Gazpacho – Fireworker

[Kscope, 2020]

Εισαγωγή: Πέτρος Παπαδογιάννης

Οι Νορβηγοί Gazpacho έχουν καταφέρει να κερδίσουν τη συμπάθεια αν όχι την αγάπη από το κοινό με τη δισκογραφική τους συνέπεια στον χώρο του prog rock. Με τις δουλειές τους όπως το Tick Tock (2009)  και Night (2007) κυρίως, αλλά και με τα Missa  Atropos (2010) και March of Ghosts (2012) άγγιξαν τις δικές τους κορυφές.

Από εκεί και πέρα έχουν πληθώρα άλλων κυκλοφοριών με διακυμάνσεις του αποτελέσματος, χωρίς ωστόσο να απομακρυνθούν σημαντικά από τον ήχο που τους ανέδειξε, για να φτάσουνε στο φετινό ενδέκατο άλμπουμ τους, το Fireworker.


 

Παγιδευμένοι από τον δικό τους Fireworker (;)

Οι Gazpacho επιλέγουν να ανοίξουν την αυλαία με το εικοσάλεπτο Space Cowboy. Από την αρχή ακόμα ξεχωρίζει η κρυστάλλινη παραγωγή,που επιτρέπει κάθε νότα και κάθε λέξη που εκφέρει η χαρακτηριστική ένρινη φωνάρα του Jan Henrik Ohme να ακουστεί πεντακάθαρα. Πρόκειται για μία μελαγχολική σύνθεση με την φωνή και τα πλήκτρα να έχουν τον ηγετικό ρόλο, με τα λίγα ξεσπάσματα της κιθάρας να δίνουν κάποια λύτρωση από την όμορφη μονοτονία. Κατά τη διάρκεια του τραγουδιού, τα χορωδιακά σημεία παίζουν διττό ρόλο, από τη μία δίνοντας ένταση στη σύνθεση και από την άλλη υπηρετώντας το στιχουργικό concept του άλμπουμ.

Χονδρικά, γιατί καταλαβαίνω ότι το στιχουργικό υπόβαθρο είναι βαθύ, ο ‘Fireworker’ αναφέρεται στη διαδικασία αυτή του μυαλού (με τη μορφή ενός αλάθητου όντος) που μας κάνει να λαμβάνουμε αποφάσεις, που θα σιγήσει τα μέρη του μυαλού μας που αισθάνονται αηδία ή τύψεις, ώστε να μην μπορούμε να το σταματήσουμε. Ε, λοιπόν η χορωδία αποτελεί τον ‘Fireworker’ που προειδοποιεί και απειλεί τον άνθρωπο να μην πλησιάσει σε αυτόν το μηχανισμό «μαύρου κουτιού».

Τα Hourglass και Antique διακρίνονται από τη γνωστή συναισθηματική αισθητική της μπάντας με το βιολί να χρωματίζει όμορφα τις δύο συνθέσεις. Είναι από αυτές τις συνθέσεις που αποκτούν μία ξεχωριστή διάσταση όταν ακουστούν στο σκοτάδι με ακουστικά στην ενδιάμεση κατάσταση μεταξύ ύπνου και ξύπνιου, κάτι το οποίο ισχύει και για όλο το άλμπουμ συνολικά.

To ομώνυμο τραγούδι στέκει αυτόνομα σε σχέση με το υπόλοιπο άλμπουμ ως η πιο εξωστρεφής του στιγμή. Η χρησιμοποίηση του μαντολίνου δίνει έναν ethnic αέρα, μία «τσαχπινιά». Μακάρι να υπήρχαν περισσότερα σημεία τέτοιας ανάτασης στη ροή του άλμπουμ. Προσωπικά, τη θεωρώ την καλύτερη σύνθεσή του, που ωστόσο με κάνει να αναρωτιέμαι πόσο καλύτερο θα ήταν το Fireworker αν υπηρχαν περισσότερες τέτοιες στιγμές.

