Porcupine Tree – Closure / Continuation

[Music For Nations, 2022]

Εισαγωγή: Δημήτρης Καλτσάς

Η επιστροφή των Porcupine Tree δεν αποτέλεσε μεγάλη έκπληξη για όσους παρακολουθούν την πορεία του Steven Wilson. Ωστόσο, 13 χρόνια μετά την κυκλοφορία του The Incident δεν είναι λίγα και λογικά πολλά έχουν αλλάξει από το 2009. Πρώτα απ’ όλα, το momemtum δεν είναι το ίδιο, για την ακρίβεια ήταν άγνωστο αν υπήρχε ή αν η επιλογή της αναβίωσης της σπουδαίας μπάντας ήταν μία αναγκαστική επιλογή του Wilson μετά το απογοητευτικό The Future Bites.

Σε κάθε περίπτωση, η επιστροφή των Porcupine Tree είναι μακράν το πιο σημαντικό νέο για την προοδευτική μουσική το 2022 και ακόμα και χωρίς τον Colin Edwin, το κατά πόσο μπορεί το Closure / Continuation να εντυπωσιάσει το κοινό της μπάντας αποτελεί ένα τεράστιο στοίχημα. Κι αυτό το κάνει ακόμα πιο ενδιαφέρον…


 

Γεφυρώνει το απρόβλεπτο της επιστροφής των PT με το μνημειώδες παρελθόν, λοξοκοιτώντας στις κορυφαίες solo στιγμές του Steven Wilson

Η σιωπηρή απόσυρση ενός συγκροτήματος, του οποίου η φήμη και το καλλιτεχνικό εκτόπισμα ολοένα και αυξανόταν μέχρι και το The Incident, η επιτυχία του Steven Wilson με τη solo καριέρα του, αλλά και οι ψίθυροι για την επιρροή των Porcupine Tree στο σύγχρονο μουσικό γίγνεσθαι του προοδευτικού χώρου οδήγησαν στην αναπόφευκτη επιστροφή τους στα δισκογραφικά δρώμενα. Και αν κατά τα προηγούμενα χρόνια, ο Wilson πρωτίστως, αλλά και οι Barbieri, Harrison από την άλλη δεν έκαναν την παραμικρή αναφορά για τη νέα τους σύμπραξη, ωστόσο κανείς δεν απέκλειε ότι οι Porcupine Tree θα επέστρεφαν.

Και αν η απουσία του μπασίστα Colin Edwin έγινε αισθητή στο σταδιακά αυξανόμενο «επιθετικό μάρκετινγκ» των Porcupine Tree μετά την αρχική είδηση της επιστροφής τους ως τριάδας, τα πρώτα δείγματα με το Harridan, έσβησαν τις όποιες αμφιβολίες του εγχειρήματος και σα να μείωσαν κάπως τη χρονική απόσταση με το μακρινό Incident.  Τι έχουν να πουν οι Porcupine Tree λοιπόν με το ενδέκατο άλμπουμ τους τόσα χρόνια μετά και με τον ίδιο τον Wilson να έχει αναδειχθεί σε μια από τις πιο διαχρονικές pop φιγούρες του βρετανικού προοδευτικού ήχου; Και αν το αριστούργημά του, The Raven That Refused To Sing ήταν μια ωδή στη γνήσια προοδευτική του 70’s πλευρά, μια φανταστική προσωπική πινελιά στο οικοδόμημα της vintage αισθητικής που επεκτάθηκε στη μουσική βιομηχανία, η επιτυχημένη στροφή σε πιο pop μονοπάτια που ακολούθησε μετά από λίγο, έφερνε ολοένα και περισσότερο στο νου τις περιπέτειες του Wilson με τους Porcupine Tree, μιας και η γνωριμία τους με ένα νέο κοινό αυξανόταν και μέσα από τις συνεχείς (και εξαιρετικές) περιοδείες του για την προώθηση των προσωπικών του άλμπουμ.  Και ο Gavin Harisson από την άλλη, είχε την ευτυχή συγκυρία να περιοδεύει με το διαχρονικά παντοδύναμο brandname των King Crimson και την αναθεωρημένη του σύνθεση, πάντα με τον Fripp στο τιμόνι, αλλά και να συμμετέχει στους αξιόλογους Pineapple Thief.

