Το progressive στα 80s (μέρος 1ο)

Από τον Πάρη Γραβουνιώτη

Μετάφραση: Αλέξανδρος Μαντάς

Progressive rock και 80s. Δύο όροι που στην συνείδηση των περισσοτέρων είναι συνυφασμένοι με την παρακμή του είδους. Ήδη από τα τέλη της προηγούμενης δεκαετίας, το prog θεωρήθηκε “δεινοσαυρικό” από κάποιους μουσικοκριτικούς, εξαιτίας κυρίως της λούπας της υπερφίαλης επιδειξιομανίας στην οποία έπεφταν αρκετά μεγάλα συγκροτήματα, αλλά και λόγω της έλλειψης αμεσότητας με τον κόσμο. Δεν είναι τυχαίο ότι είχε κατηγορηθεί πως είχε καταλήξει να είναι μουσική από μουσικούς για μουσικούς. Αυτό οδήγησε στην άνθηση του punk rock και του post punk/dark wave, είδη  πιο άμεσα αλλά φυσικά και με λιγότερη μουσικότητα, τεχνική και πολλές φορές και με φθηνή αισθητική. Αυτό βέβαια αποτελεί την μισή αλήθεια, γιατί αν κάποιος κοιτάξει την prog δισκογραφία στην περίοδο της punk άνθησης (1977-79) θα δει ότι η παρακμή του ήταν ως επί το πλείστον εμπορική και όχι καλλιτεχνική. Με αυτήν την προδιάθεση από κοινό και κριτικούς, η λέξη progressive στην δεκαετία του 1980 φάνταζε ως ύβρις. Ας ρίξουμε λοιπόν μια βαθύτερη ματιά στα «πέτρινα χρόνια» του είδους, ξεκινώντας με το τι έκαναν οι μεγάλες μπάντες των 70s και στην συνέχεια να διεισδύσουμε στον underground χώρο.

thumbnail

Η γενικότερη αρνητική προδιάθεση για το progressive οδήγησε τα περισσότερα συγκροτήματα στο να αλλάξουν τον ήχο τους, να προσθέσουν synths και να γίνουν πιο εμπορικά με την κακή έννοια του όρου. Οι Pink Floyd μετά από την οικονομική καταστροφή της περιοδείας του The Wall και τα εσωτερικά τους να μοιάζουν με καζάνι που βράζει, το 1983 μπήκαν στο studio για την ηχογράφηση του The Final Cut χωρίς τον Rick Wright, ο οποίος αποχώρησε σε ήπιους τόνους λόγω της μη ενεργής συμμετοχής του στην δημιουργία του δίσκου. Ως τρίο πλέον, τα ηνία τα είχε αναλάβει ο Roger Waters κάτι που φαίνεται και στο τελικό αποτέλεσμα. Το The Final Cut θα μπορούσε κάλλιστα να είχε κυκλοφορήσει ως προσωπικός του δίσκος, με τις συνθέσεις να αποτελούνται κυρίως από απομεινάρια του The Wall.

Το αποτέλεσμα είναι μετριότατο με κάποιες λαμπρές εξαιρέσεις (The Fletcher Memorial Home, Two Suns In The Sunset, The Final Cut, Your Possible Pasts). Έπειτα ακολούθησε η αποχώρηση του Waters και η δικαστική του διαμάχη με τους Gilmour και Mason για την χρήση του ονόματος των Pink Floyd. Εν τέλει ο Waters δεν δικαιώθηκε για αυτήν του την κίνηση, και οι υπόλοιποι δύο με τον Wright να συμμετέχει ως guest, κυκλοφόρησαν το 1987 το A Momentary Lapse Of Reason, έναν δίσκο με πλαστική 80s παραγωγή και τον ήχο τους να μην θυμίζει σε τίποτα το ένδοξο παρελθόν τους, μετά βίας διασώζονται τα On The Turning Away, Learning To Fly και Sorrow.

