Disillusion – Ayam

[Prophecy Productions, 2022]

Εισαγωγή: Δημήτρης Καλτσάς

Οι Disillusion σχηματίστηκαν το 1994 ως δημιουργικό όχημα του Andy Schmidt, συνθέτη, τραγουδιστή και πολυοργανίστα. Μετά από τρία EP στα οποία το σχήμα έψαχνε τον ήχο του, στην μπάντα προσχώρησαν οι Jens Maluschka (ντραμς) and Rajk Barthel (κιθάρα) και το 2004 κυκλοφόρησε το ντεμπούτο τους με τίτλο Back to Times of Splendor, ένα πρωτότυπο για την εποχή μείγμα progressive metal και μελωδικού death metal. Δύο χρόνια μετά, το Gloria εντυπωσίασε για την πρωτοφανή επιλογή να αναμείξουν το προοδευτικό metal με το industrial, κάτι που επί της ουσίας κανείς άλλος δεν τόλμησε με τέτοια καλλιτεχνική επιτυχία.

Η καταξίωση που τόσο δικαιούνταν το σχήμα του Schmidt και οι Disillusion παρέμειναν ανενεργοί για περίπου μία δεκαετία και επέστρεψαν με ανανεωμένη σύνθεση με το εξαιρετικό The Liberation το 2019. Το Ayam κυκλοφόρησε φέτος για να πείσει τους πάντες πως έχουν κάτι να πουν ακόμα και τόσα χρόνια μετά, αλλά ίσως και ότι ποτέ δεν είναι αργά για την επιτυχία. Μακάρι…


 

Οι Disillusion συνεχίζουν να πορεύονται σε ένα δικό τους, μοναχικό μονοπάτι προς την αναγνώριση και προσφέρουν ξανά ένα εξαιρετικό δείγμα της ταυτότητάς τους

Οι απαντήσεις, όσον αφορά τις ποιοτικές σταθερές ενός συγκροτήματος που με δύο πρώιμες κυκλοφορίες κατάφερε να αφήσει τη δική του πινελιά στον προοδευτικό heavy ήχο, αλλά απείχε για μεγάλο χρονικό διάστημα από τα δισκογραφικά δρώμενα, δόθηκαν με μια εξαιρετικά εμφατική ορμή προ λίγων ετών. Γιατί το Liberation υπήρξε μια διθυραμβική επιστροφή, άξια θριαμβολογικού περιεχομένου γύρω από τους Γερμανούς Disillusion και το εκτόπισμά τους σε ένα μουσικό γίγνεσθαι μιας τάσης του progressive ήχου, η οποία έχει χάσει την αίγλη και την πρωτοπορία της προ πολλού.

Οι ακροατές με εξοικείωση στον ήχο των Γερμανών από τις εποχές των δύο ΕΠΙΚΩΝ δίσκων της πρώτης περιόδου τους (Back to Times of Splendor και Gloria), είχαν ήδη από το Liberation αντιληφθεί τις προθέσεις τους να προσεγγίσουν εκ νέου μια πιο heavy πτυχή του ήχου τους, με τις καινοτομίες και τα στοιχεία εκλεκτικισμού να κυριαρχούν και να αναδεικνύουν το ταλέντο τους να αναπτύσσουν τις ιδέες τους σε ολοκληρωμένες συνθετικές προτάσεις, κτίζοντας άλμπουμ με ταυτότητα σε ένα δικό τους μικρόκοσμο. Και αν μεσολάβησαν 13 χρόνια μεταξύ του Gloria (2006) και του Liberation (2019), αυτή είναι μια λεπτομέρεια, πάνω στην οποία ο ιθύνων νους πίσω από τους Disillusion, Andy Schmidt, φαίνεται να δούλεψε με ιδιαίτερη ζέση, καθώς γεφύρωσε τις δύο εκφάνσεις της μπάντας με μοναδικό τρόπο και τους επανέφερε σε μια δικαιωματικά κερδισμένη θέση στη σύγχρονη σκηνή.

Έτσι λοιπόν, τρία χρονιά μετά τη δυναμική επιστροφή τους  ακολουθούν το ίδιο μονοπάτι, και με προορισμό το νέο τους πόνημα, Ayam. Ήδη από τις ομοιότητες του εξωφύλλου, αλλά και τις πρώτες ηχητικές αναφορές, η σύγκριση με το Liberation είναι εμφανής και αναμενόμενη. Όμως, πώς καταφέρνει να σταθεί, έχοντας να διαδεχτεί ένα εξαιρετικό άλμπουμ; Καταρχάς, όπως ήδη αναφέρθηκε, συνεχίζουν με ασφάλεια την εξερεύνηση του ηχητικού τους πλούτου, με μια σαφή αναφορά στη συνέχεια του προηγούμενου δίσκου τους και σε σχεδόν εξήντα λεπτά αναλαμβάνουν τη χαρτογράφηση ενός γνώριμου, αλλά πολυποίκιλου ωκεανού. Με παρούσα την αισθητική του ευρωπαϊκού προοδευτικού σκληρού ήχου να πλανάται, οι Disillusion έχουν μια αναντίρρητη ικανότητα να συνδυάζουν ευκολομνημόνευτα riffs με δύστροπα περάσματα, εξαιρετικά heavy σημεία με ατμοσφαιρικές απολήξεις, αλλά και συνολικά ένα έξυπνο γράψιμο συνθέσεων. Μοντέρνος ήχος, καθαρή παραγωγή, χρήση πνευστών, εγχόρδων κ.τ.λ. και γενικά ένα πλούσιο αποτέλεσμα.

