Marillion – An Hour Before It’s Dark

[earMUSIC, 2022]

Εισαγωγή: Κώστας Μπάρμπας

Οι Marillion αποτελούν μια ιδιαίτερη περίπτωση μπάντας για τρεις λόγους. Πρώτον σε μια εποχή που ο όρος progressive rock ισοδυναμούσε σχεδόν με βρισιά, αυτοί κατάφεραν να αποτελέσουν έναν από τους βασικούς κρίκους σύνδεσης του είδους με το μέλλον του. Δεύτερον, παρότι η πρώτη τους και πιο πετυχημένη περίοδος συνδυάστηκε με την χαρακτηριστική μορφή του Fish, κατάφεραν να μακροημερεύσουν καλλιτεχνικά και με τον τελείως διαφορετικό υφολογικά Steve Hogarth, αλλάζοντας μάλιστα το στυλ τους αρκετά και παραμένοντας πάντα επίκαιροι. Τρίτον, με την πάροδο των ετών έχουν καταφέρει να δημιουργήσουν μαζί με τους ακροατές τους, έναν δικό τους μικρόκοσμο. Είναι μία από τις πρώτες μπάντες που καθιέρωσε το crowdfunding, ενώ έχουν διοργανώσει και festival που φέρει το όνομά τους. Τα τελευταία χρόνια ο ρυθμός με τον οποίο κυκλοφορούν studio δίσκους έχει μειωθεί κάπως. Το Sounds That Can’t Be Made (2012) αποτέλεσε την καλύτερη του κυκλοφορία μετά το αριστουργηματικό Marbles (2004), ενώ το F.E.A.R. (2016) δίχασε το κοινό, παρόλο που αγαπήθηκε από αρκετούς φανατικούς φίλους της μπάντας. Φέτος, μετά από δύο χρόνια εγκλεισμού και έχοντας κλείσει 40 χρόνια στη δισκογραφία, επιστρέφουν με το An Hour Before It’s Dark, παρουσιάζοντας τις νέες ιστορίες που σκαρφίστηκε ο Hogarth και έντυσαν μουσικά οι υπόλοιποι.


 

40 χρόνια καλλιτεχνικής ακεραιότητας

Η αλήθεια είναι πως μετά από μία τόσο μεγάλη καριέρα και επιπροσθέτως μετά το καμπανάκι του αρκετά απλωμένου και κουρασμένου συνθετικά F.E.A.R., δεν ξέρω τι προσδοκίες μπορεί έχει κανείς από τους Marillion ή το κυριότερο αν πρέπει να υπάρχουν προσδοκίες. Μάλλον και οι ίδιοι ένιωσαν κάτι αντίστοιχο και παρουσιάζονται έξι χρόνια μετά σαφέστατα πιο χαλαροί, χωρίς κάποιο μεγαλεπήβολο πλάνο και χωρίς ίχνος άγχους. Αυτός είναι νομίζω και ο κυριότερος λόγος που κάνει το An Hour Before It’s Dark μια πετυχημένη κυκλοφορία και μία άξια προσθήκη στον μακρύ κατάλογό τους.

Οι Marillion του 2022 φυσικά και δεν διαφοροποιούνται σχεδόν καθόλου σε ύφος και ήχο. Έχουν από την μέση των 90s που έχουν πάνω-κάτω κατασταλάξει στο τι πρεσβεύουν. Οπότε, όπως θα περίμενε κάθε φίλος τους, παρουσιάζουν και εδώ μια χούφτα ιστορίες, γραμμένες με τον τόσο ιδιαίτερο και ανθρώπινο τρόπο του Hogarth. Εκτός του προσωπικού του φόρου τιμής στον Leonard Cohen με το υπέροχο The Crow and the Nightingale, τα υπόλοιπα κομμάτια περιέχουν ανθρώπινες ιστορίες, στις οποίες δίνει με τον τρόπο γραφής του μια οικουμενική υπόσταση. Φυσικά και η ερμηνεία του προσθέτει το κατάλληλο συναισθηματικό βάρος που μπορεί να κάνει κάθε ακροατή να ταυτιστεί με την ιστορία ενός ανθρώπου που βρίσκει ένα πολύτιμο λίθο στην Αφρική και αποφασίζει να μην τον πουλήσει, κρατώντας τον ως προσωπικό θησαυρό. Τα χρόνια δυστυχώς έχουν περάσει και πλέον δεν έχει το εύρος και την δύναμη του παρελθόντος (κάτι που είχε επηρεάσει και την ερμηνεία του στο F.E.A.R.), αλλά το ερμηνευτικό ταλέντο του (ισάξιο μεγάλου ηθοποιού) φυσικά και δεν μπορεί να αλλοιωθεί. Είναι απορίας άξιο το πως όλα αυτά τα χρόνια πλησιάζει συνέχεια το σύνορο του μελό, αλλά με την μεστότητα της φωνής του, ποτέ δεν το ξεπερνάει.

