Prog συγκροτήματα με ένα album (1969-1979) – μέρος V

Από τους: Πάρη Γραβουνιώτη, Γιάννη Ζαβραδινό, Δημήτρη Καλτσά, Κώστα Μπάρμπα, Κώστα Ρόκα, Θωμά Σαρακίντση, Λευτέρη Σταθάρα, Παναγιώτη Σταθόπουλο, Αλέξανδρο Τοπιντζή, Goran Petrić

 

Έχει περάσει αρκετός καιρός από τότε που ανεβάσαμε το τέταρτο μέρος αυτής της σειράς άρθρων. Η αλήθεια  είναι ότι όλοι μας στο Progrocks.gr δεν βλέπαμε την ώρα για το πέμπτο μέρος. Σας ευχαριστούμε πολύ για τα σχόλια και την στήριξή σας! Είναι παραπάνω από ενθαρρυντικό να γνωρίζουμε ότι πολλοί αναγνώστες το περίμεναν όσο κι εμείς.

Όπως έγινε στο πρώτο, το δεύτερο, το τρίτο και το τέταρτο μέρος, τα “one-album wonders” παρουσιάζονται χωρίς χρονολογική σειρά, αλλά τυχαία και όπως τα τρία πρώτα μέρη, αυτό το άρθρο είναι ένα αδιάκοπο ταξίδι μπρος και πίσω στο χρόνο, που ελπίζουμε να είναι συναρπαστικό στην ανάγνωση όσο ήταν κάθε κομμάτι στη συγγραφή του.


 

Orange Peel – Orange Peel
[Bellaphon, 1970]

Ο ομώνυμος δίσκος των Orange Peel αποτελεί μία από τις πρώτες ηχογραφήσεις του ιστορικού studio του Dieter Dierks. Είναι η μοναδική δουλειά μιας από τις πιο σημαντικές μπάντες της πρώιμης Γερμανικής σκηνής, μαζί με το single I Got No Time / Searching For A Place To Hide. Σε αντίθεση με τους πρωτοπόρους krautrock πειραματιστές, οι Orange Peel αγκάλιασαν πλήρως την rock έκρηξη των προηγούμενων ετών στη Βρετανία και τις Ηνωμένες Πολιτείες. Το εναρκτήριο You Can’t Change Them All και το We Still Try To Change που κλείνει το δίσκο, αποτελούν άριστα παραδείγματα πρώιμου progressive rock με έντονη ψυχεδελική χροιά και μία τάση προς το jamming. Μία τάση που αποτέλεσε και τον κανόνα της early 70s Γερμανικής σκηνής. Το Hammond οδηγεί τα κομμάτια, αλλά πάντα σε έντονο διάλογο με την κιθάρα. Από την άλλη το Tobacco Road είναι ένας heavy blues δυναμίτης, που δεν μοιάζει παράταιρος σε έναν δίσκο τόσο καλοπαιγμένο και μουσικά κατασταλαγμένο για την εποχή του. Συνέχεια δυστυχώς δεν υπήρξε. Από τα 5 μέλη, ο τραγουδιστής Peter Bischof-Fallenstein έκανε καριέρα γράφοντας pop κομμάτια, ενώ ο ντράμερ Curt Cress έπαιξε σε σημαντικές μπάντες όπως οι Passport και οι Lucifer’s Friend. Στη συνέχεια έγινε περιζήτητος session μουσικός, συμμετέχοντας ακόμα και σε δίσκους των Boney M.!

 

The Viola Crayola – Music: Breathing of Statues
[Fautna, 1974]

Οι Viola Crayola από το Texas σχηματίστηκαν από τους αδελφούς Anthony (κιθάρα) και Ron Viola (ντραμς), με τον Bill Jolly στο μπάσο. Το μοναδικό τους album με τίτλο Music: Breathing of Statues (από το ομώνυμο ποίημα του Rainer Maria Rilke) ηχογραφήθηκε κατά τις τρεις πρώτες ημέρες του Οκτωβρίου του 1974 και έμελλε να είναι η μοναδική κυκλοφορία της ανεξάρτητης Fautna. Τα οκτώ μικρής διάρκειας κομμάτια του δίσκου, ο οποίος διαρκεί μόλις 29 λεπτά, ήταν όλα συνθέσεις του ηγέτη της μπάντας Anthony Viola και η μουσική των Viola Crayola είναι επίσης παράξενη, αινιγματική και ιδιότυπη. Η μίξη του progressive rock και του jazz-rock/fusion που ακούγεται στο εξαιρετικό αυτό album έχει καθαρά jamming χαρακτήρα και βασίζεται σε μεγάλο βαθμό στο σπουδαίο κιθαριστικό ταλέντο του Anthony Viola. Οι κυριότερες και πιο αβίαστες επιρροές είναι οι Mahavisnhu Orchestra, κυρίως λόγω του John Mclaughlin, και φυσικά το ατιθάσευτο χιουμοριστικό και περιπετειώδες ύφος του Frank Zappa. Η μόνη ένσταση είναι η έλλειψη συνθετικής ακρίβειας, αλλά η κλάση των τριών μουσικών και το αισθητικό επίπεδο είναι αρκετά για να περιορίσουν αυτό τον προβληματισμό. Λίγες ημέρες μετά την κυκλοφορία του δίσκου, ο Anthony Viola σκοτώθηκε σε αυτοκινητιστικό δυστύχημα και τα ίχνη των Ron Viola και Bill Jolly χάθηκαν έκτοτε.