cover_329182512008Οι Genesis μετά την αποχώρηση του Peter Gabriel το 1974 και του Steve Hackett το 1977 είχαν κυκλοφορήσει το And Then There Were Three προμηνύοντας τη νέα τάξη πραγμάτων στον ήχο τους και την μεταστροφή τους προς πιο εμπορικές φόρμες. Μόνο το Duke του 1980 καταφέρνει κάπως να κρατήσει τα προσχήματα, με τα υπόλοιπα 3 δημιουργήματά τους (Abacab, Genesis, Invisible Touch) να μην έχουν ουδεμία σχέση με το prog και να αποτελούν μαύρη σελίδα στην ιστορία της τεράστιας αυτής μπάντας. Ωστόσο, αντίθετη καλλιτεχνικά πορεία είχαν τα 2 πρώην μέλη τους. Ο Steve Hackett στην αυγή των 80s, κυκλοφόρησε το Defector, τον μακράν του δεύτερου καλύτερο του δίσκο από τους συνολικά 6 στη δεκαετία. Ο ήχος του παραμένει γλυκός και μελωδικός, λιγότερο όμως περιπετειώδης ορίζοντας το κιθαριστικό παίξιμο ενός υποείδους που θα το αναλύσουμε αργότερα.

Για την καριέρα του Peter Gabriel τι να πει κανείς… Η συνολική του κληρονομιά για την δεκαετία ήταν 3 studio δίσκοι, ένας live και 2 soundtracks (μεταξύ αυτών και το εξαιρετικό Passion για την ταινία The Last Temptation Of Christ). Το αριστουργηματικό 3 (Melt) του 1980 αποτελεί πιθανότατα και την κορυφαία του δουλειά.

Ο Peter Gabriel επιλέγοντας εξώφυλλο για το 3ο solo album του

Με ένα εξαιρετικό line up, εδώ ο Gabriel δίνει βάρος στην αμεσότητα των συναισθημάτων καθώς και στην εγκεφαλικότητα των συνθέσεων, συνθέτοντας σπουδαία κομμάτια όπως τα Games Without Frontiers, Biko και Family Snapshot. Σε παρόμοιο ύφος και αισθητική και το αμέσως επόμενο του πόνημα 4 (Mask) του 1982, με τον Peter Hammill να συμμετέχει σε 3 κομμάτια, τα Shock The Monkey, The Family And The Fishing Net και Lay Your Hands On Me. Το So του 1986 μπορεί να είναι ένας pop δίσκος στην ουσία του, ωστόσο εκτός από το εμπορικό του breakthrough, περιέχει μερικές από τις σπουδαιότερες του συνθέσεις όπως τα Red Rain και Sledgehammer.

Οι Yes το 1980

Στο στρατόπεδο των Yes τα πράγματα δεν φάνταζαν ιδανικά. Μετά το μετριότατο Tormato, το έμπα της δεκαετίας βρήκε το line-up τους αρκετά αλλαγμένο, με τους Rick Wakeman και Jon Anderson να αποχωρούν και την θέση τους να παίρνουν αντίστοιχα οι Geoff Downes και Trevor Horn. Το Drama του 1980 που εγκαινίασε την νέα τους σύνθεση είναι ένας ανέλπιστα καλός δίσκος που στέκεται με άνεση στα κορυφαία πονήματα της μπάντας. Το symphonic prog τους είναι προσβάσιμο αλλά και περιπετειώδες, με τους Steve Howe και Chris Squirre να είναι και πάλι πρωταγωνιστές. Δυστυχώς οι αφίξεις/αποχωρήσεις συνεχίστηκαν, με τον Jon Anderson να επιστρέφει στο μικρόφωνο και τους Tony Kaye και Trevor Rabin να αντικαθιστούν τους Geoff Downes και Steve Howe στα πλήκτρα και την κιθάρα αντίστοιχα. Η εντελώς pop κατεύθυνση των 90125 και Big Generator ήταν άκρως απογοητευτική, παρόλο το γέμισμα των τραπεζικών τους λογαριασμών με το hit Owner Of A Lonely Heart.

