Transatlantic – The Absolute Universe

[InsideOut, 2021]

Εισαγωγή: Πάνος Παπάζογλου

Όταν κυκλοφόρησαν κολλητά προ εικοσαετίας περίπου τα δύο πρώτα άλμπουμ των Transatlantic SMPTe (2000) και Bridge Across Forever (2001), οι σπουδαίοι μουσικοί που αποφάσισαν να συμπράξουν σε ένα ουσιώδες progressive rock ταξίδι, ήταν ήδη καταξιωμένοι, έκαστος με το δικό του συγκρότημα. Mike Portnoy, Neal Morse, Roine Stolt και Pete Trewavas, συνοδοιπόροι έκτοτε ανά διαστήματα που τους επιτρέπει το πρόγραμμά τους, αναλαμβάνουν το πηδάλιο και οδηγούν με ασφάλεια στα καλύτερα κρυμμένα μυστικά ενός διαχρονικού προοδευτικού χάρτη. Από τότε έχουν διανύσει μεγάλες αποστάσεις και έχουν παράξει ένα σημαντικό έργο, αδιαμφισβήτητα. Με το τρίτο τους άλμπουμ, The Whirlwind (2009) και την περιοδεία που ακολούθησε, έφεραν με πομπώδη τρόπο στην εποχή τους τη μουσική που τους έκανε να πρωτοξεκινήσουν και κέρδισαν νέους ακροατές. Αισίως λοιπόν, η παρέα των Transatlantic, πιστή στην «εκλεκτικιστική» πορεία της, επιστρέφει με το πέμπτο κατά σειρά άλμπουμ της φιλοδοξώντας να επαναφέρει τις ενδιαφέρουσες και περιπετειώδεις πτυχές, ύστερα από το άνισο Kaleidoscope (2014). Τα καταφέρνει;


 

Το υπερατλαντικό ιπτάμενο όχημα σε περιπλανήσεις που οδηγούν στα ίδια σημεία του χάρτη με προδιαγεγραμμένη πορεία στον αυτόματο πιλότο, με λίγα αξιοθέατα στην πορεία του

Από τις συμπράξεις εκείνες μουσικών καταξιωμένων ήδη με τα συγκροτήματά τους, που ανέδειξαν και απέδωσαν “coolness” στην έννοια του supergroup. Και αν η απόσταση που χωρίζει τους τωρινούς Transatlantic με τις πρώτες δύο ας πούμε δισκογραφικές τους προτάσεις είναι κάπως άδικη, έτσι και το βάρος μιας νέας τους κυκλοφορίας δεν μπορεί παρά να περιορίζεται στην απολύτως απαραίτητη, κάπως λιγότερο ενθουσιώδη αντίδραση των οπαδών τους. Γιατί είναι δεδομένο πλέον, ότι ούτε οι Transatlantic μπορούν να προσφέρουν ένα αριστούργημα σαν το Whirlwind, ούτε το προοδευτικό κοινό μπορεί να περιμένει από αυτούς να επανακάμψουν με αριστουργήματα σαν το Whirlwind.

Γράφω αυτές τις γραμμές ως οπαδός των Transatlantic, όπως και οποιοσδήποτε που εδώ και καμιά εικοσαετία πλέον έχει σιγοτραγουδήσει τις μελωδιάρες τους και έχει βιώσει την αναμονή νέου άλμπουμ, χωρίς hype και τυμπανοκρουσίες, αλλά μόνο με κείνη την αυθόρμητη υπενθύμιση δέους που προκάλεσε η πρώτη ακρόαση του Bridge Across Forever. Φερ’ ειπείν, η αντίστοιχη αναμονή του πέμπτου άλμπουμ ήταν μάλλον, το λιγότερο επιφυλακτική. Κάτι η εμφανής ανισότητα στην ποιότητα των συνθέσεων του Kaleidoscope, κάτι η αναπόφευκτη επανάληψη στα μοτίβα και τις φωνητικές μελωδίες που χαρακτηρίζουν τις (τελευταίες, πολλές) δουλειές του Neal Morse και κάτι η επίσης εμφανέστατη πτωτική πορεία της συνθετικής ορμής του Flower King, Stolt, το The Absolute Universe αποτελεί μια σύνοψη των παραπάνω στοιχείων εν ολίγοις.