 

Babylon – Babylon
[Mehum Music, 1978]

Οι Babylon σχηματίστηκαν στην Tampa Bay της Florida των Η.Π.Α. το 1976. Το κουιντέτο κυκλοφόρησε το μοναδικό του album από την Mehum Music το 1978, το οποίο παρέμεινε άγνωστο μέχρι την επανακυκλοφορία του σε CD από την Syn-phonic το 1999. Η μουσική στα τέσσερα κομμάτια του Babylon είναι εμφανώς έντονα επηρεασμένη από τους Genesis της περιόδου 1970-73 σε βαθμό που αγγίζει τα όρια του tribute με πρωτότυπες συνθέσεις. Αν και η πρωτοτυπία δεν ήταν το δυνατό χαρτί των Babylon, η εκτελεστική δεινότητα όλων των μελών και το επιτυχημένο σκοτεινό, απόλυτα συμφωνικό progressive rock τους βρίσκονται σε πολύ υψηλό επίπεδο. Η έντονη χρήση των synths του Gary Chambers παραπέμπει τόσο σε ότι προηγήθηκε στα μέσα της δεκαετίας του ’70 όσο και σε ότι επακολούθησε sta 80s στην Βρετανία με το neo-prog κίνημα. Το 1979 οι Babylon διαλύθηκαν λόγω της γενικής παρακμής του progressive rock και ειδικά στη χώρα τους.  Οι Doroccas (πρώτα φωνητικά, πλήκτρα) και J. David Boyko (κιθάρα) επανεμφανίστηκαν λίγο μετά με τους Helicopters (έπαιζαν new wave και κυκλοφόρησαν ένα μάλλον αδιάφορο album με τίτλο Insect Perfect το 1981).  Έκτοτε κυκλοφόρησαν τρία live albums των Babylon, δύο από την Syn-phonic το 1989 και ένα από την Mehum Music το 2002) με κομμάτια από τον δίσκο τους αλλά και συνθέσεις που προορίζονταν για το δεύτερο album τους.

 

Franck Dervieux – Dimension M
[Columbia, 1972]

Ο χαρισματικός πιανίστας και κημπορντίστας Franck Dervieux συνεργάστηκε στα 60s με τους Jean-Pierre Ferland, Monique Leyrac και Ginette Ravel, πριν αποφασίσει να συνθέσει τη δική του μουσική. Αν και έπασχε από καρκίνο, κατάφερε να ολοκληρώσει το Dimension M όταν ανέκαμψε η υγεία του (ο δίσκος είναι αφιερωμένος στους τρεις γιατρούς του). Η εξαιρετική μπάντα του αποδείχτηκε all-star, καθώς λίγο μετά σχημάτισαν τους θρυλικούς Contraction και τους Ville Emard Blues Band. Ασχέτως αν ήταν μία εμπορική αποτυχία για την Columbia, το Dimension M αποτελεί ένα από τα λαμπρότερα διαμάντια της καταπληκτικής προοδευτικής σκηνής του Quebec, αποτελώντας συνάμα το πιο πρωτοποριακό album της σκηνής αυτής, αλλά και ένα αριστούργημα μοναδικού κάλλους που δεν μοιάζει με τίποτα πριν ή μετά, συνδυάζοντας το κυρίαρχο prog rock με jazz, blues rock, ψυχεδέλεια και πειραματισμό που συμβαδίζει με τις αποκρυφιστικές ανησυχίες του ιδιοφυούς Dervieux, οποίος πέθανε στις 23 Απριλίου του 1975.  

«Έτσι θα μπορούσαμε να αγγίξουμε, να δούμε, μια μουσική φτιαγμένη από διαφάνειες χρωμάτων και ρυθμών, να βρούμε και να φανταστούμε στα διαφορετικά επίπεδά της, τι ξέρουμε, τι πιστεύουμε και τι θα μπορούσε να ήταν ή ήταν. Μουσική που θα ενώνει τους συντονισμούς παλαιών και νέων συμπάντων. Μια μουσική που θα ήταν μια προβολή παράλληλων κόσμων.» – Franck Dervieux

 

Kravetz – Kravetz
[Vertigo, 1972]

Ο Jean-Jacques Kravetz σπούδασε μουσική στο Παρίσι και το 1967 μετακόμισε στο Αμβούργο για να δουλέψει ως δάσκαλος σαξοφώνου. Υπήρξε ιδρυτικό μέλος των Frumpy και έπαιξε πλήκτρα στους δύο πρώτους θρυλικούς δίσκους τους. Το line-up του μοναδικού σόλο δίσκου του προήλθε από τα sessions του πρώτου σόλο δίσκου του Udo Lindenberg, ο οποίος παίζει τύμπανα και τραγουδά σε όλα τα κομμάτια εκτός του I’d Like To Be A Child Again, όπου τραγουδά η Inga Rumpf των Frumpy. Το ύφος του δίσκου μπορεί να περιγραφεί ως progressive rock με hard rock και blues τάσεις και σίγουρα θα ενδιαφέρει τους φίλους σχημάτων όπως οι Frumpy. Παρόλο που αποτελεί σόλο δίσκο ενός πληκτρά, όλοι οι συμμετέχοντες παίζουν καταλυτικό ρόλο. Ειδική μνεία πρέπει να γίνει στο εκπληκτικό παίξιμο και τόνο του πρωτοεμφανιζόμενου τότε Thomas Kretschmer. Το Ann Toomuch είναι ίσως η καλύτερη, ανάμεσα σε σχεδόν ισάξιες συνθέσεις, ενός καλά κρυμμένου δίσκου-διαμαντιού, η εμπορική αποτυχία του οποίου οδήγησε σε επανέκδοσή το 1974 υπό τον τίτλο 8 Days In April, The Hamburg Scene με τα ονόματα όλων των συντελεστών στο εξώφυλλο. Ο Kravetz συμμετείχε και στη συνέχεια των Frumpy, τους Atlantis, ενώ έχει παίξει ως session μουσικός σε πάνω από 100 δίσκους.