Μπορεί από τους Emerson, Lake & Palmer, τους Gentle Giant και τους Van Der Graaf Generator να είχαμε συνολικά μόνο δύο δίσκους, έναν επιεικώς μέτριο (και μάλιστα ως Emerson, Lake & Powel) και έναν απογοητευτικό (Civilian-1980), είχαμε όμως στα ντουζένια του τον Peter Hammill ο οποίος ούτε λίγο ούτε πολύ κυκλοφόρησε 8 studio δίσκους στα 80s. Από αυτούς, το The Black Box του 1980 χρίζει αναφοράς λόγω του πολύ πειραματικού του χαρακτήρα και της darkwave αισθητικής του. Πάντως συνολικά οι πιο αξιόλογες δουλειές του στην δεκαετία υπήρξαν το Enter K του 1982 και ακόμη περισσότερο το Patience του 1983, δύο εξαιρετικοί δίσκοι που εναρμονίστηκαν με τον ήχο της εποχής, με τον Hammill να επενδύει στην εσωτερικότητα παραμένοντας progressive στην ουσία του. Η μοναδική του χροιά ντύνει τις πιο “less is more” συνθέσεις του σε σχέση με την περίοδο του στους VDGG, με το αποτέλεσμα να είναι και πάλι εντυπωσιακό. Κάντε την χάρη στον εαυτό σας και ακούστε το κομμάτι Patient.

Οι Kansas, η πιθανότατα κορυφαία αμερικανική prog rock μπάντα, άλλαξαν εντελώς κατεύθυνση στοχεύοντας σε έναν καθαρά εμπορικό radio friendly ήχο, και φυσικά η AOR πορεία που ακολούθησαν ουδεμία σχέση είχε με τα μεγαλεία της περιόδου 1974-1978. Δυστυχώς στο καλλιτεχνικό ναδίρ τους έφτασαν και οι μεγάλοι Jethro Tull, με τους synth πειραματισμούς, το drum programming και τις Dire Straits κιθάρες να μην ταιριάζουν καθόλου στο DNA της παρέας του Ian Anderson. O μόνος δίσκος από τους συνολικά 5 που σώζει κάπως τα προσχήματα είναι το Crest Of A Knave κι αυτό λόγω του εξαιρετικού Budapest.

MI0001330280

Τις χειρότερες μέρες τις καριέρας του βίωσαν και οι Camel, όπου η συνθετική πτώση που άρχισε να παρατηρείται από το Rain Dances και μετά συνεχίστηκε και στο Nude του 1981, τον δίσκο που εγκαινίασε την είσοδό τους στα 80s. Αρκετά μελωδικός αλλά χωρίς εμπνευσμένες συνθέσεις, οι κορυφές του περιορίστηκαν στα πάντα συγκινητικά solo του Andrew Latimer. Η κατηφόρα συνεχίστηκε με το απογοητευτικό The Single Factor, τον ίσως χειρότερο δίσκο της καριέρας τους. Το Stationary Traveller του 1984 αποδείχτηκε μια υγιής ανάσα στα πνευμόνια της μπάντας. Παρόλη την αρκετά εμπορική χροιά του, εδώ όλως παραδόξως  ταιριάζει με τα ψήγματα συμφωνικού prog που απέμειναν από την θρυλική τους περίοδο (‘73-‘77) με το τελικό αποτέλεσμα να κρίνεται επιτυχημένο. Από εκεί και πέρα ξεκίνησε μια δικαστική μάχη του Latimer με τον πρώην manager τους Geoff Jukes που ήταν και η αφορμή να μπει το συγκρότημα για 7 συνολικά έτη στον πάγο.

