Sean Reinert (1971-2020): King of Those Who Know

Από τους: Γιάννη Βούλγαρη, Δημήτρη Καλτσά, Χρήστο Μήνο, Κώστα Μπάρμπα, Πέτρο Παπαδογιάννη, Goran Petrić, Τάσο Ποιμενίδη, Λευτέρη Σταθάρα 

Μετάφραση: Λευτέρης Σταθάρας, Τάσος Ποιμενίδης

Ο χαμός του Sean Reinert ήρθε απροειδοποίητα, άδικα και βέβαια παρά πολύ πρώιμα. Στη συνείδηση όσων παρακολουθούν τα βήματά του υπήρχε η βεβαιότητα πως οποιοδήποτε νέο βήμα στην καριέρα του θα ήταν πολύ ενδιαφέρον. Κι αυτό, γιατί η προσέγγιση του γίγαντα των ντραμς από το Miami σε όλα τα projects στα οποία συμμετείχε ήταν ενδελεχής και είχε μια ανεξάντλητη φρεσκάδα.

Στις αρχές της δεκαετίας του ’90 μαζί με τον αδελφικό του φίλο και παλιό συμμαθητή Paul Masvidal και φυσικά τον Sean Malone έδωσαν μία εντελώς καινούργια, άκρως τεχνική εκδοχή στο ακραίο metal, λίγο μετά την εμφάνισή του. Έχοντας ονομάσει ως κύριες επιρροές του τους John Bonham, Terry Bozzio, Dave Weckl και Neil Peart, συμμετείχε στο tribute album Working Man στους Rush (Magna Carta, 1996) παίζοντας στο Red Barchetta μαζί με τους Sean Malone, Steve Morse, James LaBrie και James Murphy. Ένας αιώνιος φόρος τιμής στον professor, την πιο must επιρροή κάθε prog ντράμερ (και γενικότερα βέβαια), που έμελλε να πεθάνει 17 μόλις ημέρες πριν τον Sean…

Μέσα από τη δική του πορεία, ο Reinert ήταν κι αυτός πηγή έμπνευσης και καθοριστικός για τη διαμόρφωση του prog drumming τα τελευταία 30 σχεδόν χρόνια. Οι δισκογραφικοί σταθμοί της καριέρας του με τους Death, Cynic, Gordian Knot, Anomaly, Aghora και Æon Spoke ποικίλουν εντυπωσιακά σε ύφος, ενώ δεν πρόλαβε να ηχογραφήσει κάτι με τους Perfect Beings.

Ας θυμηθούμε τους 10 σημαντικότερους δίσκους της καριέρας του σπουδαίου Sean Reinert.    


Death – Human
[Relativity, 1991]

Η πρώτη επίσημη δισκογραφική εμφάνιση του Sean Reinert ήταν στο θρυλικό Human των Death το 1991. Το προηγούμενο line-up είχε διαλυθεί με άδοξο τρόπο και ο Chuck Schuldiner επέλεξε τρεις κοντινούς του φίλους για να συνεχίσει, τους Reinert, Paul Masvidal (κιθάρα) και Steve DiGiorgio (μπάσο) που ήταν και τρεις από τους πιο σπουδαίους μουσικούς στην metal σκηνή. Η χημεία που δημιουργήθηκε μεταξύ τους και η έμφυτη τάση και των τεσσάρων να σπρώξουν τα όρια του death metal οδήγησαν σε έναν δίσκο-φαινόμενο, γεμάτο εντάσεις και προοδευτικό τόνο. Δεν είναι υπερβολή να πούμε ότι drumming σαν του Sean Reinert δεν ήταν κάτι που είχε συναντήσει μέχρι τότε η metal σκηνή. Ο δεκαεννιάχρονος τότε drummer συνδύαζε την αθλητική ικανότητα παιχτών σαν τον Dave Lombardo με jazz fusion και prog rock επιρροές από παίχτες όπως ο Gary Husband, o Allan White και ο Neil Peart , όλες συνδυασμένες σε έναν πρωτοπόρο παίχτη με πολύ ιδιαίτερο ήχο. Μαζί την μνημειώδη του απόδοση στο δίσκο εντυπωσιάζει το γεγονός της μουσικότητας που είχε στο να να αναδείξει τις συνθέσεις. Κάθε γύρισμα και ρυθμός εξυπηρετεί πλήρως τα κομμάτια και δεν περισσεύει πραγματικά τίποτα. Ο Sean Reinert ανέβασε τον πήχη του metal drumming σε υψηλότατα επίπεδα και η επίδραση του μέσω αυτού του κλασικού δίσκου-σταθμού είναι από τις πιο σημαντικές που έχουν υπάρξει.