 

Ram – Where (In Conclusion)
[Polydor, 1972]

Το αμερικανικό rock underground των early 70s παρουσιάζει τεράστιο ενδιαφέρον, λόγω της έντονης ποικιλομορφίας του μεταξύ heavy rock, ψυχεδέλειας, blues και κάποιων διάσπαρτων prog στοιχείων. Κλασικό παράδειγμα αυτής της κατηγορίας υπήρξαν οι Ram από το Long Island, οι οποίοι υπό τις φτερούγες της μυθικής Polydor το 1972 κυκλοφόρησαν το Where (In Conclusion). Με το ύφος από σύνθεση σε σύνθεση να αλλάζει κινηματογραφικά, οι Ram αφομοίωσαν κάθε δυνατή επιρροή που θα μπορούσε να έχει ένα αμερικάνικο rock συγκρότημα της εποχής. Το σαρωτικό The Want In You που ανοίγει την αυλαία παρασέρνει τον ακροατή με τις θεόσκληρες κιθάρες και το βουκολικό φλάουτο των αδερφών Demartino, ενώ η συνέχεια με το πιο ατμοσφαιρικό Stoned Silence όπου λάμπει το άστρο του τραγουδιστή/πιανίστα Dennis Carbone όσο και με το μελωδικότατο Odyssey δείχνει το πιο ψυχεδελικό τους πρόσωπο. Στο The Mother’s Day Song με τις ξεκάθαρες blues αναφορές επιστρέφουμε σε πιο hard rockin’ φόρμες (οι πινελιές φλάουτου και σαξόφωνου είναι εξαίσιες), ωστόσο ο κυριότερος λόγος που οι Ram συμπεριλαμβάνονται στο συγκεκριμένο αφιέρωμα δεν είναι άλλος από το 20λεπτο Aza που πιάνει ολόκληρη τη δεύτερη πλευρά του δίσκου. Χωρισμένο σε 4 μέρη, ισορροπώντας μεταξύ ψυχεδέλειας και heavy prog, με ακραιφνές jamming και έντονη πειραματική διάθεση, εδώ οι Νεοϋρκέζοι πάτησαν κορυφή αφήνοντας παράλληλα μια γλυκόπικρη γεύση που δεν συνέχισαν δισκογραφικά.

 

Ikarus – Ikarus
[plus 4, 1971]

To βραχύβιο σεξτέτο των Ikarus, μπορεί να μην έφτασε σε εντελώς ρηξικέλευθα ηχητικά αποτελέσματα μέσα από τα στουντιακά και ζωντανά του εγχειρήματα, όπως άλλα σπουδαία σχήματα επί γερμανικού εδάφους της ίδιας εποχής, εντούτοις κατέθεσε ένα και μοναδικό δίσκο που αξίζει να μνημονεύεται για την γόνιμη συνύπαρξη αυτοσχεδιασμού και συγκροτημένης γραφής. Μέσα από εκλεκτικά μοτίβα στα οποία η μελωδία και η ρυθμολογία βρίσκονται στην ίδια γραμμή προτεραιότητας, το γκρουπ από το Αμβούργο εγκατέστησε έναν ανοιχτό διάλογο μεταξύ του ροκ τριπτύχου κιθάρα-μπάσο-ντραμς, πνευστών, πλήκτρων και φωνητικών. Μια fusion συνομιλία με σαγηνευτικές ταλαντώσεις μεταξύ εκρήξεων και ήπιων πλευρών, που φέρνει στο τραπέζι φράσεις από το psych/prog ρεύμα από τα τέλη των ’60s (με σημεία που θυμίζουν Van Der Graaf Generator, King Crimson και Coloseum), μετουσιώνοντάς τες σε πρωτόλεια εκφραστικότητα, η οποία γεφυρώνει το ροκ με τη τζαζ και την κλασική. Σημαντική συνεισφορά στη σύνθεση και στο εκτελεστικό μέρος, είχε σε δαύτους ο Jochen Petersen, που διακρίνεται σε κιθάρες, σαξόφωνα, φλάουτο, κλαρινέτο και φωνητικά. Ήταν κι αυτός που σε σχέση με την υπόλοιπη παρέα (Lorenz Köhler – κύρια φωνητικά, Wolfgang Kracht – μπάσο, δεύτερα φωνητικά, Bernd Schroder – κρουστά, Manfred Schulz – κιθάρα, κύρια και δεύτερα φωνητικά, Wulf-Dieter Struntz – όργανο, πιάνο) διένυσε μια πολύ εύστοχη και απολαυστική απόσταση, με σταθμούς τους Randy Pie, το ηχογραφημένο έργο του Achim Reichel, τους Ton Steine Scherben κ.α.