 

Η αυλαία της δεκαετίας  που μελετάμε επιφύλασσε μερικές πολύ ευχάριστες ειδήσεις στην αντιπροσωπευτικότερη space rock μπάντα, τους Hawkwind. Η είσοδος των Tim Blake στα πλήκτρα και Ginger Baker στα drums τους έδωσε πνοή, και με ανανεωμένο line up κυκλοφόρησαν  το εξαιρετικό Levitation, τον κορυφαίο τους δίσκο τους από το Warrior On The Edge Of Time μέχρι και σήμερα.

Η παρέα του καπετάνιου Dave Brock συνδυάζει για άλλη μια φορά ιδανικά το βρώμικο garage rock με space ατμόσφαιρες και θεσπέσιες μελωδίες μέσα από 9 αψεγάδιαστες συνθέσεις. Δυστυχώς οι Blake και Baker αποχώρησαν, με τους υπόλοιπους 5 δίσκους τους (Sonic Attack-1981, Church Of Hawkwind-1982, Choose Your Masques-1982, The Xenon Codex-1988) να μην πλησιάζουν το μεγαλείο του Levitation και συνολικά να κρίνονται μετριότατοι, με μοναδική εξαίρεση το αρκετά heavy για τα δεδομένα τους και επηρεασμένο στιχουργικά από το βιβλίο Elric Of Melnibone του Michael Moorcock,  The Chronicle Of The Black Sword.

Για να περιγράψει κανείς την φάση στην οποία είχε περιέλθει η γερμανική σκηνή, ακόμα και να πει ότι περνούσε μια μακρά περίοδο παρακμής δεν αποτυπώνει ούτε περιγράφει πλήρως την πραγματικότητα. Στην ουσία είχε ήδη διαλυθεί από τα τέλη των 70s, με τις μπάντες που συνέχιζαν να δισκογραφούν με συνέπεια και ποιότητα να είναι πραγματικά ελάχιστες. Ειδικά ο krautrock ήχος είχε εξαφανιστεί, με τα synths να έχουν κυριεύσει στις περισσότερες των περιπτώσεων. Αυτή  η κατάσταση δυστυχώς επιδεινώθηκε στα 80s, με τα μεγάλα σχήματα όχι μόνο να απογοητεύουν, αλλά μερικά να βγάζουν πικρόχολο και δικαιολογημένο γέλιο (Amon Duul II, Can, Klaus Schulze, Lucifer’s Friend, Birth Control, Embryo, Kraan, Jane, Cluster, Passport, Triumvirat, Novalis, Grobschnitt). Πέρα από τις μπάντες που θα αναφερθούν παρακάτω, από τον πιο underground χώρο παραδόξως ξεχώρισαν οι Γερμανοελβετοί Brainticket κυκλοφορώντας τα Adventure και Voyage, δύο εντελώς spacey και jam-αριστούς/experimental δίσκους που διατηρούν αναλλοίωτο το πνεύμα και την αισθητική του μοναδικού Celestial Ocean.

