Flying Colors – Third Degree

Sorry, this entry is only available in Greek.

[InsideOut, 2019]

Intro: Panos Papazoglou
Translation: Lefteris Statharas

After two albums, small tours, big breaks and very high expectations, Flying Colors are back with Third Degree and they bring their name back amidst strong progressive releases. Is Third Degree one of those releases? Probably not, since the title of supergroup probably is unfair and keeps Flying Colors in a one-way street that goes on without deviating from the initial vision. The stagnation seems to lead to dead ends in this third work.


 

Sure, but it has a nice album cover!

Amidst countless partnerships, in which the restless Mike Portnoy has worked in, already since his Dream Theater days, I thought that Flying Colors had all of the reasons -even if they had the overused tag of supergroup- to be the protagonists with Transatlantic, not only as a good, but also as a fresh and ambitious suggestion, since they had a different musical point of view. That is, not only in order to get rid of the casual stagnation that burdens supergroups, but also because the first taste of the band showed a maturity and a special approach to hard rock sound with some contemporary Muse-like touches but always through the “progressive” prism. Especially their debut was such an example of a record with a specific direction and new (more commercial) logic, with the band combining their technical prowess in adventurous compositions, and at the same time interacting with pure pop forms with the same comfort, creating an accessible sound for a different audience.

The same pattern was followed in Second Nature, with more prog elements and recognition (as much as a band that includes Portnoy and Morse needs), something that led to higher expectations for the next step of Flying Colors. It took them five years to meet and make Third Degree, time which is probably too much, considering the final result.

The element of surprise is missing, not even in the beautiful performance of Casey McPherson, who might be the least known person in the band, however he is the key member and this is more evident where he isn’t the lead vocalist while interacting with Neal Morse. It might be a bit unfair for Morse, since his contribution with the keyboards and in the identity of the compositions is always recognizable, but half of the tracks sound like the other half or at least that’s what is the impression the album leaves us with. On the other hand, the other Morse, Steve, is always a perfectionist and with such a characteristic sound definitely elevates the compositions where they need to, and it seems that he could offer more in the more experimental, adventurous moments of the album, when Flying Colors match their influences and play freely without any specific form.

Ergo, the dominant feeling here is that everything has been heard before or that this album is an amalgam of the previous two. Sure, we have Geronimo, mainly based on the baselines of Dave LaRue, that has some more funk / jazz influences, but that’s it. And yes, this might be deterministic in a portion of the “sound” that is constant in familiar and guaranteed styles, but when this is repeated by such productive musicians in regular intervals, this leads to a trivial perception. And this could be overlooked if the really good songs (The Loss Inisde, More, Last Train Home) where many more than the mediocre / indifferent songs, but something like that isn’t true. For sure, the more commercial aspect leads to more radio friendly forms according to the old requirements of the industry, but how many tasteless ballads will define the flow of these albums? Maybe that’s the “taste” that Third Degree leaves. Α creeping melodic acoustic touch, ready to invade the compositions and transform them into ballads, leading to a inhomogeneous and mediocre third album.

6 / 10

Panos Papazoglou

 

2nd opinion

 

After listening to the third album of Flying Colors, two questions emerge: a) is the flawless performance enough for a prog album? b) how does the exhaustive finish help in a musically eclectic album? Seven years after the quite hopeful Flying Colors and five years after the less daring Second Nature, Third Degree confirms the “curse” of most InsideOut bands. It’s true that once again the combination of the symphonic with the alternative (Muse) prog that is presented here (again) is interesting, that however is diminished during the listening sessions. The procedurality and the complete absence of “danger” dominate from start to finish and the level of the compositions is realtively low, with the exceptions (The Loss Inside, Geronimo, Crawl) not being enough to elevate the whole. The performance of everyone is great as expected, with probably Steve Morse shining the most, while Casey McPherson still shows that has a very interesting voice. In this case, the answer to the first two questions is “not at all”.