 

Skywhale – The World At Minds End
[Firebrand Records, 1977]

Σχηματισμένοι το 1974 στο Bristol, μία πόλη που δύο δεκαετίες αργότερα θα γινόταν παγκοσμίως γνωστή λόγω της trip hop επανάστασης με σχήματα όπως οι Massive Attack και οι Portishead, οι Skywhale το 1977 μας παρέδωσαν ένα ξεχασμένο διαμάντι του βρετανικού fusion/prog. Αποτελούμενοι από 7 μέλη καλύπτοντας μία τεράστια γκάμα μουσικών οργάνων (2 φλάουτα, 2 σαξόφωνα, πλήκτρα, βιολί, κιθάρα) ώστε να αποδώσουν στο έπακρο το όραμά τους και τη δική τους οπτική στον συνδυασμό progressive rock και jazz/fusion, οι Βρετανοί στο The World At Minds End παραδίδουν μαθήματα υπερτεχνικού και συνάμα μελωδικού ήχου. Μέσα από τις 6 μακροσκελείς instrumental συνθέσεις του δίσκου ο ακροατής αδυνατεί να πιστέψει ότι πρόκειται για πρωτοεμφανιζόμενο σχήμα, καθώς τόσο η τεχνική τους κατάρτιση και η αίσθηση της μελωδίας όσο και η αφομοίωση των επιρροών τους (Brand X, Camel, Weather Report, ύστεροι Soft Machine) αντικατοπτρίζουν μία μπάντα με εμπειρία και μία δισκογραφία δύο ή και τριών δίσκων στις πλάτες της. Παρόλο που όλα τα κομμάτια στέκονται σε υψηλότατο συνθετικό και αισθητικό επίπεδο, ξεχωρίζουν τα Eternal Optimist και Epicure. Δυστυχώς δεν υπήρξε συνέχεια για τους Skywhale αν και είχαν και την προοπτική και το ταλέντο, ενώ κανένα μέλος τους δεν είχε αξιοσημείωτη συνέχεια.

 

Frame – Frame οf Mind
[Bacillus Records, 1972]

Οι Frame ήταν ένα κουιντέτο με βάση το Marburg της Γερμανίας, με το Frame οf Mind να είναι η μοναδική ηχογράφηση που έκαναν. Το ύφος του δίσκου έχει λίγα κοινά με τη πειραματικό krautrock. Στα 8 κομμάτια, ο ακροατής συναντά ένα progressive rock με έντονο το λυρικό στοιχείο και βασικό μέλημα των μουσικών τη σύνθεση παρά τον πειραματισμό. Το άκουσμα έχει ενδιαφέρον γιατί δεν λείπει ούτε το hard rock άγγιγμα, ούτε ο ψυχεδελικός αέρας, ούτε κάποιες folk στιγμές. Τα πλήκτρα σίγουρα είναι στο προσκήνιο, χωρίς παρόλα αυτά να υποσκελίζουν τον ρόλο της κιθάρας, ενώ η φωνή του Dieter Becker χωρίς να είναι εντυπωσιακή, προσθέτει στην αφηγηματικότητα. Οι καλύτερες συνθέσεις βρίσκονται στη μέση του δίσκου. Το prog epic All I Really Want Explain εντυπωσιάζει σε όλη του τη διάρκεια, ενώ το If που ακολουθεί είναι ένα heavy prog δυναμίτης που οι φίλοι αυτού ήχου πρέπει να ακούσουν οπωσδήποτε. Το Frame οf Mind μπορεί να μην ανήκει στους δίσκους μπροστάρηδες της Γερμανικής σκηνής, αλλά η ποιότητα του είναι μία ακόμα απόδειξη του πόσο καλή μουσική κυκλοφόρησε στις αρχές των 70s σ’ αυτή τη χώρα. Συνέχεια για τους Frame δεν υπήρχε και μόνο κάποια μέλη τους συμμετείχαν σε δίσκους των συμπολιτών και φίλων τους, Pell Mell.

 

Chetarca – Chetarca
[Atlantic, 1975]

Οι Chetarca ήταν μία prog / jazz μπάντα από την Μελβούρνη της Αυστραλίας, που σχηματίστηκε το 1972. Αποτελούνταν από τον Paul Lever στα lead φωνητικά, φυσαρμόνικα και κρουστά, τον Andrew Vance στα πλήκτρα και τα φωνητικά, τον John Rees στο μπάσο και το βιολί, τον Geoff Gallent στα ντραμς και τον Bruce Bryan στο synthesizer. Η μπάντα δεν είχε κιθαρίστα, αλλά υπήρχαν δύο κημπορντίστες που επάκια αντικαθιστούσαν την lead κιθάρα. Ηχογράφησαν και κυκλοφόρησαν το ομώνυμο album τους το 1975, το οποίο θεωρείται πολύ σπάνιο και εκτιμάται πολύ μεταξύ των φανατικών prog rock οπαδών, όχι μόνο γιατί είναι δυσεύρετο, αλλά κυρίως για την ποιότητα της μουσικής που περιέχει. Ο ήχος βασίζεται στα πλήκτρα με γερή δόση blues, ειδικά στα μέρη με φυσαρμόνικα. Το highlight του δίσκου είναι το 23-λεπτο epic The Oceanic Suite. Όταν η μπάντα διαλύθηκε, ο μπασίστας John Rees ήταν ιδρυτικό μέλος των Men At Work. Οι Chetarca θεωρούνται ως μία αυστραλιανή εκδοχή των ELP, αλλά αυτό δεν είναι ακριβώς αληθές. Η επιρροή των τιτάνων υπάρχει, αλλά η μπάντα έχει χτίσει τον δικό της ήχο. Ένα πολύ δυνατό album που αξίζει την προσοχή των φίλων του prog.