Eloy - 1983
Οι Eloy το 1983

Λαμπρή εξαίρεση σε αυτό τον απογοητευτικό κανόνα αποτέλεσαν οι Eloy, οι οποίοι τουλάχιστον σε ποσότητα μας παρέδωσαν τους ίδιους δίσκους με τα 70s, δηλαδή 7 στο σύνολο (6 studio και ένα soundtrack). Το Colours που εγκαινίασε την είσοδό τους στα 80s, παρά το εντυπωσιακό εξώφυλλο και την αρκετά heavy κατεύθυνσή του δεν κατάφερε να ενθουσιάσει κοινό και κριτικούς με κάποιες μικρές εξαιρέσεις όπως τα Illuminations και Child Migration. Πλέον πρωταγωνιστικό ρόλο στον ήχο τους έπαιζαν τα synths, και με τα συγκεκριμένα δεδομένα το 1981 κυκλοφόρησαν το Planets,  τον καλύτερο τους δίσκο από το Silent Cries And Mighty Echoes και μετά. Έντονη ατμοσφαιρικότητα και επιβλητικές μελωδίες χαρακτηρίζουν τον συγκεκριμένο δίσκο, με κομμάτια όπως τα Mysterious Monolith, At The Gates Of Dawn και Carried By Cosmic Winds να μας θυμίζουν γιατί αγαπήθηκαν όσο λίγα prog σχήματα. Δυστυχώς τα ανέμπνευστα Time To Turn και Performance που ακολούθησαν δεν κατάφεραν να τους διατηρήσουν σε υψηλά ποιοτικά στάνταρ, ενώ η ΑΟR πινελιά και η πιο straight προσέγγιση του Metromania κατάφερε να τους δώσει παραδόξως μια δυνατή πνοή σε μια εποχή που η φήμη τους είχε ξεθωριάσει. Το φινάλε της δεκαετίας  με τα τραγικά Code Name: Wild Geese OST και Ra τους βρήκε στην χειρότερη φάση της καριέρας τους, βάζοντάς τους σε μια περίοδο μακράς κρίσης που μέχρι και σήμερα δισκογραφικά δεν έχουν καταφέρει να ξεπεράσουν.

ff_sei_still_0
Η φωτογραφία στο οπισθόφυλλο του Sei Still Wisse Ich Bin

Κάποια στιγμή η  μουσική ιστορία πρέπει να αναγνωρίσει τους Popol Vuh ως ένα από τα σπουδαιότερα σχήματα του εικοστού αιώνα, και τον Florian Fricke έναν μοναδικό δημιουργό που μέσω των έργων του πρωτοπόρησε, πειραματίστηκε, αναζήτησε τις επιρροές του μέσα από παραδοσιακές μουσικές και εν τέλει μεγαλούργησε. Η στενή σχέση του Fricke με τον σκηνοθέτη Werner Herzog που γιγαντώθηκε μέσα από τα μοναδικά soundtracks των Aguirre The Wrath Of God, Herz Aus Glas και Nosferatu, κατέστησε τον πρώτο ως υπεύθυνο για τις μουσικές επενδύσεις των ταινιών του δεύτερου. Έτσι, στα 80s οι Popol Vuh ανέλαβαν τα soundtracks 2 ακόμη ταινιών του σπουδαίου σκηνοθέτη, τα Fitzcarraldo και Cobra Verde με τα τελικό αποτέλεσμα να αποκλίνει αρκετά από τον γενικότερο χώρο του progressive. Κατά τ’άλλα σε επίπεδο studio κυκλοφοριών μας προσέφεραν τρεις δίσκους, τα Sei Still Wisse Ich Bin, Agape-Agape Love-Love και Spirit Of Peace, με το πρώτο να είναι συνολικά η καλύτερή τους δουλειά. Έχοντας ως μόνιμο πλέον μέλος την Renate Knaup, οι Γερμανοί πρωτοπόροι ενώνουν την meditating  θρησκευτική μουσική με έντονα ethnic και world music στοιχεία, με την spiritual και πειραματική διάθεση να τους χαρακτηρίζει όπως πάντα. Άξιο αναφοράς αποτελεί και το Tantric Songs, ένα εξαιρετικό compilation (με αγγλικούς τίτλους αυτή τη φορά) με τις κορυφαίες στιγμές των δίσκων Bruder Des Schattens – Sohne Des Lichts και Die Nacht Der Seele. Κλείνοντας το κεφάλαιο της γερμανικής σκηνής στα 80s, δεν θα μπορούσαν να μην αναφερθούν οι τεράστιοι Tangerine Dream, το σχήμα που ουσιαστικά διαμόρφωσε τον ηλεκτρονικό ήχο. Η συγκεκριμένη δεκαετία τους βρήκε υπέρ του δέοντος παραγωγικούς, με την συνολική του συγκομιδή (studio, live, soundtracks) να σταματάει στους 28 δίσκους! Με την αναλυτική δισκογραφική παρουσίαση να φαντάζει αδύνατη για πρακτικούς λόγους, ας επικεντρωθούμε στις  κορυφαίες τους στιγμές. Με το τρίτο μέλος να αλλάζει ενίοτε πέραν του βασικού πυρήνα των Froese και Franke, οι TD μετά την πιο παραδοσιακή prog rock κατεύθυνση των Cyclone και Force Majeure επέστρεψαν σταδιακά στον synth/new age ήχο κυκλοφορώντας το εξαιρετικό Tangram και το πολύ καλό Exit, και στην συνέχεια τα αξιοπρεπέστατα και αρκετά κοντά στο συνολικό πνεύμα της δεκαετίας Hyperborea και Underwater Sunlight. Εύφημος μνεία πρέπει να απονεμηθεί και στα 2 άριστα live Logos και Poland, αποδίδοντας όπως πάντα υλικό που δεν υπάρχει σε κανέναν άλλο studio δίσκο τους.

