The Pineapple Thief – Versions of the Truth

[Kscope, 2020]

Εισαγωγή: Ελένη Παναγιώτου

Τραγούδια των Pineapple Thief υπάρχουν διάσπαρτα στις λίστες που έχω όταν διαβάζω, όταν οδηγώ, όταν ηρεμώ, όταν απλά ακούω μουσική. Πάντα βρίσκω κάποιο σημείο σύνδεσης σε κάποιον στίχο, σε ένα riff, σε κάποια μελωδία. Έχουν αυτήν την τέλεια ισορροπία μελαγχολίας και ελπίδας.

Μετά την κυκλοφορία του Magnolia, ο ντράμερ τους, Dan Osborne, αποχώρησε από το συγκρότημα και στη θέση του ανακοίνωσαν τον Gavin Harrison. Υπεραγαπημένος καλλιτέχνης, με εκπληκτικό στυλ, έδεσε κατευθείαν με το συγκρότημα. Το ύφος των επόμενων άλμπουμ άλλαξε, το συγκρότημα απέκτησε έναν διαφορετικό δυναμισμό και κατά τη γνώμη μου τα Your Wilderness (2016) και Dissolution (2018) είναι δύο από τις καλύτερες κυκλοφορίες τους. Φέτος κυκλοφόρησαν τον 13ο δίσκο τους και τον τρίτο σε σειρά με τον Gavin Harrison, με τίτλο Versions of the Truth.


 

Ένα soundtrack αυτής της περίεργης χρονιάς

Αυτός ο χρόνος είναι αλήθεια δύσκολος, θυελλώδης και λίγο περισσότερο μελαγχολικός σε σχέση με την «κανονικότητα» για όλους μας. Υποθέτω ο περιορισμός και η απομόνωση αλλά και ο φόβος για αυτές τις πρωτόγνωρες καταστάσεις επηρέασαν τον καθένα μας και την ψυχολογία μας. Αυτή την αίσθηση μου δημιούργησαν και οι «Εκδοχές της Αλήθειας» των Pineapple Thief. Ένα πέπλο μυστηρίου που καλύπτει την πραγματικότητα, ο καθένας την ερμηνεύει με τον τρόπο του, ο καθένας έχει τη δική του άποψη, τη δική του εκδοχή. Υπάρχει μια διάχυτη πικρία, παραπληροφόρηση, βία, κραυγές βοήθειας, κατάλοιπα σχέσεων και αρχών που καταρρέουν. Όλοι ψάχνουν αγωνιωδώς για ψήγματα αλήθειας και ελπίδας. Αυτό περιγράφει για εμένα ο δίσκος αυτός.

Ξεκινώντας με το ομώνυμο κομμάτι, ο δίσκος φαίνεται να περιγράφει ένα διάλογο, μια ζωντανή αντιπαράθεση μεταξύ δύο ανθρώπων για την πραγματική εκδοχή της αλήθειας. Ξεκινάει σαν ταινία μυστηρίου, ομίχλη και ήχοι που αντηχούν στο σκοτάδι. Τα ντραμς του Gavin, αλλά και η παραδοσιακή μαρίμπα, καθορίζουν την ένταση και το ρυθμό του τραγουδιού. Σιγά-σιγά η ένταση αυξάνεται, το ίδιο και ο ρυθμός. Η ηλεκτρική κιθάρα σε κάποια σημεία ουρλιάζει, σε κάποια άλλα αποκτά μελωδική μετανιωμένη χροιά όπως γίνεται και στις συζητήσεις που καταλήγουν σε καυγά. Its not how I remember it: οι ήρωες φιλονικούν. Στο τέλος του κομματιού τα πλήκτρα είναι πλέον εξουθενωμένα και επαναλαμβάνουν την ίδια μελωδία απεγνωσμένα. Is that how you remember it?

I don’t know what to say to you, απαντάει το επόμενο τραγούδι. Break it All, με πιο rock διαθέσεις και δυναμικό ρυθμό από την αρχή του κομματιού. Πρωταρχικό ρόλο σε αυτό έχει η ηλεκτρική κιθάρα, το μεγαλύτερο μέρος του κομματιού είναι ένας σόλο μονόλογος, ένα παραλήρημα που εντείνεται με τα εφέ που ακούγονται στο βάθος. Cause I got demons, ομολογεί στη συνέχεια. Οι τόνοι πέφτουν, ο ρυθμός γίνεται funky. Ένα από τα πιο πιο πιασάρικα τραγούδια τους μέχρι στιγμής. Η κιθάρα σε αυτό το κομμάτι, τόσο η ακουστική όσο και η ηλεκτρική, μου θύμισαν μια μίξη ανάμεσα σε The Tea Party (Alhambra) και Pink Floyd (Marooned). Μετά την καταιγίδα επανέρχεται κατά κάποιο τρόπο η ηρεμία με ένα κομμάτι πιο χαρακτηριστικό του ύφους τους, το Driving Like Maniacs. Κυριαρχούν τα μελαγχολικά πλήκτρα και τα ντραμς σε πρώτο πλάνο. Ο ρυθμός είναι πιο ήρεμος και ο ήχος πιο μελωδικός. I gave you up, leave me be, δηλώνει το επόμενο τραγούδι. Ήδη από το Driving Like Maniacs παρουσιάστηκε μια western μελωδία που εδώ μεταλλάσσεται σταδιακά σε ήχους από ταινία δράσης των 80’s. Το αποκορύφωμα ένα μοναδικό ανατριχιαστικό κιθαριστικό σόλο που δίνει τη θέση του σε μια δυναμική σκηνή καταδίωξης. I am coming to get you