Το άλμπουμ κλείνει με το διάρκειας δεκαπέντε λεπτών Sapien. Σε παρόμοιο ύφος με το εναρκτήριο, αλλά με το Space Cowboy να υπερτερεί.

Αν και το Fireworker είναι χτισμένο πάνω στα εκπληκτικά πλήκτρα του Thomas Alexander Andersen, όλες οι ηχητικές συνιστώσες οδηγούν στην υποστήριξη των φωνητικών μελωδιών του τραγουδιστή Jan Henrik ως βασικού πρωταγωνιστή του. Πλην του ομώνυμου τραγουδιού δεν υπάρχουν μεγάλες κορυφώσεις, τα μεγάλα σε διάρκεια κομμάτια φαντάζουν ως συρραφές μικρότερων τραγουδιών, που κάπου πλατειάζουν. Το παράδοξο όμως είναι ότι όλα αυτά δίδονται με άψογο και πειστικό τρόπο που κάνει αδύνατο να αντιπαθήσει κάποιος την μπάντα και το άλμπουμ. Άλλωστε μιλάμε για την καλύτερή τους δουλειά εδώ και χρόνια. Έχω την αίσθηση ότι όταν εντοπίσουν τον δικό τους Fireworker που επηρεάζει την κατεύθυνση του ήχου τους, τότε ίσως ξεπεράσουν τα όρια τα οποία οι ίδιοι ανεπαίσθητα έχουν θέσει και μας παρουσιάσουν ένα μεγάλο αριστούργημα.

7 / 10

Πέτρος Παπαδογιάννης

 

2η γνώμη

 

Οι Νορβηγοί Gazpacho αποφάσισαν να μας ρίξουν κατευθείαν στα βαθιά με την νέα τους κυκλοφορία, το Fireworker. Στη διάρκεια ενός 20λεπτού κομματιού, κατάφεραν να μας ξεδιψάσουν με όλα τα στοιχεία που έλειπαν στα προηγούμενα (2 ή ίσως 3) άλμπουμ της μπάντας. Περιπλανιόντουσαν πάντα σε πιο ατμοσφαιρικά και συναισθηματικά μονοπάτια, αλλά πολλές φορές τους έλειπε το νεύρο. Υπήρχαν μελωδίες, αλλά χωρίς ουσία. Αλλά όχι αυτή τη φορά. Ο Robert Johansen κάνει εξαιρετική δουλειά στο να δίνει το νεύρο και τον σκελετό, ενώ το πιάνο, και το βιολί συνδυάζονται με τα φωνητικά του Ohme για να δημιουργήσουν ένα καθηλωτικό κομμάτι, όπως το Space Cowboy. Η προσθήκη της  χορωδίας είναι μια ευχάριστη έκπληξη που προσθέτει ένα άλλο στοιχείο σε αυτό το κομμάτι που είναι αρκετά πολύπλευρο και ένα από τα καλύτερα κομμάτια που έχει γράψει το συγκρότημα τα τελευταία χρόνια. Το 15λεπτο Sapien κλείνει τον δίσκο και είναι μια περίεργη μίξη της μελωδίας που υπήρχε στο Demon και τον ρυθμό του Tick Tock με ένα εξαιρετικό κιθαριστικό σόλο στη μέση του κομματιού από τον Jon Vilbo. Τα τρία κομμάτια ενδιάμεσα στα 2 έπη είναι λίγο πολύ κλασσικοί Gazpacho. Η αισθητική και η ευκολία που έχει η μπάντα στο να δημιουργεί γνώριμα ηχητικά τοπία είναι αξιοζήλευτη. Εάν είχατε εγκαταλείψει την μπάντα μετά από της προηγούμενες (καλές μεν, όμως όχι κάτι το ιδιαίτερο) κυκλοφορίες, τότε είναι μια καλή στιγμή να ακούσετε ξανά Gazpacho.

9 / 10

Λευτέρης Σταθάρας