Και μιας και πιάσαμε μέσω των Tangerine Dream τον progressive electronic ήχο, θα ήταν άδικο να κλείσουμε το κεφάλαιο αυτό χωρίς να γίνει αναφορά στον μοναδικό δίσκο που ηχογράφησε στα 80s ο Manuel Göttsching, κιθαρίστας και ηγέτης των μεγάλων Ash Ra Tempel. Το E2-E4, αν και περισσότερο ηλεκτρονικό παρά prog, πέρα από τις εξαιρετικές στιγμές που περιέχει, θεωρείται ένα album-σταθμός για ολόκληρη την ηλεκτρονική μουσική, προκαλώντας εντύπωση για το πόσο πρωτοποριακό ακούγεται.

Όταν η κουβέντα πηγαίνει σε σχήματα που και κράτησαν αναλλοίωτο τον prog χαρακτήρα τους, αλλά και εναρμονίστηκαν στην εποχή τους χωρίς να φτηνύνουν τον ήχο τους, τότε οι King Crimson είναι πάντα το ένα από τα δύο σχήματα που θα αναφερθούν πρώτα. p55502wgd16Μετά από 7 χρόνια ανομβρίας μεταξύ της κυκλοφορίας του Red και της λήξης της πρώτης διάλυσής τους, ο Robert Fripp αποφάσισε να τους επανενεργοποιήσει έχοντας στο μυαλό του να μην μιμηθεί το μουσικό του παρελθόν, αλλά να πρωτοπορήσει δημιουργώντας κάτι νέο και ηχητικά φρέσκο. Με καινούριο line-up/dream team αποτελούμενο από τον “παλιό” Bill Bruford στα drums, τον Adrian Belew των Talking Heads σε φωνή και κιθάρα (πρώτη φορά που ο Fripp είχε δεύτερο κιθαρίστα στο σχήμα του) και το μόνιμο μέλος του Peter Gabriel και μάστορα του chapman stick Tony Levin, κυκλοφόρησαν το 1981 το Discipline. Η περιγραφή του συγκεκριμένου ιστορικού δίσκου είναι πραγματικά δύσκολη. Πάνω στα μαθηματικής ακρίβειας riff του Fripp και στα κατορθώματα του ανεπανάληπτου rhythm section, στήνονται οι πειραματισμοί του Belew ο οποίος έχει φέρει μια ξεκάθαρα new wave έως και pop αισθητική στο progressive των KC. Το όργιο του Discipline περιλαμβάνει από jazz/fusion και funk στοιχεία μέχρι afro ρυθμούς, κάτω από τον ανεπανάληπτο πειραματικό μανδύα που ποτέ δεν πέταξαν από πάνω τους. 