 

Fuzzy Duck – Fuzzy Duck
[MAM, 1971]

Οι Fuzzy Duck δημιουργήθηκαν από τον μπασίστα Mick Hawksword μετά την διάλυση των Andromeda. Μαζί του ο κημπορντίστας Roy Sharland με μια μικρή θητεία με τον Crazy World of Arhtur Brown αλλά και στους Spice (αρχική μορφή των Uriah Heep), ο ντράμερ Paul Francis που έχει παίξει με τον μπασίστα των Rolling Stones Bill Wyman και τέλος ο κιθαρίστας/τραγουδιστής Grahame White για τον οποίο υπάρχουν ιστορίες πως όταν μοιράστηκε την σκηνή με τον Richie Blackmore άφησε καλύτερες εντυπώσεις από τον άντρα με τα μαύρα. Όπως φαίνεται από το CV των μουσικών οι Fuzzy Duck κινήθηκαν σε heavy psych/ blues ρυθμούς, με πολύ Hammond και μουντή παραγωγή όπως τα περισσότερα άλμπουμ εκείνων των χρόνων. Το Mrs. Prout ξεχωρίζει για το αρκετά πιο jazz feeling ενώ τα More Than I Am και Country Boy έχουν ξεχωρίζουν με τον πιο jam χαρακτήρα τους. Ο ήρωας του album cover εμφανίζεται και στο A Word from Big D με τους Fuzzy Duck να μην φοβούνται να πειραματιστούν με το καζού. Ένας δίσκος που θα μπορούσε εύκολα να ξεχαστεί ανάμεσα στα μεγαθήρια του ήχου της εποχής αλλά με ωραία μουσικότητα και δυνατές συνθέσεις. Οι Fuzzy Duck ήταν μάλλον ένα σκαλοπάτι για τους μουσικούς να κάνουν άλλα πράγματα αλλά ποιος ξέρει εάν συνέχιζαν, θα μπορούσαμε να μιλάμε για άλλη μια κλασσική μπάντα μαζί με τους Uriah Heep και τους Deep Purple.

 

L ‘Uovo di Colombo – L ‘Uovo di Colombo
[Columbia, 1973]

Οι L ‘Uovo di Colombo ήταν μία τετραμελής μπάντα από την  Ρώμη που σχηματίστηκε από μέλη των I Fholks και των Flea. Πρόκειται για μία από τις πολλές περιπτώσεις που η μοναδική και εξαιρετική κυκλοφορία συγκροτήματος δεν έτυχε ιδιαίτερης υποστήριξης από την εταιρεία του. Η δεκαετία του ‘70 έχει προχωρήσει για τα καλά και η ιταλική σκηνή έχει απλώσει  τον ήχο και το ύφος της. Με τα πλήκτρα στην πρώτη γραμμή, με περιστασιακές παρεμβάσεις από κλασσική και ηλεκτρική κιθάρα και έντονες επιρροές από ELP, οι L ‘Uovo di Colombo συνδυάζουν τον κλασσικό προοδευτικό ήχο της εποχής με πολλά συμφωνικά στοιχεία. Θα μπορούσαμε να το χαρακτηρίσουμε κάτι σαν «ηλεκτρική μελωδία». Το άλμπουμ περιλαμβάνει οχτώ υψηλής αισθητικής και δεξιοτεχνίας τραγούδια που στο σύνολο τους αποτελούν ένα κόσμημα του Rock Progressivο Italiano. Μετά την κυκλοφορία του, η μπάντα διαλύθηκε. Τα μέλη τους είχαν έντονη παρουσία στην ιταλική σκηνή, καθώς ο Toni Gionta έγινε ο τραγουδιστής των Cherry Five αλλάζοντας το όνομα του σε Tony Τartarini. Ο Εlio Volpini (μπάσο, κιθάρα) μετά την διάλυση ξανασυναντήθηκε με τα μέλη των Flea και σχημάτισε το jazz-rock σχήμα Etna, ενώ o Ruggero Stefani (ντραμς) προσχώρησε στους Samadhi και αργότερα σε άλλα πιο μικρά σχήματα.

 

Circus – Circus
[Transatlantic Records, 1969]

Οι Circus γεννήθηκαν μέσα από τις στάχτες των Stormville Shakers τέλη δεκαετίας του ‘60 παίζοντας μια εκλεπτυσμένη αλλά εύπεπτη  jazz/pop λευκή soul. Η κατάσταση άλλαξε μετά την αποχώρηση του πληκτρά/τραγουδιστή και βασικού τους συνθέτη Phillip Goodhand-Tait. Το 1969 όταν κυκλοφόρησαν τον ένα και μοναδικό δίσκο τους ήταν μια διαφορετική μπάντα, πιο ελεύθερη με αυτοσχεδιαστικές τάσεις και ξεκάθαρα jazz-rock στοιχεία. Στον δίσκο τους αρκέστηκαν σε ευφάνταστες διασκευές καλλιτεχνών, όπως οι: Tim Hardin, The Mamas and the papas, Sonny Rollins, Charles Mingus και Beatles. Τις τρεις συνθέσεις τους υπογράφει ο σαξοφωνίστας/φλαουτίστας Mel Collins. Η γενική απόδοση παρουσιάζεται απαλλαγμένη από τις υπερβολές τις εποχής και κυμαίνεται σε αξιοπρεπή επίπεδα με ελεγχόμενες εξάρσεις. Πέρα από το προφανές που δεν είναι άλλο από το ήδη μεστό και λυρικό παίξιμο στα πνευστά, αξιόλογο εδώ και το jazz drumming του Chris Barrows που αργότερα ασχολήθηκε περισσότερο με τον Βουδισμό παρά με την μουσική, ενώ ο κιθαρίστας  Ian Jelfs συμμετείχε σε δουλειές των Γάλλων progsters Alice. Όσον αφορά τον Collins, δεν θα προλάβουμε να κατονομάσουμε τις αμέτρητες συμβολές σε έργα εξαιρετικών καλλιτεχνών (π.χ. Kevin Coyne, Humble Pie, Bad Company, Uriah Heep, Anthony Phillips, David Sylvian, Tears for Fears κ.α.) και φυσικά διετέλεσε σημαντικό μέλος των King Crimson και Camel. H ιστορική αξία αυτού του έργου ουσιαστικά έγκειται στο ότι ορίζεται ως το σημείο εκκίνησης  της υπέρλαμπρης καριέρας του.