Ναι, το παραδοσιακό progressive rock, το οποίο έχουν τιμήσει με κάθε του μεγαλοπρέπεια οι τέσσερις Υπερατλαντικοί μουσικοί στοιχειοθετεί από μόνο του ένα εκ των προτέρων σαφές και γνώριμο πεδίο ανάπτυξης των επικών ιδεών τους, αλλά δεν αρκεί. Όλοι οι προσκείμενοι στον κλασικό αυτό  ήχο γνωρίζουν ότι στο παρελθόν τα 20άλεπτα έπη, οι “suites”, τα τεράστιας διάρκειας θεματολογικά άλμπουμ, τα χαρακτηριστικά πολύχρωμα εξώφυλλα κ.τ.λ. είναι στοιχεία που η αέναη επανάληψή τους ανατροφοδοτεί την αξία και τη διαχρονικότητά του. Και κανείς δεν αμφισβητεί τη μοναδική χημεία και τις εκτελεστικές ικανότητες των Portnoy, Morse, Trewavas, Stolt (αυτό θα έλειπε κιόλας), αρκεί κανείς να δει κάποια από τις μαγνητοσκοπημένες τους εμφανίσεις. Δεν είναι εκεί το θέμα. Αλλά όταν η ανακύκλωση ιδεών σε πλήκτρα ή φωνητικές γραμμές που συνεισφέρει ο Morse από το Snow και έπειτα, ή από το Whirlwind και μετά όσον αφορά τους Transatlantic, όλα τα παραπάνω (τα οποία σαν οπαδοί του παραδοσιακού προοδευτικού 70’s ήχου τα θέλουμε!) ακούγονται με εκείνο το αμφιλεγόμενο πρόσημο της υπερβολής, σαν μια μεγαλεπήβολη προσπάθεια εντυπωσιασμού που αντί να καθοδηγεί σε νέα μονοπάτια, στριφογυρίζει σε αδιέξοδα που ανοίγουν τα overtures!

Και είναι κακό αυτό; Έτσι δεν είναι και οι προηγούμενοι δίσκοι τους; Όχι. Με τους Transatlantic γνωρίζεις και λατρεύεις το γεγονός ότι και αυτοί λατρεύουν μουσικές και ήχους ξεπερασμένους από τις μόδες, αλλά αναγεννημένους πολλάκις από μουσικούς που θεωρούν το progressive rock ανανεωτικό. Και η οπτική τους γύρω από τον ήχο, προ δεκαετίας είχε ακόμα μια «φρεσκαδούρα», νέες ιδέες και ένα όραμα να τον οδηγήσει παραπέρα. Να χρησιμοποιήσουν τη μοναδική τους σύμπραξη για να χαρακτηρίσουν τον κλασικότροπο προοδευτικό ήχο του 21ου αιώνα. Και εν πολλοίς τα κατάφεραν. Γιατί δίσκοι σαν το Bridge Across Forever, το Whirlwind, αλλά και εκείνες οι τρίωρες εμφανίσεις τους που λειτουργούσαν σαν μια οπτικοακουστική εμπειρία μοναδικής ομορφιάς, είναι στοιχεία που θα τους ακολουθούν ακόμα και αν η πορεία του Υπερατλαντικού οχήματος φαίνεται να φέρνει κύκλους γύρω από το ίδιο σημείο του χάρτη. Επίσης, η κυκλοφορία δύο εκδόσεων του Absolute Universe με διαφορετικές διάρκειες των ίδιων συνθέσεων, αλλά λίγες διαφοροποιήσεις ουσίας, είναι το στοιχείο εκείνο που έρχεται να αφήσει άλλη μια θολή εικόνα. Γιατί να μη φτιάξεις ένα άλμπουμ με τις πραγματικά καλύτερες στιγμές που οι τέσσερις μουσικοί συνθέτουν το διάστημα αυτό, αλλά να κυκλοφορήσεις δύο διαφορετικές εκδοχές της ίδιας ιδέας, σα να προσφέρεις την επίτομη έκδοση της ίδιας πρότασης;