Στις αρχές της δεκαετίας του ’90 η death metal σκηνή βρισκόταν σε αναβρασμό με κορυφαίους δίσκους που όρισαν το ιδίωμα να κυκλοφορούν κάθε μήνα. Από την ίδια σκηνή ξεπήδησαν μπάντες, οι οποίες διατηρώντας τις αρχικές τους καταβολές, θέλησαν να πειραματιστούν με τα όρια του είδους καταλήγοντας σε αποτελέσματα που μόνο κάτω από την κατηγορία του προοδευτικού μπορούσαν να ενταχθούν.

Cynic – Focus
[Roadrunner Records, 1998]

Η κυκλοφορία του Focus από τους Cynic αποτυπώνει τη τάση για αλλαγή που συνήθως κυοφορούταν στο λεγόμενο ακραίο metal χώρο. Μαζί με μπάντες όπως οι Atheist τόλμησαν να διαταράξουν τα λιμνάζοντα ύδατα της «ορθοδοξίας» του χώρου με αποτελέσματα που είναι πλέον κλασικά. Μια εντύπωση που ενισχύεται από το γεγονός πως στάθηκε η μοναδική κυκλοφορία των Cynic για ένα εξαιρετικά μεγάλο διάστημα και όμως παρέμεινε ορόσημο.

Αυτό που λαμβάνει χώρα στο Focus είναι μια αγνή προσπάθεια πειραματισμού που περικλείει τη συνάντηση του ακμάζοντος death metal της εποχής με τη jazz ενδεδυμένη με φιλοσοφικούς και ποιητικούς στίχους. H ύπαρξη του Sein Reinert ήταν καθοριστική, ο τρόπος παιξίματός που ακροβατούσε ανάμεσα στο metal και στη jazz είναι αμίμητος. Τα περίεργα φωνητικά επίσης και η γενικότερη ατμόσφαιρα του δίσκου προσιδίαζε σε κάτι καινοφανές είναι ανάμεσα στα στοιχεία που δίσκος εισήγαγε στη metal σκηνή για τα επόμενα χρόνια.

Το Focus συγκαταλέγεται στους δίσκους που τους αποδίδεται ο χαρακτηρισμός «μπροστά από την εποχή του» και πολύ ορθά. Σήμερα η εποχή που προανήγγειλαν αυτοί οι δίσκοι είναι εδώ και είναι πιο άνυδρη από ότι περιμέναμε. Το στοιχείο της έκπληξης έχει χαθεί σχεδόν ανεπιστρεπτί. Αυτό που βαφτίζεται πλέον πρωτοποριακό συνήθως ανασύρεται από το παρελθόν και από το μουσείο των μεγάλων στιγμών της μουσικής στο οποίο το Focus έχει περίοπτη θέση.

Anomaly – Anomaly
[Mandamus Records, 1998]