Το Closure / Continuation λοιπόν, με σαφή αυτοαναφορική υπόσταση στον τίτλο του, έρχεται ετεροχρονισμένα να δικαιώσει τη φήμη ενός συγκροτήματος που έχει πλέον κατακτήσει τη διαχρονικότητά του ακόμα και μετά από μια τόσο μεγάλη ανενεργή περίοδο. Και αυτό που εν αρχής διακρίνει ο ακροατής είναι ότι παρόλο οι συνθέσεις που διανθίζουν το άλμπουμ έχουν δημιουργηθεί σε μια μακρά περίοδο,  όπως δηλώνουν και οι ίδιοι, δεν ακούγονται σαν τη φυσική συνέχεια του Incident, και φυσικά δεν αποτελούν σπαράγματα ηχογραφήσεων εκείνης της περιόδου, αλλά νέο υλικό. Και αν το εναρκτήριο Harridan που αποτέλεσε τον προπομπό του άλμπουμ δίνει την απαραίτητη Porcupine Tree αύρα που συνδέει τον ήχο τους στη διαχρονία του, με όλα εκείνα τα στοιχεία που χαρακτηρίζουν το γκρουπ, η συνέχεια είναι κάπως διαφορετική, με συνθέσεις που ποικίλλουν, αλλά ακούγονται και γνώριμες ταυτόχρονα.

Παρόλο που εν συντομία οι περισσότερες ηχητικές παραπομπές βρίσκονται κάπου μεταξύ του In Absentia και του Fear of A Blank Planet, οι προσωπικές δουλειές του Wilson που ακολούθησαν είναι αυτές που στο φαίνεται να  έχουν προσδώσει μια μεγάλη επιρροή στο άλμπουμ. Και αν οι συνθέσεις βασίζονται κυρίως στην πρώιμη συνεργασία μεταξύ Wilson/Harrison και εν συνεχεία στις προσθήκες και την επιμέλεια του Barbieri, είναι φανερή πλέον η παραπάνω αναφερόμενη επιρροή. Κυρίως του The Raven that Refused to Sing και του Hand.Cannot.Erase βέβαια, καθώς οι συγκεκριμένοι δίσκοι είναι και αυτοί που θα μπορούσαν να είναι και μέρος της δισκογραφίας των Porcupine Tree αντίστοιχα. Αλλά εφόσον έχουν προηγηθεί του Closure/Continuation, η σφραγίδα τους και η τεχνογνωσία του Wilson πια σε κομμάτια σαν το Dignity ή το Herd Culling είναι πλέον αναγνωρίσιμα στοιχεία, τα οποία σε συνδυασμό με τις πινελιές των Harrison/Barbieri (κυρίως στα ηχοτοπία που κτίζει ο δεύτερος) είναι πλέον ενσωματωμένα στην ταυτότητα της νέας αυτής εποχής του συγκροτήματος.  Και αν η απουσία του Colin Edwin δεν περνάει απαρατήρητη, η δουλειά που αναλαμβάνει ο Wilson στο μπάσο καλύπτει τα κενά. Με το Chimera’s Wreck, το μεγαλύτερο κομμάτι του άλμπουμ, ενδεχομένως να γίνονται και οι περισσότεροι συνειρμοί με το παρελθόν της μπάντας, καθώς το σταδιακό κτίσιμο της σύνθεσης, τα solos, οι δυναμικές στα τύμπανα και οι ατμοσφαιρικές πινελιές στα πλήκτρα, όλα αυτά τα στοιχεία είναι εκείνα που θυμίζουν (ίσως επαναλαμβάνουν κιόλας) τους Porcupine Tree του Deadwing και του Fear of The Blank Planet.