 

GoodThunder – GoodThunder
[Elektra, 1972]

Οι GoodThunder ήταν ένα psych/prog /hard rock κουιντέτο από το Λος Άντζελες που σχηματίστηκε το 1972 και περιελάμβανε τους James Cahoon Lindsay (φωνητικά και κρουστά), John Desautels (ντραμς), David Hanson (κιθάρα και φωνητικά), Bill Rhodes (μπάσο) και Wayne Cook (πλήκτρα). Η σύντομη ύπαρξή τους τους επέτρεψε να κάνουν μόνο το ομώνυμο album τους το 1972, το οποίο αποτελείται από οκτώ κομμάτια και παραγωγό τον διάσημο Paul A. Rothchild (The Doors, Janis Joplin, Rush). Τα οκτώ κομμάτια συνδέονται με όλες τις κυρίαρχες rock φόρμες της εποχής, από πρώιμο metal (στα κιθαριστικά solo) έως συμφωνικό prog (θέματα πλήκτρων, περίπλοκες αλλαγές ρυθμών και δομών), ακόμα και psych και folk.  Συνολικά, ο ήχος τους μπορεί να συγκριθεί με αυτό των Deep Purple και των πρώιμων Uriah Heep και μπορεί να ακούσει κανείς έντονο στοιχείο Yes  όταν τα πλήκτρα του Matt Wayne Cook βρίσκονται στο προσκήνιο. Υπάρχουν πολύ ενδιαφέρουσες διαδράσεις μεταξύ των οργάνων και μερικά υπέροχα jams. Το πιο prog  κομμάτι, Barking At the Ants, αναδεικνύει το ταλέντο τους στο να γράφουν υπέροχο και πλούσιο υλικό. Μετά τη διάλυσή τους, μερικά μέλη συμμετείχαν σε τοπικά pop/AOR σχήματα. Ο Cook έπαιξε με τους Steppenwolf και τους Player. Παρά την υψηλή ποιότητα του δίσκου, οι GoodThunder παραμένουν μέχρι σήμερα άγνωστοι στο ευρύ κοινό, το οποίο είναι άδικο, καθώς κυκλοφόρησαν ένα από τα καλύτερα ντεμπούτα του 1972.

 

Kvartetten Som Sprängde – Kattvals
[Gump, 1973]

Το Kattvals του 1973 υπήρξε το πρώτο album της καριέρας του Σουηδού κιθαρίστα και παραγωγού, Finn Sjöberg, ο οποίος συμμετείχε και στον πιο σημαντικό δίσκο της χώρας του (το ομώνυμο άλμπουμ των Abba). Το όνομα της μπάντας προήλθε από το ομώνυμο βιβλίο (μετάφραση: «το κουαρτέτο που διαλύθηκε») του Birger Sjöberg (1885-1923 – καμία σχέση με τον Finn), καθώς αρχικά επρόκειτο για κουαρτέτο. To heavy prog των Kvartetten Som Sprängde, που πότε πηδάει σε πιο obscure prog rock φόρμες και πότε φλερτάρει με την καλοδεχούμενη κιθαριστική, κλασική rock προσέγγιση των Santana, είναι ίσως από τις λίγες instrumental προτάσεις του σουηδικού prog των 70’s που συμπιέζεται ο folk χαρακτήρας. Παρά τον ξεκάθαρα international prog rock ήχο και την άριστη παραγωγή του, το Kattvals δεν είχε την ανταπόκριση που άξιζε και το τρίο και όχι κουαρτέτο των Kvartetten Som Sprängde όντως διαλύθηκε, επιβεβαιώνοντας το όνομά του και χαρίζοντας μας ένα και μοναδικό διαμάντι. Ο Sjöberg κυκλοφόρησε το 1978 και τον πρώτο του solo δίσκο (Finn) που αν και κινείται σε πιο jazz/blues διαδρομές, σε έναν βαθμό περιλαμβάνει το πνεύμα των Kvartetten Som Sprängde όταν ο Finn αποφασίζει να γράψει πιο ελεύθερα.

 

Pascal Duffard – Dieu est fou
[CBS, 1976]

Η επιρροή των σπουδαίων Magma στα prog πεπραγμένα εντός Γαλλίας είχε αρχίσει ήδη να είναι εμφανής σε πολλά εξαιρετικά σχήματα όπως οι Zao, Vortex και Art Zoyd. Σε ακόμη πιο underground πλαίσια, υπήρξε μια απίστευτη έξαρση από νέα σχήματα και καλλιτέχνες που με όχημα την κληρονομιά της παρέας του Christian Vander ήθελαν να εξερευνήσουν νέους μουσικούς ορίζοντες. Το 1976, ο τραγουδιστής, πιανίστας και στιχουργός Pascal Duffard, μαζεύοντας ούτε λίγο ούτε πολύ 18 μουσικούς (μεταξύ αυτών 5 σοπράνο τραγουδίστριες, μέλη των Zao και Magma, τον γνωστό σε όλους μας Tim Blake και τον σπουδαίο τρομπετίστα Pierre Thibaud) ονόμασε το καλλιτεχνικό του όραμα Dieu Est Fou (ο Θεός είναι τρελός) και μας παρέδωσε ένα αριστούργημα που δεν αξίζει να μένει στην αφάνεια μέχρι σήμερα. Συνολικά έχουμε να κάνουμε με μία rock opera με στοιχεία από jazz και avant-prog και με μία χαρακτηριστική υπερβολή που όχι μόνο δεν ενοχλεί αλλά τουναντίον συναρπάζει. Τα οπερετικά γυναικεία φωνητικά παραπέμπουν ευθέως στους Magma, κουμπώνοντας ιδανικά με το πιο αφηγηματικό à la Serge Gainsbourg στυλ του Pascal Duffard, ενώ μουσικά οι εναλλαγές από τις πιο ακουστικές medieval / chanson στιγμές στα πιο πομπώδη και jazzy έως και creepy περάσματα καθιστούν το Dieu Est Fou μία άνευ προηγουμένου εμπειρία που πρέπει να βιώσει ο κάθε ακροατής.

