Dream Theater – A View From the Top of the World

[InsideOut, 2021]

Εισαγωγή: Τάσος Ποιμενίδης

Κάθε καινούρια κυκλοφορία των Dream Theater γίνεται talk of the town στην prog κοινότητα και δεν θα μπορούσε το A View From the Top of the World να αποτελεί κάποια εξαίρεση. Η συζήτηση για το πού τελειώνει η ακμή και αρχίζει η παρακμή δισκογραφικά για τους Dream Theater δεν τελειώνει ποτέ και πάντα ποικίλει για τον καθένα μας. Οι οπαδοί τους τους αντιμετωπίζουν ακόμη και τώρα σαν ιερή αγελάδα, ενώ οι πολέμιοι μάλλον περιμένουν κάθε φορά το στραβοπάτημα για να μαυρίσουν την μπάντα. Δεν χωράει αμφιβολία πάντως στο ότι οι Dream Theater είναι από τις πιο σημαντικές μπάντες που εμφανίστηκαν τα τελευταία 30 χρόνια στον σκληρό ήχο.


 

Σημείο ανάκαμψης (;)

Δέκατος πέμπτος επίσημος full-length studio δίσκος για τους Dream Theater λοιπόν και όπως πάντα όλες τους οι κυκλοφορίες είναι αντικείμενο συζήτησης, για όλους τους λόγους που ξέρουμε, λάθος και μη. Όποιος περιμένει κάτι πειραματικό ή έστω να δει τους Dream Theater να βγαίνουν έστω ελάχιστα έξω από το comfort zone τους σίγουρα θα απογοητευτεί. Φαίνεται πως εκείνη η μπάντα που μέχρι το Octavarium άλλαζε 1000 πρόσωπα, διαθέσεις και ύφος με μαεστρία ελάχιστων άλλων δεν υπάρχει πια και νομίζω δεν έχει πλέον και νόημα να την περιμένουμε. Δεν υπάρχουν συνθετικά ρίσκα στο A View From the Top of the World, όπου θα συναντήσει κανείς το παγιωμένο ύφος των Dream Theater.

Είναι φανερό πλέον το πόσο καταλυτικός ήταν ο ρόλος του Portnoy όσο η μπάντα ακόμη πειραματιζόταν και δεν αρκεί ένας απλά τρομερά τεχνικός drummer για να αντικαταστήσει τη σημαντικότατη συνεισφορά του σαν συνθέτη και ηγέτη στην μπάντα. Κάποιος βέβαια που περιμένει να ακούσει καινούρια δουλειά από τους Dream Theater η οποία να παρουσιάζει μια σχετική αρτιότητα χωρίς να βάλει το συγκριτικό πήχη του υπέρλαμπρου απώτερου παρελθόντος ή αν βάλει δίπλα τον χαμηλό πήχη των πρόσφατων album τους πιθανά θα περάσει καλά με την καινούρια τους δουλειά.

Τα δυνατά σημεία του δίσκου είναι σίγουρα τα πιο τεχνικά και heavy. Υπάρχουν αρκετά όμορφα θέματα με αναμενόμενα πολλές αλλαγές και φυσικά αναμενόμενα άψογη εκτέλεση από όλα τα όργανα. Τα πιο τεχνικά solos του Petrucci και τα εκπληκτικά τύμπανα του Mangini είναι που κλέβουν την παράσταση και στην ουσία είναι τα πράγματα που προσέχει κανείς στον δίσκο και τα περισσότερο αξιομνημόνευτα. Στα αρνητικά τώρα, τα πιο μελωδικά και πιο neo-prog τις περισσότερες φορές δεν εξυπηρετούν τον σκοπό τους και είναι ως επί το πλείστον τυπικά και αναμενόμενα. Άλλο ένα μειονέκτημα συνθετικό είναι πως οι φωνητικές γραμμές πολλές φορές είναι flat και κάπως προβλέψιμες και σε κάθε περίπτωση δεν φαντάζουν να έχουν γραφτεί από τραγουδιστή αλλά από τα υπόλοιπα μέλη.

