Kosmogon – Mässan

[Tonbad Grammofon, 2021]

Εισαγωγή: Δημήτρης Καλτσάς

Οι Kosmogon είναι ένα νέο progressive σχήμα με τον Nicklas Barker των Anekdoten και την πιανίστρια Sophie Linder. Σύμφωνα με τον Barker: «To Mässan (Λειτουργία) ξεκίνησε με έναν drone ήχο που είχα παίξει σε ένα παλιό Logan String Ensemble με ένα phaser και μια συσκευή echo. Όταν το άκουσε η Sophie άρχισε να χτίζει γύρω του.»

Η κλασικά εκπαιδευμένη πιανίστρια Linder προσθέτει: «Ο Nicklas μου είχε συστήσει πρόσφατα την παλιά ηλεκτρονική πειραματική μουσική (Éliane Radigue, Bernard Parmegiani, Luc Ferrari) και δίσκους kraut όπως οι πρώτοι των Kraftwerk, Harmonia και Ash Ra Tempel. Μεταξύ των ηχογραφήσεων στο εξοχικό μας βόρεια, κάναμε βόλτες στο δάσος. Ακούγοντας τους ήχους της φύσης αισθανθήκαμε ότι το Mässan πρέπει να ακούγεται σαν τα πλάσματα της νύχτας που συγκεντρώνονται για να λατρεύουν τη φύση και αυτός είναι ο τίτλος: Mässan – συνθέτεται από την κληρονομιά της μελωδικότητας της παλιάς σουηδικής εκκλησιαστικής μουσικής, την ηλεκτρονική μουσική της δεκαετία του ’60 και του ’70 και ήχους από την όμορφη σουηδική φύση.»


 

Old school ηλεκτρονική μουσική από τα βάθη της Σουηδικής φύσης

Το Mässan προκύπτει ως το αποτέλεσμα μιας πολύ ενδιαφέρουσας σύμπραξης δύο μουσικών κόσμων, με την υποσημείωση πως η Linder είναι αυτή που απομακρύνεται από τις νόρμες της κλασικής εκπαίδευσης της, για να πλησιάσει τον κόσμο του Barker. Αυτή η δυναμική της σύμπραξης που φέρει το όνομα Kosmogon, είναι και αυτή που δίνει ζωή στις δύο μεγάλες συνθέσεις του δίσκου.

Το μουσικό όραμα του ντουέτου αντλεί τις βάσεις του από την ηλεκτρονική σκηνή της Γερμανίας των 70s, πατώντας στα αχανή τοπία της σχολής του Βερολίνου από τη μία (Klaus Schulze, Tangerine Dream κ.τ.λ.) και στις φυσιολατρικές new age αναζητήσεις των Popol Vuh από την άλλη. Τα δύο κομμάτια φέρουν μία βασική διαφορά που τα ξεχωρίζει. Το ομώνυμο εναρκτήριο, μοιάζει να έχει δομή και πλάνο στην εξέλιξή του, ενώ το Somnus που ακολουθεί επενδύει περισσότερο στην δημιουργία μιας κατάστασης και φέρνει στον ακροατή την αίσθηση της τυχαίας εξέλιξης. Οι συνθήκες μέσα στις οποίες περιγράφουν οι δύο μουσικοί πως δημιούργησαν τον δίσκο, περνούν ξεκάθαρα και στα δύο κομμάτια. Ο ακροατής λαμβάνει αυτούσια την συναισθηματική τους κατάσταση, αλλά και την επικοινωνία τους με το φυσικό τους περιβάλλον. Υπό αυτή την έννοια, το Mässan αποτελεί μια πετυχημένη κυκλοφορία.

Το βασικό μειονέκτημα του δίσκου είναι πως, ενώ το ντουέτο έχει πετύχει στον προαναφερθέν συντονισμό της πρόθεσης και του αποτελέσματος, δεν καταφέρνει να σταθεί συνθετικά στο ίδιο ύψος, οπότε το συναισθηματικό υπόβαθρο που ιχνηλατεί ο ακροατής, δεν μπορεί να γίνει πλήρως κτήμα του. Ο κυριότερος λόγος για αυτό είναι πως σε ένα μεγάλο βαθμό η συνθετική διαδικασία, μοιάζει να συμβαίνει παράλληλα με μια σπουδή των δύο μουσικών στους ήχους με τους οποίους επέλεξαν να πειραματιστούν.

Αυτό φυσικά δεν πρέπει να πτοήσει τους λάτρεις του 70s progressive electronic, αλλά και πιθανότατα ένα ευρύτερο ambient κοινό. Το αποτέλεσμα είναι σίγουρα ενδιαφέρον. Τα δύο κομμάτια που δημιούργησαν μπορεί να μην έφεραν κοσμογονία στην τέχνη της μουσικής, αλλά στέκουν ως παραδείγματα αυθεντικής μουσικής έκφρασης, αφού παρά το εκ Γερμανίας μουσικό όχημα, γίνεται ξεκάθαρη η καταγωγή, το περιβάλλον, αλλά και η σύνδεση των δύο μουσικών.

7 / 10

Κώστας Μπάρμπας

 

2η γνώμη

 

Το σουηδικό ντουέτο ξετυλίγει τις ιδέες του σε δύο μαραθώνιες συνθέσεις 25 και 23 λεπτών επηρεασμένο από γκρουπ/συνθέτες όπως οι Tangerine Dream, οι Ash Ra Tempel, ο Manuel Göttsching και ο Klaus Schulze.

Η ομώνυμη σύνθεση παραπέμπει απευθείας στις μέρες του ηλεκτρονικού kraut ήχου σε μία ηχητική διαδρομή που εμπνέεται από το τοπίο της Σουηδικής φύσης και τις εναλλαγές των ήχων του δάσους και του φωτός κατά τη διάρκεια της ημέρας. Ακόμα και οι ήχοι πουλιών και η οργανική αναπαραγωγή των ήχων της φύσης που ακούγονται κατά τη διάρκειά της, καταφέρνουν να εντάξουν τον ακροατή στην ανάλογη διάθεση.

Το Somnus με τη σειρά του γέρνει προς το ambient και έχει μία περισσότερο μοντέρνα αίσθηση .Προσωπικά μου θύμισε τους Νορβηγούς Biosphere και την ικανότητά τους να μεταφέρουν τις παγωμένες εικόνες του Βορρά και του μεγαλείου της φύσης μέσα από φαινομενικά μονότονους ήχους που αποκαλύπτονται έπειτα από πολλαπλές ακροάσεις. Το κλασικότροπο χορωδιακό μέρος δίνει μία επιπλέον μεγαλοπρέπεια.

Από όλες τις μουσικές αναβιώσεις προοδευτικών ειδών μουσικής προηγούμενων δεκαετιών που έχουν συμβεί τα τελευταία χρόνια, ίσως το περισσότερο αδικημένο είδος είναι η ηλεκτρονική μουσική της δεκαετίας του ‘70. Ο χρόνος θα δείξει αν η πανδημική κατάσταση που ευνοεί την εσωστρέφεια στρέψει τους καλλιτέχνες σε παρόμοιες εξερευνήσεις του ηλεκτρονικού προοδευτικού ήχου.

8 / 10

Πέτρος Παπαδογιάννης