Από το εξώφυλλο και μόνο, ο μοναδικός δίσκος των Anomaly πληροί τις προϋποθέσεις ενός 90s progressive metal «χαμένου διαμαντιού», προερχόμενο μάλιστα από την Tampa, την πατρίδα του αμερικάνικου death metal. Τα δύο βασικά μέλη της μπάντας, Jim Dorian (φωνή) και Jim Studnicki (κιθάρα), ζήτησαν τη βοήθεια των Reinert και Malone για να κυκλοφορήσουν ένα πολύ ποιοτικό progressive metal δίσκο. Το ύφος του Anomaly έχει πολλά χαρακτηριστικά στοιχεία του είδους και της εποχής, όντας βέβαια και αρκετά πολυποίκιλο ώστε η ακρόαση του στο σήμερα να είναι κάτι παραπάνω από ευχάριστη. Η φωνή του Dorian «μυρίζει» σίγουρα 90s, έχοντας όμως ένα πειστικό μελωδικό hard rock αέρα. Αυτό το hard rock feeling υπάρχει και στο παίξιμο του Studnicki, ο οποίος δεν θυσιάζει καθόλου την μελωδικότητα των θεμάτων του και την καθαρότητα του ήχου του, όντας παράλληλα αρκετά τεχνικός. Η ευφάνταστη χρήση της ακουστικής κιθάρας και η σωστή της τοποθέτηση στα κομμάτια αποτελεί σίγουρα ένα ακόμα ατού του. Σε αυτά τα πλαίσια, Reinert και Malone ανεβάζουν το παικτικό επίπεδο του δίσκου, επηρεάζοντας παράλληλα με την προσωπικότητά τους, το τελικό καλλιτεχνικό αποτύπωμα. Προσέχοντας ειδικότερα το παίξιμο του Reinert, γίνεται σαφέστατο ότι είναι συγκρατημένος για τα δεδομένα του, καταφέρνοντας παράλληλα να περάσει τον χαρακτήρα του στην ουσία των συνθέσεων, με χαρακτηριστικό παράδειγμα το εξαιρετικό instrumental Pictures. Αυτό που ξεχωρίζει το Anomaly από πολλές underground κυκλοφορίες της εποχής είναι οι σίγουρα συνθέσεις, ενώ ευχάριστη έκπληξη αποτελεί η σωστότατη διασκευή στο The Rain Song των Zeppelin με τη συνοδεία ενός κουαρτέτου εγχόρδων.

Gordian Knot – Gordian Knot
[Sensory, 1999]

Τα project των μελών των Cynic απέδειξαν πως η τόσο ξεχωριστή μουσική πρόταση του Focus μόνο τυχαία δεν ήταν. Με τους Gordian Knot του Sean Malone έγινε ξεκάθαρο πως το ειδικό τους βάρος ξέφευγε από τα όρια του ακραίου metal, αφού στάθηκαν ως ισάξιοι δίπλα σε τιτάνες του ευρύτερου προοδευτικού χώρου. Στον πρώτο, ομώνυμο δίσκο υπάρχουν συγκεντρωμένες μερικές εξαιρετικές συνθέσεις που ακροβατούν ανάμεσα στο progressive rock και την jazz/fusion, με σημαντικές metal πινελιές φυσικά. Μια fusion εκδοχή των King Crimson θα έλεγε κανείς, χωρίς βέβαια να αποτυπώνει πλήρως το ύφος του δίσκου. Το σημαντικότερο είναι πως η ανεπανάληπτη τεχνική αρτιότητα των παιξιμάτων δεν επισκιάζει καθόλου το συνθετικό κομμάτι. Η πολλαπλή χρήση του άταστου μπάσου, του Chapman stick και του Warr Gun αποτελεί βασικό μέρος του χαρακτήρα εδώ, με τους John Myung και Trey Gunn να συμπληρώνουν τον Malone, ενώ σε κάποιες στιγμές παίζουν και οι τρεις ταυτόχρονα, με τον Gunn να βοηθάει και συνθετικά. Παρά την απουσία του Masvidal, ο δίσκος δεν υπολείπεται ούτε σε καθαριστικά θέματα, με τους Ron Jarzombek, Adam Levy και Glenn Snelwar να τα τοποθετούν καίρια πάνω στο ιστό που έχουν πλέξει οι τρεις προαναφερθείσες αράχνες. Παρά την ποικιλία των έγχορδων παιχτών, ο Reinert είναι ο μοναδικός drummer εδώ, κάνοντας μάλιστα έντονη την παρουσία του στις πιο δυναμικές στιγμές. Το μαθηματικό του παίξιμο λάμπει σε κομμάτια όπως το εκπληκτικό Reflections, το Singularity και το prog fusion έπος Rivers Dancing. Δεν είναι τυχαίο ότι αυτά είναι και τα τρία κομμάτια του δίσκου που συνυπέγραψε.