Κομμάτια όπως τα Elephant Talk, Frame By Frame και The Sheltering Sky έχουν γράψει την δική τους χρυσή σελίδα στον χώρο. Με τους μουσικοκριτικούς της εποχής να έχουν σαστίσει μην ξέροντας πώς να υποδεχτούν το συγκεκριμένο αριστούργημα, οι Βρετανοί μόλις την επόμενη χρονιά κυκλοφόρησαν το Beat, έναν πραγματικά πολύ καλό δίσκο που αφενός είναι πιο μελωδικός, αφετέρου κινείται σχεδόν στα ίδια μουσικά πλαίσια του προκατόχου του, χωρίς βέβαια να καταφέρνει να φτάσει τις κορυφές του. Η 80s τριλογία τους πριν την δεύτερη τους διάλυση έκλεισε με το Three Of A Perfect Pair του 1984, έναν αρκετά άνισο δίσκο με τα πρώτα 4 κομμάτια να έχουν μια πιο 80s new wave δομή και τον υπόλοιπο να αποτελείται από ακραία πειραματική, μη δομημένη μουσική. Αν και μάλλον είναι το χειρότερο τους album από τα τρία, μέσα στο πειραματικό τους υλικό μπορεί να βρει κανείς μερικές εξαιρετικές στιγμές. Ευτυχώς αρκετά χρόνια αργότερα, κυκλοφόρησε και το Absent Lovers, ένα μοναδικό live ντοκουμέντο που αποτυπώνει πλήρως την συγκεκριμένη περίοδο της μπάντας.

Για να κλείσει με τον καλύτερο δυνατό τρόπο το πρώτο μέρος του αφιερώματος στο progressive rock των 80s, έμεινε εσκεμμένα για το τέλος το συγκρότημα με την σπουδαιότερη παρακαταθήκη που αφορά την συγκεκριμένη περίοδο, και αυτό δεν είναι άλλο από την παρέα των Geddy Lee, Alex Lifeson και Neil Peart. Οι Rush μετά από ένα ανεπανάληπτο σερί αποτελούμενο από τα 2112, A Farewell To Kings και Hemispheres, έκαναν το ιδανικό ποδαρικό κυκλοφορώντας στο πρώτο δεκαπενθήμερο του 1980 το Permanent Waves. Rush+Signals+473871Οι Καναδοί μέσω του συγκεκριμένου αριστουργηματικού δίσκου αφουγκράστηκαν την τάση της εποχής, εμπλουτίζοντας το κιθαριστικό heavy prog των προηγούμενων albums με new wave στοιχεία, με τα synths να αναλαμβάνουν πιο ενεργό ρόλο. Το hit του δίσκου The Spirit Of Radio με το σχεδόν reggae φινάλε του αποτελεί τον κράχτη του δίσκου, ενώ τα πιο μικρά σε διάρκεια Freewill και Different Strings αντιπροσωπεύουν την πιο απλή πλην όμως όμορφη πλευρά τους. Το Jacob’s Ladder συγκλονίζει με την σκοτεινή του ατμόσφαιρα, ενώ στο βασικό riff του επικού Natural Science δεν είναι υπερβολή να υποστηρίξει κανείς ότι εντοπίζεται το DNA του progressive metal. Ακόμη και το outsider του δίσκου Entre Nous αποτελεί ένα μικρό χαμένο διαμάντι στην δισκογραφία τους. Φυσικά δεν επαναπαύτηκαν στην επιτυχία του Permanent Waves, κυκλοφορώντας μόλις τον επόμενο χρόνο το Moving Pictures. Μόνο και μόνο το ότι έχει χαρακτηριστεί από μεγάλη μερίδα του κοινού τους ως το κορυφαίο τους album, αποδεικνύει την τεράστιά του αξία. Μέσα από 7 αψεγάδιαστες συνθέσεις, οι Rush τελειοποιούν το νέο στυλ που εγκαινίασαν τον προηγούμενο χρόνο. Εδώ το καναδικό τρίο εντυπωσιάζει με τις εκτελεστικές και συνθετικές του επιδόσεις, φτάνοντας ίσως στην κορυφή της χημείας μεταξύ τους, κι αυτό αποτυπώνεται είτε στα instant classics Tom Sawyer και Limelight, είτε στο πλέον χαρακτηριστικό τους instrumental κομμάτι YYZ, είτε στο prog anthem The Camera Eye, είτε στα μοναδικά και τόσο ιδιαίτερα Witch Hunt και Vital Signs. Με το Moving Pictures οι Rush έκλεισαν ένα σερί 5 καθαρών “δεκαριών”, τοποθετώντας τους στην prog κορυφή της εποχής. Το επόμενο βήμα τους ήταν η κυκλοφορία του Signals, ενός δίσκου που ενίσχυσε την χρήση των synths και τους βρήκε να απλουστεύουν ακόμη περισσότερο τις δομές, ρίχνοντας το βάρος στην τραγουδοποιία. Και τα αποτελέσματα ήταν εντυπωσιακά, μιας και κομμάτια όπως τα Subdivisions, The Analog Kid και Digital Man έχουν γράψει την δική τους σελίδα στην Rush ιστορία.  