5 / 10

Dimitris Kaltsas

[InsideOut, 2019]

Flying Colors – Third Degree

Εισαγωγή: Πάνος Παπάζογλου
Μετάφραση: Λευτέρης Σταθάρας

Μετά από δύο δίσκους, μικρές περιοδείες, μεγάλα διαλείμματα και πολλές προσδοκίες, οι Flying Colors με το Third Degree επιστρέφουν και επικαιροποιούν την παρουσία τους εν μέσω πολύ δυνατών προοδευτικών κυκλοφοριών. Αποτελεί το Third Degree μια τέτοια κυκλοφορία; Μάλλον όχι, εφόσον ο τίτλος του Supergroup ίσως αδικεί και κρατά δέσμιους τους Flying Colors σε έναν μονόδρομο που συνεχίζει χωρίς να παρεκκλίνει του αρχικού οράματος. Και η στασιμότητα φαίνεται να οδηγεί σε αδιέξοδα σε αυτό το τρίτο πόνημα.


 

Ναι, αλλά έχει ωραίο εξώφυλλο!

Μεταξύ των αμέτρητων συνεργασιών, στις οποίες έχει βάλει το χεράκι του ο αεικίνητος Mike Portnoy, ήδη από την εποχή των Dream Theater, οι Flying Colors θεωρούσα ότι είχαν τα φόντα – έστω και φέροντες την αναγκαστική πολυφορεμένη ταμπέλα του Supergroup –  να πρωταγωνιστήσουν μαζί με τους Transatlantic, όχι μόνο σαν ένα ποιοτικότατο, αλλά και ως μια φρέσκια και φιλόδοξη πρόταση, υπό την έννοια μιας κάπως διαφορετικής μουσικής αντίληψης. Όχι μόνο όσον αφορά την αποτελμάτωση από τις αναμενόμενες προσδοκίες που ένα τέτοιο supergroup φορτώνεται, αλλά και επειδή τα πρώτα δείγματα έδειχναν μια ωριμότητα και μια προσέγγιση σε έναν στυλιζαρισμένο κατά βάση hard rock ήχο, με λίγες σύγχρονες αλά Muse πινελιές και πάντα με το πρόσημο της «προοδευτικότητας».  Ιδίως το ντεμπούτο των Flying Colors αποτέλεσε ένα τέτοιο παράδειγμα, ενός δίσκου με σαφέστατη κατεύθυνση και νέες (πιο εμπορικές) λογικές, με το συγκρότημα να συνδυάζει τις εκτελεστικές ικανότητες σε περιπετειώδεις συνθέσεις, αλλά και να συνομιλεί με καθαρές pop φόρμες με την ίδια άνεση, ώστε να είναι σχετικά προσβάσιμο και από ένα διαφορετικό κοινό.

Κάπως έτσι λοιπόν, ακολούθησε και το Second Nature, στο ίδιο μοτίβο πάνω κάτω, λίγη παραπάνω prog διάθεση και με διαρκή αναγνώριση (όση δηλαδή μπορεί να χρειάζεται συγκρότημα με τον Portnoy και τον Morse), κάτι που άφησε υποσχέσεις και δημιούργησε προσδοκίες για το επόμενο βήμα των Flying Colors. Πέντε χρόνια μεσολάβησαν για να ξαναβρεθούν μαζί και να διαθέσουν το Third Degree στο κοινό, διάστημα το οποίο ενδεχομένως να είναι μεγάλο, αναλογιζόμενοι και το τελικό αποτέλεσμα.

Δεν υπάρχει πλέον το στοιχείο της έκπληξης, ούτε καν στις πανέμορφες ερμηνείες του Casey McPherson, ο οποίος μπορεί να είναι ο λιγότερο προβεβλημένος σε σχέση με τους υπόλοιπους, είναι όμως το κλειδί της μπάντας, και αυτό φαίνεται στα σημεία που δεν πρωταγωνιστεί ως «πρώτη φωνή», αλλά «συνομιλεί» με τον Neal Morse. Ίσως είναι άδικο για τον Morse, μιας και η συνεισφορά στα πλήκτρα και στην ταυτότητα των συνθέσεων είναι πάντα αναγνωρίσιμη, αλλά πλέον τα μισά του κομμάτια ακούγονται σαν τα άλλα μισά, ή έστω αυτή είναι η εντύπωση που αφήνεται. Από την άλλη, ο έτερος Morse, ο Steve, πάντα τελειομανής και με τόσο χαρακτηριστικό ήχο, που σίγουρα απογειώνει τις συνθέσεις εκεί που χρειάζεται και φαίνεται ότι θα μπορούσε να προσδώσει περισσότερα στις πιο πειραματικές, περιπετειώδεις στιγμές του δίσκου, όταν οι Flying Colors συνταιριάζουν τις επιρροές τους και παίζουν πιο ελεύθερα, δίχως μια «μανιερίστικη» λογική.

