρώτα 7 δεν έχουν ούτε μισό σημείο που να πέφτει κάτω από τα σύννεφα, χωρίς βέβαια μέχρι την ελπιδοφόρα κάθαρση του Gigantium η κατάσταση να μεταβάλλεται ιδιαίτερα. Είναι απορίας άξιο αν υπάρχει άλλος τόσο μεγάλος σε διάρκεια δίσκος στην ιστορία της rock που να στέκει τόσο ψηλά συνθετικά.

Η ιδέα πίσω από το Hushed and Grim και ο τρόπος με τον οποίο υλοποιήθηκε, είναι κάτι που μόνο οι Mastodon θα μπορούσαν να φέρουν εις πέρας στην εποχή μας. Είναι και οι τέσσερεις – πέρα από κορυφαίοι μουσικοί – μεγάλοι γνώστες της rock και έχουν καταφέρει ενώ κατά βάση παίζουν progressive metal σε γενικές γραμμές, η μουσική τους να καλύπτει ένα πολύ μεγάλο φάσμα ήχων και επιρροών, που ξεκινά από το ψυχεδελικό rock και φτάνει μέχρι το sludge metal, με πολλούς ενδιάμεσους σταθμούς. Έχουν παράλληλα το ταλέντο και πλέον και την εμπειρία να χρησιμοποιούν όλο το αυτό το αλφαβητάριο της rock, όντας αριστούχοι μαθητές του, για να δημιουργούν χωρίς όρια μουσική, που παρά τον φαινομενικά δυσπρόσιτο χαρακτήρα της, μπορεί να μιλήσει σε οποιονδήποτε σταθεί με προσοχή για να την ακούσει. Το Hushed and Grim, ένα αριστουργηματικό έργο για την ανθρώπινη απώλεια, απογυμνωμένο από οποιαδήποτε υποψία μελοδράματος, εκλεκτικό και συνάμα βαθιά λαϊκό, μοιάζει να βάζει πλώρη για την καλλιτεχνική αιωνιότητα. Είναι το γκρι του εξωφύλλου του, σε όλο το μεγαλείο και τις αποχρώσεις που μπορεί να έχει αυτό το μουντό χρώμα.

Ο θάνατος έρχεται όντως με το δρεπάνι του, αλλά φέρνει μαζί του και την ειρήνη…

10 / 10

Κώστας Μπάρμπας

 

2η γνώμη

 

Οι Mastodon είναι μια σπάνια μπάντα και αυτό δεν είναι νέο. Ο οποιοσδήποτε μπορεί να δει την εξέλιξη την ωρίμανση της μπάντας από δίσκο σε δίσκο. Ακόμα, το γεγονός πως η σύνθεση της μπάντας δεν έχει αλλάξει ιδιαίτερα, κάθε δίσκος μοιάζει λίγο πιο συμπαγής, σαν έναν θεατρικό θίασο ο  οποίος είναι τόσο δεμένος που μπορεί να δημιουργήσει κάτι το ξεχωριστό κάθε φορά που ανεβαίνει στη σκηνή. Κάτι το οποίο είναι μοναδικό με τους Mastodon είναι το γεγονός πως με κάθε νέο δίσκο, υπάρχει μια συζήτηση γύρω από το εάν αυτός είναι ο καλύτερος δίσκος των Mastodon. Και αυτό φάνηκε και από το poll μας στο οποίο και τα 8 άλμπουμ της μπάντας ήταν στο top 5 κάποιου συντάκτη. Αναμφίβολα, η ίδια συζήτηση πρέπει να ξεκινήσει με το Hushed and Grim. Δεν υπάρχει κάποια μεγάλη αλλαγή στον ήχο των Mastodon, το οποίο σημαίνει πως δεν υπάρχουν ιδιαίτερες εκπλήξεις, αλλά η μπάντα επεξεργάζεται τα συναισθήματα της μετά τα τελευταία δυο χρόνια αλλά και μετά τον χαμό του επί σειρά χρόνια φίλου και συνεργάτη Nick John. Το αποτέλεσμα; Ένας πολύ πυκνός, εμπνευσμένος, μακράς διάρκειας αλλά δυναμικός δίσκος. Είτε μιλάμε για τα ψυχεδελικά βάθη του Dagger, το πιο άμεσο και in your face The Crux ή την εξαιρετική μελωδικότητα του καταθλιπτικού Skeleton of Splendor, η μπάντα έχει πακετάρει πολύ μουσική στα 86 λεπτά που διαρκεί ο δίσκος. Εάν ξέρεις τους Masodon, δεν θα εκπλαγείς με το Hushed and Grim και αν υπάρχει υπομονή για πολλαπλές ακροάσεις τότε σίγουρα θα βρεις νέα αξιοσημείωτα μέρη με κάθε νέα ακρόαση.

9.5 / 10

Λευτέρης Σταθάρας