Φυσικά εκτός του Η. και οι υπόλοιποι τέσσερις είναι ξανά πίσω, συνεπικουρούμενοι από μια χορωδία υπό το όνομα Choir Noir σε τρία κομμάτια. Ο Mark Kelly για μία ακόμα φορά ξεδιπλώνει το ταλέντο του στην δημιουργία των χαρακτηριστικών του ηχοτοπίων, που λειτουργούν ως συνθετικές βάσεις, ενώ χρησιμοποιεί αρκετά και το πιάνο, γλυκαίνοντας αρκετά τα κομμάτια. Από την άλλη ο Steve Rothery έχει σαφέστατα πιο ηγετικό ρόλο στην ροή της μουσικής σε σχέση με το F.E.A.R., είτε ρυθμικά, είτε σε lead ρόλο. Αφήνει μάλιστα και δύο ακόμα μεγάλα σόλο στην σπουδαία παρακαταθήκη του, το ένα στο The Crow and the Nightingale και το άλλο στο Care.

Το μοναδικό (αν μπορεί κανείς να το πει έτσι) πρόβλημα του δίσκου, είναι η ρυθμική του μονοτονία. Οι συνθέσεις, όσο καλές και αν είναι, στερούνται του στοιχείου της έκπληξης που μπορεί να τους δώσει ένας διαφορετικός ρυθμός ή ένα ιδιαίτερο γύρισμα. Αυτό βέβαια είναι ένα χαρακτηριστικό των Marillion το οποίο τους ακολουθεί εδώ και αρκετά χρόνια και πιθανότατα αποτελεί καλλιτεχνική επιλογή τους. Απλά με το πέρασμα των ετών μοιάζει να στερεί στον ακροατή μέρος της απόλαυσης, πράγμα που δεν συνέβαινε σχεδόν καθόλου στο παρελθόν.

Σίγουρα κανείς δεν είχε απαίτηση από τους Marillion να βγάλουν έναν τόσο καλό δίσκο το 2022. Παρόλα αυτά, αυτοί το έκαναν με τον χαρακτηριστικό low profile τρόπο τους και όσο και αν μοιάζει δημιουργημένος by the book, περιέχει σε μεγάλο βαθμό την μαγεία που κουβαλάνε μαζί τους. Το An Hour Before It’s Dark μπορεί να μην έχει ένα πραγματικά μεγάλο κομμάτι (αν και το The Crow and The Nightingale, δεν απέχει πολύ από αυτόν τον χαρακτηρισμό), αλλά παραμένει σταθερά εξαιρετικό καθόλη τη διάρκεια του, δίνοντας συνέχεια στη δισκογραφία μιας μπάντας, που από κάποια στιγμή και μετά αποφάσισε να κάνει τα πάντα με τον τρόπο της, κρατώντας ως βασικό διακύβευμα την καλλιτεχνική της ακεραιότητα.

8 / 10

Κώστας Μπάρμπας

 

2η γνώμη

 

Οι Marillion με την παρούσα δουλειά επιβεβαιώνουν με θριαμβευτικό τρόπο πως είναι μια από τις σημαντικότερες μπάντες στο progressive rock. Ο δίσκος μουσικά είναι 100% Marillion με την χαρακτηριστική μελαγχολία της Hogarth era, λιγότερο ατμοσφαιρικός και πιο έντονος από τον προκάτοχό του. Ο Kelly παραμένει η σπονδυλική στήλη της μπάντας ηχητικά δίνοντας βάθος στο συνθέσεις με τους ποικίλους ήχους του. Ο Rothery στα πάντα υψηλά δικά του standards με εξαιρετικά μελωδικά solos που αποτυπώνονται μετά τις πρώτες ακροάσεις στο μυαλό. Οι Mosley / Trewawas παραδίδουν σεμινάριο στακάτου ρυθμικού διδύμου που παίρνουν τα ηνία από τους υπόλοιπους όπου και όποτε πρέπει. Όσο για τον Hogarth, πέραν του αειθαλούς της φωνής του, η θεατρικότητα των ερμηνειών του είναι μοναδική. Ο Hοgarth φαντάζει πως αισθάνεται καθετί που τραγουδά και αποτελεί αναμφίβολα το σημαντικότερο εκφραστικό μέσο της μπάντας. Στιχουργικά οι Marillion αφουγκράζονται την εποχή μας (λ.χ. Reprogram the Gene) ενώ μουσικά τα Care, Be Hard on Yourself, The Crow and the Nightingale μεταξύ άλλων στέκονται ισάξια με πολλά από τα κορυφαία τραγούδια της σπουδαίας καριέρας τους. Εκπληκτική δουλειά!

9 / 10

Τάσος Ποιμενίδης