Ακόμα, με μια συνέπεια στη λογική των boxsets, των συλλεκτικών, πολυτελών και διαφορετικών εκδόσεων, κάτι που έγινε και την περίοδο των προσωπικών άλμπουμ του Wilson, τρεις εξαιρετικές συνθέσεις που θα μπορούσαν να χωρέσουν με άνεση στο άλμπουμ παρουσιάζονται ως επιπρόσθετο υλικό αφαιρώντας κάτι από την «κανονική» του έκδοση.

Επομένως τι έχει να πει ένα άλμπουμ των Porcupine Tree μετά από μια τέτοια μακροχρόνια απουσία; Καταρχάς είναι μια κυκλοφορία που έχει να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις μιας αβεβαιότητας για τους ίδιους που αναπτύχθηκε με τα χρόνια και να καταφέρει να προσεγγίσει ένα μνημειώδες δισκογραφικό παρελθόν, ανάλογα και τι επιζητά ο καθένας από τους Porcupine Tree. Το Closure / Continuation περιέχει όλα εκείνα τα στοιχεία που έκαναν τους Porcupine Tree δημοφιλείς μετά το In Absentia, γεφυρώνει με μια χαρακτηριστική άνεση του Wilson να γράφει αναγνωρίσιμα τραγούδια, το παρόν της μπάντας με τις solo δουλειές του και σε τελική ανάλυση είναι μια κυκλοφορία που απευθύνεται πρωτίστως στους οπαδούς τους και με αυτό καταφέρνει να καταστεί μια επιτυχής επιστροφή. Οι Porcupine Tree γοητεύουν ξανά και συντηρούν το μύθο τους με τη ίδια πετυχημένη συνταγή των καλοδουλεμένων ποιοτικών συνθέσεων.

8 / 10

Πάνος Παπάζογλου

 

2η γνώμη

 

Έλειπε ο ήχος αυτός εδώ και πολλά χρόνια από τα ηχεία μας! Η αμεσότητα των riffs, ο πειραματισμός με funk / Tool / Opeth και οι νοσταλγικές αναφορές στα 70s μέσα από το φίλτρο του alt prog που και οι ίδιοι βοήθησαν να παγιωθεί, όλα ηχούν ευχάριστα στα αυτιά μου, ενώ οι πρόσφατες προσωπικές δουλειές του Wilson δεν μπόρεσαν για διάφορους λόγους να αναπληρώσουν το κενό. Το τρίο των Wilson / Barbieri / Harrison φαίνεται ξεκάθαρα ότι έχει δουλέψει πολύ αυτές τις συνθέσεις μέσα στα χρόνια που πέρασαν και ηχούν πολύ ώριμες. H αλληλουχία των συνθέσεων παραπέμπει σε έντονο ημιτονοειδές κύμα (δυναμικές εναλλάσσονται με μελαγχολικές / υποτονικές) και βοηθάει στο να «καταναλωθεί» εύκολα ο δίσκος από τον ακροατή. Τα στοιχείο της έκπληξης αλλά και της συνοχής λείπουν (το άθροισμα των μερών φαίνεται κατά πολύ ισχυρότερο του συνόλου) και έτσι αυτή η δουλειά δεν προσφέρεται για μνημόνευση μεταξύ των κορυφαίων τους. Οι ηλεκτρονικοί πειραματισμοί του Walk the Plank και η κορύφωση στο εμπνευσμένο, επικό Chimera’s Wreck δε φτάνουν για να το βάλουν σε αυτήν την κατηγορία. Ίσως δεν χρειάζεται, ίσως η ώριμη επιστροφή φτάνει για να ικανοποιήσει την περιέργεια μας (μέχρι την επόμενη φορά) και σίγουρα δεν αφαιρεί τίποτα από την αξία του γκρουπ…

7 / 10

Θάνος Πάτσος