Aghora – Aghora
[Code666, 2000]

Οι Aghora σχηματίστηκαν από τον βιρτουόζο κιθαρίστα Santiago Dobles μαζί με τα πρώην μέλη των Cynic, Sean Reinert στα τύμπανα και Sean Malone στο μπάσο. O πρώτος τους δίσκος κυκλοφόρησε το 2000. Ο ήχος τους ήταν αρκετά διαφορετικός από της άλλες prog metal μπάντες της εποχής. Οι Aghora  παρέδωσαν ένα υψηλής τεχνικής progressive metal μαζί με λίγα latin και ανατολίτικα στοιχεία. Η μπάντα είχε ως frontwoman την Danishta Rivero και την ήρεμη φωνή της. Αυτή η μοναδική προσέγγιση ήταν μια εξαιρετική ευκαιρία για τον Malone και τον Reinert να διοχετεύσουν την ενέργεια τους με έναν διαφορετικό τρόπο απ’ ό,τι στους Cynic ή τους Death. Ηχητικά, ο δίσκος είναι πολύ ρευστός. Είναι έντονος όταν θέλει, αλλά και ατμοσφαιρικός με πανέμορφα ήρεμα σημεία. Ο Sean Reinert φαίνεται σαν να ξεχωρίζει σε έναν δίσκο με εξαιρετικές αποδόσεις. Τα beat του είναι πιασάρικα και ήρεμα. Οι ρυθμικές εναλλαγές είναι απρόσμενες και πανέξυπνες. Οι περισσότεροι jazz drummers θα ζήλευαν την απόδοση του εδώ. Μετά το άκουσμα των Satya, Existence και Mind’s Reality είναι ξεκάθαρο ότι ο Malone και ο Reinert αποδεικνύουν την σημαντικότητα της συνεργίας και σίγουρα είχαν κάτι ξεχωριστό μεταξύ τους. Αναμφίβολα, ο πρώτος δίσκος των Aghora είναι must για όποιον ενδιαφέρεται σε περίπλοκη και πραγματικά progressive μουσική.

Gordian Knot – Emergent
[Sensory, 2002]

Ο δεύτερος δίσκος των Gordian Knot έπεσε ως κεραυνός εν αιθρία. Αυτή η μίξη rock με jazz, με βάση τη μελωδία και μακριά από επιτήδευση με έκανε να λατρέψω το ιδίωμα. Βέβαια εδώ δεν υπάρχει αυτή η πολυκοσμία που υπάρχει στο πρώτο, όμως αυτό δε σημαίνει ότι ο δίσκος είναι προσωπικό project του Sean Malone ή πιο μονοδιάστατος. Έχει ακριβώς την ίδια μουσική ευρύτητα και ιδιαιτερότητα με το ομώνυμο, θυμίζοντας τα μελωδικά σημεία των Cynic, αλλά πιο rock, πιο prog και πιο ταξιδιάρικο, η οποία λόγω της εκτελεστικής δεινότητας των συμμετεχόντων δημιουργεί έναν υπέροχο πειραματικό rock/metal δίσκο και όχι κάποιο ηχητικό “αχαταρμά”. Ένας δίσκος ορόσημο στο χώρο που η ύπαρξη του Sean Reinert βοήθησε σε αυτό, παρόλη τη μικρότερη συμμετοχή του. Εδώ μοιράζεται τα τύμπανα με τον Bill Bruford, αλλά και πάλι στα A Shaman’s Whisper και Fischer’s Gambit λάμπει! Ο τρόπος που χρησιμοποιεί τα πιατίνια, το trademark παίξιμό του (αριστερό πόδι σε hi-hat και κάσα ταυτόχρονα) και τα μελωδικά μοτίβα στα τύμπανα που διανθίζουν τα κομμάτια και ξεφεύγουν από το απλό ή τεχνικό ρυθμικό παίξιμο, κάνουν τον Sean Reinert να ξεχωρίζει από την πλατιά μάζα των drummer. Το μεγαλύτερο όμως παράσημο κατά την άποψή μου ή να το πω πιο σωστά, το πόσο γιγάντιος drummer ήταν, φαίνεται στο ότι έπαιξε στον ίδιο δίσκο με τον Bill Brufford χωρίς να ακούγεται υποδεέστερος.