Η παραγωγή και η μίξη του Andy Sneap είναι άψογη για το prog metal των Dream Theater. Έχει φέρει πολύ μπροστά τα τύμπανα με εντυπωσιακό τρόπο ενώ ακούμε πολύ περισσότερο τα θέματα του Myung σε σχέση με τις παλιότερες δουλειές τους. Οι κιθάρες με την παραμόρφωση είναι ογκώδεις και οδηγούν τα κομμάτια ενώ τα πλήκτρα του Rudess ηχητικά ακούγονται πιο old school και λιγότερο κουραστικά από ότι στις προηγούμενες δουλειές τους.

Συνοψίζοντας, πρόκειται για μια συνολικά heavy μουσική πρόταση, αρτιότατη εκτέλεση, με πολλές πεπατημένες και όλα τα κλισέ ύστερων Dream Theater, άψογη παραγωγή, μέτριες φωνητικές γραμμές, ικανοποιητική αλλά πολύ σπάνια απαστράπτουσα συνθετική δουλειά. Μάλλον στο σύνολο της κουράζει και θα αμφέβαλλα πολύ για τη διαχρονικότητά της, από την άλλη δεν μπορώ να μην παραδεχτώ ότι σε σχέση με τις πρόσφατες δουλειές τους υπάρχει μια πρόοδος στα πάντα, ενώ υπάρχουν διάσπαρτα πολλά όμορφα σημεία. Μάλλον ένας δίσκος πάντως που απευθύνεται καθαρά σε υπάρχοντες φίλους και οπαδούς της μπάντας. Ο διαβασμένος ακροατής μάλλον δεν θα εκπλαγεί από τους Dream Theater εδώ.

7 / 10

Τάσος Ποιμενίδης

 

2η γνώμη

 

Το προηγούμενο album είχε μερικές υπέροχες στιγμές και ξύπνησε την ελπίδα ότι το συγκρότημα θα επέστρεφε στον σωστό δρόμο. Δυστυχώς όμως, μεγάλο μέρος του νέου δίσκου ακούγεται σαν ό,τι περίσσεψε από τα καλύτερα albums τους στις αρχές της δεκαετίας του 2000. Το πρώτο τρίτο του δίσκου ακούγεται ελκυστικό και πολλά υποσχόμενο, αλλά στη συνέχεια η διάθεση πηγαίνει προς την αντίθετη κατεύθυνση και φτάνει σε ένα βαρετά χλιαρό επίπεδο, χωρίς καμία πιθανότητα να κρατήσει τον ακροατή. Το ωραίο είναι ότι οι κιθάρες ακούγονται πιο rock σε κάποια riffs και solos και τα ντραμς ακούγονται επιτέλους ελκυστικά. Από την άλλη, τα ηχόχρωμα των πλήκτρων και του μπάσου φαίνεται να χειροτερεύουν με κάθε δίσκο. Τα Answering the Call και Awaken the Master είναι τα highlights εδώ. Μου αρέσει το drive αυτών των δύο, που θυμίζει πολύ τους Dream Theater των αρχών του 2000. Το ομότιτλο κομμάτι είναι ίσως η μεγαλύτερη απογοήτευση, καθώς είναι μια 20λεπτη σαλάτα από riffs. Το βρίσκω πολύ κάτω από το μέσο όρο σε όλα τα επίπεδα. Τέλος, ο Mangini παίζει επιτέλους με την καρδιά του και όχι μόνο με το μυαλό του. Αυτή είναι χωρίς αμφιβολία η καλύτερη δουλειά του με το συγκρότημα, αλλά αυτό δεν είναι αρκετό για να σώσει το άλμπουμ από τη μετριότητα.

5.5 / 10

Goran Petrić