Στη συνέχεια οι τόνοι χαμηλώνουν. To Too Many Voices είναι ένα απλό μουσικά κομμάτι και το μικρότερο σε διάρκεια στο δίσκο, όπου κυριαρχούν τα μελωδικά φωνητικά. Η ένταση επανέρχεται με το Our Mire, το πιο πολύπλοκο και progressive κομμάτι του δίσκου. Τα ντραμς είναι καθηλωτικά σε όλο το κομμάτι, ο ήχος στις κιθάρες είναι καθαρός και έντονο, η δυναμική ανεβοκατεβαίνει καθόλη τη διάρκεια. Ο ήρωας είναι για άλλη μια φορά σε απόγνωση, ο κόσμος του καταρρέει και αμφισβητείται I didntt want to wake up – αλλά εξακολουθεί να ελπίζει – we have the key to survive. Tο Out of Line θυμίζει έντονα τους πρώτους δίσκους της μπάντας, με μελαγχολικές μελωδίες και εύθραυστα φωνητικά. Η ίδια ατμόσφαιρα, η ίδια μελαγχολία υπάρχει και στο υπέροχο Stop Making Sense. Η μελωδία ακολουθεί έναν λυπημένο σκοπό, αλλά η μαρίμπα και τα φωνητικά προσδίδουν ένα σχεδόν χαρούμενο τόνο.

And there was me and you all along. Το The Game, το τελευταίο κομμάτι, ανοίγει με τη θλιμμένη φωνή του Bruce. Τα πλήκτρα και η μαρίμπα ακολουθούν. Ο θυμός και η ένταση που υπήρχαν στα προηγούμενα κομμάτια μετατρέπονται σε θλίψη και πικρία και ο δίσκος τελειώνει όπως άρχισε: μελαγχολικά και λυπημένα. Το πώς τελειώνει η ιστορία αφήνεται στη διάθεση του καθενός για να την ερμηνεύσει. Τελικά… its not a game anymore.

Η παραγωγή είναι άριστη, όπως βέβαια και σε όλες οι κυκλοφορίες των Pineapple Thief, ο ήχος είναι καθαρός και όλα τα όργανα σε όλα τα επίπεδα είναι ξεκάθαρα και ευδιάκριτα. Αν και πιστεύω ότι οι δύο προηγούμενες κυκλοφορίες τους μελωδικά και τεχνικά ήταν λίγο καλύτερες, ο δίσκος είναι υπέροχος. Πολλά κομμάτια σε κάνουν να τα σκέφτεσαι και σίγουρα τραγούδια από εδώ που θα προστεθούν σε πολλές λίστες. Το μελαγχολικό τους ύφος και σήμα κατατεθέν τους είναι παντού. Είναι ένας δίσκος που θα έχει ιδιαίτερη σημασία για πολλούς, γιατί είναι σαν soundtrack αυτής της περίεργης εποχής.

9 / 10

Ελένη Παναγιώτου

 

2η γνώμη

 

Αυτός είναι ο 13ος δίσκος στην 20+ετη καριέρα των Pineapple Thief. Είναι πλέον αρκετός χρόνος για να τους αποκαλούμε household name. Ωστόσο, έχουν πάντα την αύρα του νέου, και πως ο επόμενος τους δίσκος θα είναι το αριστούργημα. Το Dissolution είναι ένας καταπληκτικός δίσκος και το Versions of the Truth έχει πολλές ομοιότητες. Οι φιλοσοφικές και κοινωνικές ανησυχίες αντιμετωπίζονται μέσω μιας προσωπικής χροιάς που κάνει την μελαγχολική ατμόσφαιρα του δίσκο που άμεση. Ισορροπώντας μεταξύ pop rock και prog rock τα 45 λεπτά του άλμπουμ περνάνε γρήγορα. Τόσο γρήγορα που πρέπει να ακούσεις τον δίσκο 3-4 φορές πριν εμφανιστούν κάποια φανταστικά μέρη στην ενορχήστρωση. Ο Bruce Soord είναι πολύ άνετος στο μεσαίο εύρος των φωνητικών του ικανοτήτων που ταιριάζουν στα κομμάτια του δίσκου. Τα αποτυπώματα του Gavin Harisson βρίσκονται παντού στην ενορχήστρωση και είναι πολύ καλά νέα που ακούμε τον Harisson ξανά σε μια στουντιακή μπάντα (αν και όποιοι τον έχουν δει live με τους King Crimson είναι ακόμα πιο τυχεροί). Το μεγαλύτερο κομμάτι Our Mire σαν πιο ενεργητική και περίπλοκη σύνθεση και το Stop Making Sense που σε σημεία θυμίζει Queen, είναι τα δύο κομμάτια που ξεχωρίζουν στο άλμπουμ. Είναι αυτό το αριστούργημα που περιμέναμε; Πιθανότατα όχι, αλλά ίσως το επόμενο…

7.5 / 10

Λευτέρης Σταθάρας