Από κει και πέρα, σαφώς και υπάρχουν μερικές κλασικές, όμορφες ιδέες και συνθέσεις που διατρέχουν το άλμπουμ, όπως το εξαιρετικό Looking For the Light με φωνητικά του Portnoy (απολύτως επιτυχημένα) και σχεδόν 10άλεπτη διάρκεια ή το Owl Howl και τις χαρακτηριστικές κιθαριστικές εμπνεύσεις του Stolt. Και παρόλο που συνολικά, το άλμπουμ είναι ακριβώς αυτό που κάποιος θα περίμενε από τους Transatlantic του σήμερα, μετά από τόσες και τόσες συνεργασίες, συμμετοχές, πολυάριθμα άλμπουμ και περιοδείες, δηλαδή μια άψογη και καλοδουλεμένη στη λεπτομέρεια σύνοψη, δεν καταφέρνει να ενθουσιάσει σε καμία στιγμή και οι συγκρίσεις με το Whirlwind για παράδειγμα ή κομμάτια σαν το ομώνυμο Kaleidoscope, μοιραία το υποβιβάζουν. Γιατί οι Transatlantic, ακόμα και άθελά τους, τείνουν να παρασυρθούν στη δίνη της supergroup φήμης και να επωμιστούν το βάρος της ασφαλούς επανάληψης απέναντι στην τολμηρή πρόταση του φρέσκου. Φρέσκου, όχι με την έννοια του κατ’ ανάγκη νεωτεριστικού, αλλά του κλασικότροπου πειραματικού προοδευτικού ήχου που και οι ίδιοι πρεσβεύουν. 

Μια μέτρια πρόταση σε δύο εκδοχές, η οποία συνεχίζει να βαδίζει με την ποιοτική σταθερά των Transatlantic στην προσπάθεια δημιουργίας του «τέλειου» δίσκου, αλλά με μια σαφή τάση επανάληψης που δεν αφήνει παρά ελάχιστα ψήγματα του μεγαλείου τους στα σχεδόν 155 λεπτά (των δύο εκδοχών).

6 / 10

Πάνος Παπάζογλου

 

2η γνώμη

 

Στο πέμπτο άλμπουμ, The Absolute Universe, η συνεργασία μεταξύ Stolt, Morse, Portnoy και Trewavas φαίνεται κάπως αδύναμη. Το άλμπουμ δεν είναι κακό, αλλά οι συνθέσεις δεν έχουν τη σπίθα των προηγούμενων άλμπουμ. Το ίδιο ισχύει και για τις άλλες κυκλοφορίες των κύριων τραγουδοποιών του συγκροτήματος, Neal Morse και Roine Stolt, τα τελευταία χρόνια. Αυτό το κουαρτέτο αποτελείται από κορυφαίους μουσικούς που όλοι δίνουν εξαιρετικές εκτελέσεις των συνθέσεων. Παρά τα προβλέψιμα χαρακτηριστικά των τραγουδιών, υπάρχουν πολλές όμορφες μελωδίες και αρμονίες για να απολαύσετε. Τα The Greatest Story Never Ends και Looking for the Light είναι υπέροχα prog τραγούδια, αλλά τα υπόλοιπα δεν είναι σε αυτό το επίπεδο. Ο Neal Morse είναι σαφώς ο καλύτερος τραγουδιστής της μπάντας. Τα φωνητικά του Roine Stolt είναι περιορισμένα, αλλά έχουν μια συγκεκριμένη εκφραστική δύναμη και ο Mike Portnoy έχει επίσης εξελιχθεί ως τραγουδιστής. Ο Pete Trewavas είναι ο πιο αδύναμος κρίκος εδώ, ακούγεται αρκετά ανασφαλής στα μέρη του. Το τραγούδι Solitude, πιθανώς ένα από τα καλύτερα τραγούδια του άλμπουμ, καταστρέφεται από τη φωνή του. Το Absolute Universe θα αγαπηθεί από τους παλιούς οπαδούς της μπάντας. Όσοι περίμεναν να ακούσουν κάτι καινοτόμο μπορούν να προσπεράσουν αυτή την κυκλοφορία.

6.5 / 10

Goran Petrić