Από την πρώτη κιόλας εντύπωση που αφήνουν με το Am Abgrund, οι Disillusion εξ αρχής δείχνουν τις διαθέσεις τους. Εντεκάλεπτη σύνθεση, συμπεριλαμβάνει όλα εκείνα τα στοιχεία που βρίσκονται διάχυτα στις κυκλοφορίες τους, με ποικιλία στα φωνητικά, δυναμικές έντονες, σόλο, heavy στα όρια του ντεμπούτου τους. Και εν συνεχεία, με τις υπόλοιπες συνθέσεις που ακολουθούν, απλά οι ακροάσεις ενισχύουν την αξία κάθε νέας κυκλοφορίας των Γερμανών. Ακόμα και μια πινελιά προς το ιδιαίτερο Gloria (ένα υποτιμημένο άλμπουμ τελικά) με το Tormento φερ’ ειπείν προσθέτει άλλο ένα στοιχείο στην προοδευτική τους ανέλιξη. Και αν ίσως ένα πέρασμα εκεί ή αλλού ή παρακάτω θυμίζει κάτι, αυτό γίνεται εν τέλει ένα κομμάτι του ήχου των Disillusion, οι οποίοι έχουν καταφέρει να κτίσουν με την επιμονή και την ιδιαιτερότητα του στυλ τους, μια προσωπική ταυτότητα.

Με το Driftwood ακολουθούν πιο ατμοσφαιρικά περάσματα, ενώ με το Abide the Storm προσφέρουν ίσως την πιο χαρακτηριστική στιγμή, ένα αμάλγαμα των αναγνωρίσιμων στοιχείων της μπάντας, με εναλλασσόμενες τις διαθέσεις και τα riffs να διαδέχονται το ένα το άλλο, αλλά και μια πιο μελωδική προσέγγιση να συνεισφέρει στην ισορροπία του κομματιού.

Συνολικά, οι Disillusion καταφέρνουν να ακολουθήσουν ένα θρίαμβο σαν το Liberation που προηγήθηκε με μια εξίσου επιτυχημένη απόπειρα να αγγίξουν τον ήχο που οραματίζεται από την αρχή ο Andy Schmidt και συνεπικουρούν τα υπόλοιπα μέλη με τις εκτελεστικές και συνθετικές τους ικανότητες. Το Ayam είναι και αυτό ένα άλμπουμ με πλούσιο ήχο, προοδευτικές παραπομπές, πεντακάθαρη παραγωγή και έρχεται να προστεθεί σε ένα σερί τριών δίσκων που αγγίζουν τις κορυφές που ο συγκεκριμένος χώρος από καιρό παλεύει να αναδείξει. Από ‘κει και πέρα, δεν έχει νόημα μιας συνεχούς σύγκρισης με το προηγηθέν Liberation (παρόλο που μόνη της γίνεται…), αλλά η αναφορά και επιβεβαίωση της σταθερής, ποιοτικής και μοναχικής ίσως πορείας των Disillusion προς την ευρεία αναγνώριση. Το Ayam είναι μια από τις κυκλοφορίες της χρονιάς και η ευκολία με την οποία συμβαίνει αυτό είναι δείγμα της αξίας του.

8.5 / 10

Πάνος Παπάζογλου

 

2η γνώμη

 

Φαίνεται πως οι Disillusion, από τη στιγμή της επανόδου τους, κινούνται με κεκτημένη ταχύτητα. Το Liberation, μετά από εκείνο το εξόχως πειραματικό Gloria, ήταν το πρώτο δείγμα γραφής του ανακαινισμένου οχήματος του Andy Schmidt . Η νέα μορφή της μπάντας επέλεξε να αφήσει πίσω της το παρελθόν για να ακολουθήσει ένα άλλο – εξίσου ενδιαφέροντα – δρόμο προς το προοδευτικό metal. To Αyam επεκτείνει το ύφος του προκατόχου του, προσδίδοντας του μια πιο ολοκληρωμένη μορφή. Ανάμεσα  στα σκληρά metal ξεσπάσματα που σε παρακινούν να ευθυγραμμιστείς με την ένταση τους και τα ατμοσφαιρικά τους σημεία που σε καλούν να χαθείς στην άβυσσο τους, μια ορχηστρική διάθεση διαπνέει τα προηγούμενα και λειτουργεί σαν συγκολλητική ουσία. Τα χρόνια του εγκλεισμού που επέβαλε η πανδημία ενστάλαξαν στη μπάντα μια οργισμένη έκφραση που βουτάει στην άπλετη μελαγχολία για να στήσει τους ήχους της. Το κυριότερο: η μπάντα φαίνεται χαλυβδωμένη να καταθέσει το σπουδαιότερο της έργο. Η άρτια παραγωγή και το κάθε κομμάτι κουβαλούν τη χαρακτηριστική πλέον σφραγίδα  τους.

9 / 10

Χρήστος Μήνος