Aghora – Formless
[Dobles Productions, 2006]

Έξι χρόνια μετά, το δεύτερο άλμπουμ των Aghora είχε τίτλο Formless. Κάποια μέλη ήρθαν και έφυγαν, αλλά η τεχνική, το μεγάλο εύρος των επιρροών και η ευρηματικότητα στις συνθέσεις έμειναν ως τα κύρια χαρακτηριστικά του ήχου τους. Η μπάντα βρήκε καλή αντικαταστάτρια για την Danishta Rivero, την Diana Serra. Τα φωνητικά της στον δίσκο είναι πανέμορφα και, απρόσμενα, ταιριάζουν στην μουσική. Με τον Neil Kernon να βοηθάει στην παραγωγή, το Formless έχει πολλά shred σημεία και κοφτά riffs από τον Santiago και επίσης ρευστές αλλαγές μεταξύ βαριών και ήρεμων σημείων. Το μεγάλο μείον είναι το μπάσο που είναι πιο παραδοσιακό metal. Η απουσία του Sean Malone είναι εμφανής και δείχνει πόσο σημαντική ήταν η παρουσία του για το εξαιρετικό ντεμπούτο. Ο Sean Reinert συμμετείχε μόνο στα μισά κομμάτια. Ο Sean είναι αρκετά διακριτικός στα πιο γρήγορα και περίπλοκα κομμάτια, ενώ είναι έντονα παρών στα πιο ήρεμα σημεία. Μόνο η εκπληκτική δουλειά του στα 1316 και Fade, τα κάνει τα καλύτερα κομμάτια στον δίσκο. Παρά το γεγονός ότι η μπάντα έχασε αρκετά από την γοητεία της, είναι ένας εξαιρετικός prog metal δίσκος και άλλη μια αναφορά στο απίστευτο ταλέντο του Sean Reinert.

Æon Spoke – Above the Buried Cry
[Mercy Stroll Recordings, 2004]

Ο σχηματισμός των Æon Spoke με ιθύνοντα νου τον Paul Masvidal ήταν κάτι ακόμα πιο διαφορετικό από το ξεκίνημα της παρέας από το Miami, που εδώ άφησε κατά μέρος το περίπλοκο τεχνικό παίξιμο. Το υπερμελωδικό alternative, indie pop/rock με κυρίως δομικά prog rock δευτερεύοντα στοιχεία ήταν μία μεγάλη έκπληξη για όλους. Εδώ ο Reinert παίζει και πλήκτρα, ενώ το drumming του είναι απλούστατο αλλά και ουσιώδες. Η προσέγγιση μπορεί να ήταν εμφανώς commercial για πρώτη φορά στην καριέρα των δύο παλιών συμμαθητών, αλλά το καλλιτεχνικό επίπεδό τους και εδώ είναι αδύνατο να αμφισβητηθεί.

Η σύντομη πορεία των Æon Spoke ολοκληρώθηκε με την δεύτερη κυκλοφορία τους, όπου υπάρχουν επτά από τα δέκα κομμάτια του Above the Buried Cry, μεταξύ των οποίων τα Pablo At The Park, Grace, Silence, Yellowman Και φυσικά το υπέροχο Nothing, η κορυφαία σύνθεση του σχήματος.

Η επιτυχία του εμπορικού εγχειρήματος μεταφράστηκε στην επένδυση κινηματογραφικών ταινιών και τηλεοπτικών σειρών με τη μουσική του project, που αν και σήμερα ακούγεται κάπως ξεπερασμένη και υπερβολικά μελαγχολική, η αξία των συνθέσεων δεν αμφισβητείται. Αξίζει να αναφερθεί ότι ο Chris Tristram που συμμετείχε στο σχήμα παίζοντας μπάσο στα μισά κομμάτια του Above the Buried Cry είναι ο μετέπειτα μπασίστας στα δύο πρώτα albums των Perfect Beings.   