Επομένως κυριαρχεί η αίσθηση ότι κάπου, κάπως οι συνθέσεις έχουν ακουστεί ξανά ή έστω αποτελούν συρραφή των δύο προηγηθέντων άλμπουμ. Ντάξει, υπάρχει και το Geronimo, το οποίο βασίζεται στις μπασογραμμές του Dave LaRue και συνδιαλέγεται με κάποιες πιο funk / jazz καταβολές, αλλά μέχρι εκεί. Και ναι μεν αυτό ίσως είναι πλέον νομοτελειακό σε μια μερίδα του «ήχου» που παραμένει σταθερός σε γνωστές και εγγυημένες τεχνοτροπίες, αλλά όταν επαναλαμβάνεται από τόσο παραγωγικούς μουσικούς σε τακτά χρονικά διαστήματα, οδηγεί σε μια τετριμμένη αντίληψη. Και αυτό ίσως θα μπορούσε να παραβλεφθεί αν οι πραγματικά καλές συνθέσεις (The Loss Inside, More, Last Train Home) του άλμπουμ υπερκερνούσαν τις μέτριες-αδιάφορες, αλλά κάτι τέτοιο μάλλον δεν ισχύει. Σίγουρα, η εξαρχής εμπορική κατεύθυνση ορίζει πιο ραδιοφωνικές φόρμες σύμφωνα με τις παλαιότερες επιταγές της βιομηχανίας, αλλά πόσες άνοστες μπαλάντες θα καθορίζουν τη ροή τέτοιων δισκογραφικών προσπαθειών; Γιατί ίσως αυτή είναι και η «επίγευση» που τελικά αφήνει το Third Degree. Μια υφέρπουσα μελωδική ακουστική πινελιά, έτοιμη να εισβάλει στις συνθέσεις και να τις «μπαλαντοποιήσει» οδηγώντας σε μιαν ανομοιογένεια ενός τελικά μέτριου τρίτου δίσκου.

6 / 10

Πάνος Παπάζογλου

 

2η γνώμη

 

Ακούγοντας το τρίτο album των Flying Colors αυτόματα προκύπτουν δύο ερωτήματα: α) αρκεί το άψογο παίξιμο σε έναν prog δίσκο; β) Πόσο βοηθάει τελικά το εξαντλητικό φινίρισμα σε ένα μουσικά πολυσυλλεκτικό album; Επτά χρόνια μετά το άκρως ελπιδοφόρο Flying Colors και πέντε χρόνια μετά το λιγότερο τολμηρό Second Nature, το Third Degree επιβεβαιώνει την «κατάρα» των περισσότερων συγκροτημάτων της InsideOut. Η αλήθεια είναι ότι το πάντρεμα του συμφωνικού με το εναλλακτικό (Muse) prog που παρουσιάζεται (και) εδώ έχει ενδιαφέρον, το οποίο όμως μειώνεται μοιραία κατά την ακρόαση. Η διαδικαστικότητα και η παντελής απουσία «κινδύνου» κυριαρχούν από την αρχή μέχρι το τέλος και το συνθετικό επίπεδο δυστυχώς βρίσκεται είναι σχετικά χαμηλό, με τις όποιες εξαιρέσεις (The Loss Inside, Geronimo, Crawl) να μην αρκούν για να απογειώσουν το σύνολο. Το παίξιμο όλων είναι αναμενόμενα εξαιρετικό, με κορυφαίο μεταξύ ίσων ίσως αυτό του Steve Morse, ενώ ο Casey McPherson επιβεβαιώνει ότι έχει μία πολύ ενδιαφέρουσα φωνή. Εν προκειμένω, λοιπόν, η απάντηση στα δύο αρχικά ερωτήματα είναι «καθόλου».

5 / 10

Δημήτρης Καλτσάς

Be the first to comment

Leave a Reply