Στα ίδια στιλιστικά πλαίσια κινήθηκε και το Grace Under Pressure, βρίσκοντάς τους μάλιστα να επηρεάζονται από τους Police που τότε ήταν στο peak της καριέρας τους. Με έναν radio friendly ήχο που δεν μείωνε ωστόσο την prog τους κατεύθυνση, οι Rush παρουσίασαν μία από τις καλύτερες πρώτες πλευρές δίσκου τους, με τα Distant Early Morning, Afterimage, Red Sector A και The Enemy Within να τους αντιπροσωπεύουν επάξια σε μια δύσκολη περίοδο για τον progressive ήχο. Αν και το Power Windows αδικήθηκε αρκετά από τον πυρήνα των οπαδών τους λόγω της αρκετά εμπορικής 80s χροιάς του, πρόκειται για έναν πολύ καλό δίσκο που θέλει αρκετές ακροάσεις για να εκτιμηθεί το περιεχόμενό του και κομμάτια όπως τα Manhattan Project και Mystic Rhythms. Το πραγματικό τους ναδίρ υπήρξαν τα μετριότατα Hold Your Fire και Presto, με το πρώτο να συνεχίζει το synth-oriented στυλ τους χωρίς ωστόσο να καταφέρει να αναδείξει κάποιο σπουδαίο κομμάτι, και το δεύτερο να προσπαθεί να επαναφέρει τον κιθαριστικό τους ήχο με τα αποτελέσματα να μην τους δικαιώνουν, δεν είναι τυχαίο ότι θεωρείται από πολλούς το χειρότερο album της καριέρας τους. Παρόλα αυτά, τα όσα σπουδαία πέτυχαν την περίοδο 1980-1984 με τους 4 studio δίσκους συν το εξαιρετικό Live Exit…Stage Left, ήταν αρκετά ώστε να τους χαρακτηρίσουν ως το πιο επιτυχημένο 70s σχήμα που συνέχισε το ίδιο ποιοτικά και στα 80s.

Στο επόμενο μέρος τους αφιερώματος θα ασχοληθούμε με τον underground χώρο του progressive, ρίχνοντας μια αναλυτική ματιά στα παρακλάδια που άνθισαν εκείνη την περίοδο, την εμφάνιση του neo-prog που έδωσε πνοή και έκανε το μουσικό κοινό να στρέψει ξανά το βλέμμα του προς το αγαπημένο μας είδος, και την ποιοτική αντιπροσώπευση του symphonic, του fusion και του avant-prog από σχετικά άγνωστα σχήματα που τα πονήματά τους δεν αξίζει να μένουν στην αφάνεια.

Κάντε το πρώτο σχόλιο

Υποβολή απάντησης