   

Æon Spoke – Æon Spoke
[Steamhammer, 2007]

Στο δεύτερο και τελευταίο άλμπουμ των Aeon Spoke, ο Sean Reinert μαζί με τον Paul Masvidal εξερευνούν post-rock / indie / alternative μονοπάτια, με το τελικό αποτέλεσμα να παρουσιάζει αρκετό ενδιαφέρον. Ο ατμοσφαιρικός ήχος, η μελαγχολική διάθεση και το όλο «ονειρικό» ύφος  της μουσικής ενδεχομένως δεν ενδείκνυνται για παράθεση των τεχνικών δυνατοτήτων των μουσικών, αλλά ακριβώς σε αυτό κρύβεται και μία μικρή ή μεγάλη παγίδα. Στο πώς θα καταφέρει ο εκάστοτε μουσικός να παίξει τις «σωστές» νότες και να βοηθήσει ως μέρος της ομάδας στη σύνθεση. Εδώ φαίνεται άλλο ένα στοιχείο της μουσικής αντίληψης ενός μεγάλου μουσικού, του Sean Reinert, που χωρίς να έχει να αποδείξει κάτι με τη μεγάλη  παρακαταθήκη του, καταφέρνει να χρωματίσει τις συνθέσεις με τον διαυγή του ήχο. Ωστόσο, δεν λείπουν και τα μικρά ξεσπάσματα, συγκριτικά πάντα με το όλο ύφος του project, όπως στο Sand and Foam όπου τα χτυπήματα του Reinert στο ταμπούρο ξεχωρίζουν ανάμεσα στα υπόλοιπα όργανα.

Το ομώνυμο album των Aeon Spoke φανερώνει μία διαφορετική πλευρά του καλλιτέχνη Sean Reinert και λειτουργεί συμπληρωματικά στην όλη δισκογραφία του, ως αντικείμενο μελέτης ενός ολοκληρωμένου ντράμερ. Θα μπορούσε να ειπωθεί ότι ανήκει και στη σχολή Ringo Starr με το να καταφέρνει να παίξει απλά, μα πάντοτε ουσιαστικά.

Cynic – Traced in Air
[Season of Mist, 2008]

Τι θα μπορούσε να περιμένει κανείς από την επιστροφή των Cynic μετά από 15 χρόνια; Όποιες και να ήταν οι προσδοκίες, το Traced in Air μεγάλωσε τον μύθο μου δημιούργησαν οι Cynic με το ντεμπούτο τους. Μια διεγερτική ένεση μουσικής που για σχεδόν 34 λεπτά σε κάνει να μαντεύεις τι θα έρθει μετά. Τα death metal riffs, είναι φυσικά εδώ με το rhythm section των Malone και Reinert να δείχνουν πως μάλλον είναι ένα μυαλό χωρισμένο στα δύο, αφού συμπληρώνουν ο ένας τον άλλον άψογα, δημιουργώντας κάτι μοναδικό. Τα φωνητικά είναι πολύ διαφορετικά από το Focus μιας και είναι κυρίως «καθαρά» ενώ φαίνεται να έχουν ηλεκτρονικές επιρροές. Ο μικρός χρόνος διάρκειας κάνει κάθε κομμάτι του δίσκου, διαμαντάκι, χωρίς κανένα filler. Πολυεπίπεδη μουσική με πολύ βάθος και κάθε μουσικό όργανο να εξυπηρετεί τα κομμάτια. Υπάρχει λόγος, που το death metal drumming είναι το πιο δύσκολο που μπορεί κάποιος να μάθει. Και αυτός ο λόγος λέγεται Sean Reinert. Ο τρόπος που συνδυάζει το extreme metal drumming με την jazz είναι για μια ακόμη φορά εμφανής και υπάρχουν πολλά σημεία στο Traced in Air που αν επικεντρωθείς στα drums, θα εκπλαγείς. Τα Evolutionary Sleeper, Integral Birth (η εισαγωγή είναι απλά τέλεια), ακόμα και το πιο ήρεμο Nunc Stans είναι η τέλεια επίδειξη των δεξιοτήτων του αεικίνητου Sean Reinert.

Κάντε το πρώτο σχόλιο

Υποβολή απάντησης