 

Electric Sandwich – Electric Sandwich
[Brain, 1972]

Οι Electric Sandwich δημιουργήθηκαν στη Βόννη το 1967. Το μοναδικό τους full-length ηχογραφήθηκε το 1972 με παραγωγό τον Dieter Dierks και αποτελεί χαρακτηριστικότατο δείγματα της Γερμανικής σκηνής των 70s, ενώ το ιδιαίτερο εξώφυλλο του Heinz Dofflein είναι και αυτό εναρμονισμένο με εκείνη την εποχή. Ο δίσκος ανοίγει με το China, ένα από τα καλύτερα krautrock κομμάτια όλων των εποχών, ένα μνημειώδες spaced out jam 8 λεπτών. Το ύφος αλλάζει εν μέρει στη συνέχεια, χωρίς να χάνεται τελείως ο space αέρας. Τα επόμενα κομμάτια έχουν φωνητικά και κινούνται μεταξύ progressive rock και jazz-rock με heavy ξεσπάσματα σε σημεία. Παράλληλα δεν λείπουν πιο ιδιαίτερες στιγμές όπως ένα τελείως blues κομμάτι σαν το Archie’s blues, ενώ στα I Want You και Material Darkness συναντούμε μια πολύ ωραία εσωτερικότητα και μια ιδιαίτερη ατμόσφαιρα που ήταν τόσο εύκολο για τους Γερμανούς μουσικούς της εποχής να αναπαράγουν. Το Electric Sandwich μπορεί να μην μπαίνει στις απόλυτες krautrock κορυφές, αλλά στέκεται σίγουρα δίπλα τους. Μετά από δύο εφτάιντσα οι Electric Sandwich διαλύθηκαν χωρίς κανένα από τα τέσσερα μέλη τους να παίξουν κάπου άλλου. Μετά από χρόνια επανήλθαν και σήμερα υπάρχουν μόνο ως live μπάντα. Το 2018 κυκλοφόρησε, σε 100 αντίτυπα, η συλλογή Lava, με ακυκλοφόρητες ηχογραφήσεις από το 1974.

 

Thors Hammer – Thors Hammer
[Metronome, 1971]

Οι Δανοί Thors Hammer σχηματίστηκαν περί τα μέσα του 1970 και ανήκουν στην ίδια γενιά συγκροτημάτων όπως οι Secret Oyster, οι Midnight Sun και οι Burnin’ Red Ivanhoe. Το φερώνυμο album με το άθλιο εξώφυλλο και την υπέροχη μουσική αποτελεί μία ευσύνοπτη περιήγηση στο κεντρικό, βορειοδυτικό και βορειοευρωπαϊκό jazzy prog. Το σεξτέτο ακολουθεί το μοτίβο σχημάτων με έδρα τις εν λόγω γεωγραφικές ορίζουσες και συγγενεύει υφολογικά με μπάντες όπως οι Traffic, Nosferatu, Titus Groan και Blue Sun. Προ Thors Hammer, τα μέλη τους δεν διακρίνονταν για τις καλλιτεχνικές τους ενασχολήσεις, με εξαίρεση τον μπασίστα Henrik Bødtcher, o οποίος συμμετείχε σε ουκ ολίγα συγκροτήματα με pop αλλά και με fusion rock πρόσημο και τον σαξοφωνίστα Jesper Nehammer, ο οποίος, πριν την ένταξή του στους Thors Hammer συμμετείχε στο Peace, τον μοναδικό δίσκο των Tordenskjolds Soldater, ένα εκπληκτικό album νεωτερικής και σκοτεινής jazz. Ο εν λόγω μουσικός, μαζί με τον Henrik Bødtcher και τον κιμπορντίστα Henrik Langkilde, αποτελεί και το δυνατό όπλο των Thors Hammer και εκτός από ταλαντούχος είναι και ο πιο πολυπράγμων, με παρουσία σε πληθώρα συγκροτημάτων.

Το Thors Hammer αποτελεί ένα εξαιρετικό δείγμα δανέζικου prog. Αν συνέχιζαν, οι περισσότεροι εκ των σπουδαίων μουσικών του σχήματος δεν θα χάνονταν από το προσκήνιο και το εκλεπτυσμένο 70s prog της Δανιμαρκίας θα είχε ένα ακόμη λόγο να καυχιέται για τη σπουδαιότητά του.

 

Anna Själv Tredje – Tussilago Fanfara
[Silence, 1977]

Με φόρα από τα τεκταινόμενα της Berlin School Electronica (Schulze και Tangerine Dream), τον αμερικανικό organ μινιμαλισμό επί του ήχου (Terry Riley) και μια τελετουργικότητα με απω-ανατολίτικη αύρα (κοντά στον Deuter και τους πρώιμους Popol Vuh) και σκανδιναβικό παγανισμό, οι Anna Själv Tredje ξετυλίγουν ηχητικό μυστικισμό τους. Πρόκειται για ένα σουηδικό ντουέτο που πάλευε από τα μέσα των ’70s με ηλεκτρικά, ηλεκτρονικά, αλλά και ακουστικά όργανα, να αποκρυσταλλώσει άποψη και αισθητική σε ένα και μονάκριβο LP, το Tussilago Fánfara, το οποίο εκδόθηκε από την ξεχωριστή Silence. Μια σκοτεινή, μυστηριώδης, γκροτέσκα μάζα συχνοτήτων δρα διεισδυτικά σαν ένα όνειρο από θραύσματα πραγματικών αναμνήσεων που μπλέκονται με μια καλπάζουσα φαντασία. Τη μια στιγμή ακούγεται διαστημικό, λόγω των απόκοσμων αποχρώσεων από τα synths και την κιθάρα και την άλλη γήινο, ενστικτώδες και σχεδόν πρωτόγονο, μέσα από την αξιοποίηση του ανθρωπίνου σώματος και δη των χεριών στα κρουστά, καθώς και από την ίδια τη στάμπα των ιεροπρεπών μελωδιών που μοιάζουν να εξέρχονται από το μακρινό παρελθόν. Οι πολυοργανίστες Ingemar Ljungström και Mikael Bojén καταγράφονται μέσω αυτού μια για πάντα στο θυμικό εκείνων που ξύνουν κάτω από την επιφάνεια των μουσικών εξελίξεων. Όσο για τις μετέπειτα δημιουργικές διαδρομές τους, μόνο αυτή του Ljungström έχει ενδιαφέρον (με τους Ragnarok και Cosmic Overdose ή συνεργατικά με τον Dan Söderqvist), μα δεν βρίσκεται σε Anna Sjalv Tredje επίπεδο.

 

Hermann Szobel – Szobel
[Arista, 1976]

Η ιστορία του wonderkid πιανίστα, που κυκλοφόρησε έναν και μόνο δίσκο το 1976 και μετά χάθηκε, χωρίς μέχρι σήμερα να γνωρίζει κανείς που βρίσκεται, ήταν ένας από τους πραγματικούς “μύθους” της αμερικάνικης jazz σκηνής. Ανιψιός του Γερμανο-Αμερικανού Bill Graham, του πιο σημαντικού συναυλιακού promoter των Η.Π.Α στα 70’s, o 17χρονος Hermann Szobel ξεκίνησε από την Αυστρία και με περίσσιο θράσος μπούκαρε στο περίφημο Hit Factory studio της Νέας Υόρκης, δηλώνοντας ότι ήταν ο καλύτερος πιανίστας του κόσμου. Χωρίς μεγάλη προσπάθεια να πείσει τους παραγωγούς, μιας και η τεχνική του ήταν συγκλονιστική, λίγους μήνες αργότερα κυκλοφορεί το ομώνυμο άλμπουμ του με την μουσική που περιλαμβάνει να αποτελεί μια πρωτόγνωρα ώριμη μίξη της jazz fusion και της κλασικής μουσικής, σε τέτοιο βαθμό που δυσκολεύεσαι να πιστέψεις ότι την έχει συνθέσει ένας σχεδόν ανήλικος. Ο Szobel στα sessions του επόμενου album καταρρέει ψυχολογικά, ανοίγει την πόρτα και φεύγει από το studio και από τότε αγνοείται. Ένα documentary της Katarzyna Kozyra σχετικά με fake Χριστούς στην πόλη της Ιερουσαλήμ το 2015, περιλαμβάνει ένα ηχητικό ντοκουμέντο ενός άστεγου καλλιτέχνη που έτρωγε ό,τι έβρισκε στον δρόμο, ο οποίος περιγράφει την ιστορία του και ισχυρίζεται ότι είναι ο Szobel.

 

Bella Band – Bella Band
[Cramps Records, 1978]

Το κουιντέτο των Bella Band σχηματίστηκε στην Φλωρεντία το 1977 και ένα χρόνο μετά κυκλοφόρησε το ομώνυμο ντεμπούτο από τη θρυλική Cramps Records (γνωστή για τις κυκλοφορίες των Area, Arti+Mestieri, Electric Frankenstein). Αν και εξακολουθεί να μην εκτιμάται δεόντως μέχρι σήμερα, το Bella Band μπορεί άνετα να χαρακτηριστεί ως ένα από τα κορυφαία δείγματα ιταλικού prog / fusion στο δεύτερο μισό των 70s. Η εντυπωσιακά καλή παραγωγή αναδεικνύει το τεράστιο ταλέντο όλων των μελών και αν και αμιγώς ορχηστρικό, το album κρατά αμείωτο το ενδιαφέρον με τις συνεχείς αλλαγές, τις εξαιρετικές ιδέες και κυρίως τον ενεργοβόρο χαρακτήρα καθόλη τη διάρκειά των τεσσάρων κομματιών του. Οι παρομοιώσεις με τους κορυφαίους Arti+Mestieri είναι απόλυτα βάσιμες, αλλά οι Bella Band είχαν και κάτι εντελώς δικό τους. Το γενναίο jazz-rock / jazz-fusion τους ήταν ποτισμένο και από τη μαγεία του Canterbury. Δυστυχώς λίγο μετά οι Bella Band διαλύθηκαν. Είναι πραγματικά απορίας άξιο πώς γίνεται να μην έχει επανακυκλοφορήσει σε βινύλιο αυτός ο δίσκος μέχρι σήμερα…       

Ο ντράμερ τους Mauro Sarti ήταν μέλος των Campo di Marte, ενώ ο κημπορντίστας τους Riccardo Cioni έπαιξε σε funk / disco σχήματα, ακολούθησε solo καριέρα και πέθανε στις 7 Ιανουαρίου 2021 λόγω του covid-19.