1979

Από τον Δημήτρη Καλτσά

26 / 11 / 2015

Πριν δύο χρόνια με μια καλή παρέα φίλων (όλοι τους είναι συντάκτες του ProgRocks.gr σήμερα) είχαμε επιδοθεί στο προσφιλές σπορ της κατάρτισης ενός top 20 προσωπικών αγαπημένων albums για κάθε χρονιά από το 1966 μέχρι σήμερα. Λόγω αυτονόητης αντικειμενικής δυσκολίας το διάστημα 1970-’75 δεν το αγγίξαμε, αλλά εκείνο που μου έμεινε αξέχαστο ήταν το ξέσπασμα σε γέλια όταν έδειξα στην ομήγυρη τις προτιμήσεις μου για το 1979. Η αλήθεια είναι ότι με εξαίρεση το “Highway To Hell” κανένας ευρέως γνωστός δίσκος δεν συμπεριλαμβανόταν, κάτι το οποίο συνειδητοποίησα και ο ίδιος ελαφρώς καθυστερημένα. Μετά τα δέοντα πειράγματα και τον αυτοσαρκασμό δεσμεύτηκα μια μέρα να απαντήσω αναλυτικά για τις επιλογές μου και να επιχειρηματολογήσω δημοσίως υπέρ των μυστηριωδώς πάμπολλων και περιέργως αδικημένων διαμαντιών του 1979. Η ημέρα αυτή έφτασε και δε θα μείνω στη λίστα εκείνη. Ακολουθεί μια εκτενής προσωπική ματιά στον prog / fusion κόσμο του 1979 με όσο το δυνατό πιο σύντομη αναφορά σε οτιδήποτε εξαιρετικό. Έτσι, για να κοπούν τα γέλια (ή μάλλον να ξεκινήσουν και πάλι).

 

Post-Jurassic era

 Το 1979 το progressive rock βρισκόταν στη δύση του για πρώτη φορά, ο περίπλοκος ήχος θεωρούνταν ξεπερασμένος και το κοινό αναζητούσε νέους mainstream ήρωες στο punk και το new wave. Τα μεγάλα prog συγκροτήματα, οι λεγόμενοι δεινόσαυροι, απείχαν φανερά από την ακμή τους. Μπορεί οι Jethro Tull, Camel, SBB και Banco να στάθηκαν σε αξιοπρεπές επίπεδο και οι Pink Floyd να γεύτηκαν την απόλυτη επιτυχία με το σημαντικότατο αλλά και υπερεκτιμημένο “The Wall”, ωστόσο οι κυκλοφορίες πολλών άλλων θρύλων του είδους (ενδεικτικά: Barclay James Harvest, Kansas, Mike Oldfield, Renaissance, Beggars Opera) ήταν κατώτερες ακόμα και των πιο συγκρατημένων προσδοκιών. Από τη γενικευμένη πτωτική τάση των μεγάλων του prog κάποιοι βέβαια όχι απλώς διασώθηκαν, αλλά μεγαλούργησαν. Οι John Wetton και Eddie Jobson είχαν χαράξει ήδη το δρόμο για το μέλλον του prog ήχου με τους UK και ως τρίο πλέον με τον Terry Bozzio εντυπωσίασαν και πάλι με το “Danger Money”.

Peter Hammill - Ph7Το “pH7” αποτελεί ένα στολίδι στη δεύτερη φάση της προσωπικής καριέρας του Peter Hammill, την πιο ανεξάρτητη και πειραματική, με τον προοδευτισμό να κρύβεται πίσω από την singer-songwriter φύση των κομματιών επιτείνοντας την αμεσότητα και αναδεικνύοντας την εσωτερικότητα του ιδιοφυώς εκσυγχρονισμένου πάλαι ποτέ ηγέτη των VDGG. Την ίδια χρονιά ο Hammill, ο Phil Collins, ο Brian Eno και ο Peter Gabriel συμμετείχαν στο “Exposure” του Robert Fripp, έναν από τους πιο πολυπρόσωπους δίσκους της δεκαετίας. Experimental, noise, prog, σχεδόν metal (o Ηammill ομοιάζει φωνητικά με τον Rob Halford περισσότερο από ποτέ), art-rock, ambient κ.ά. παρελαύνουν με μεγάλη ταχύτητα στα μικρά κομμάτια του αγαπημένου αυτού album, που συν τοις άλλοις έχει κι ένα «καταραμένο» άρωμα Νέας Υόρκης (εκεί ηχογραφήθηκε).

Steve Hackett - Spectral MorningsΤο τρίτο album του Steve Hackett δεν είναι απλώς ένα από τα κορυφαία δείγματα progressive rock εν έτει 1979. Μπορεί να είναι αδύνατο να φτάσει το μεγαλείο του “Voyage Of The Acolyte”, αλλά είναι βέβαιο πως δεν αγγίζεται από κανένα άλλο, ξεχωρίζοντας για την εξαιρετική ενορχήστρωση και την μουσική πρωτοποριακότητα του πάντα ουσιώδη και φραστικά φειδωλού κιθαρίστα. Στα ρυθμικά και τα σόλο του Hackett στο “Spectral Mornings” (όπως και σε αυτά του Andy Latimer στο “I Can See Your House From Here” των Camel την ίδια χρονιά) βρίσκεται το εγχειρίδιο για το neo-prog κιθαριστικό παίξιμο που τελειοποίησε ο Steve Rothery τέσσερα χρόνια αργότερα.

Eloy - Silent Cries And Mighty EchoesΜιλώντας για δεινοσαύρους το 1979, στο μυαλό έρχονται γρήγορα οι Eloy που κυκλοφόρησαν τον 7ο δίσκο τους και έναν εκ των κορυφαίων της πλούσιας πορείας τους, δύο χρόνια μετά το “Ocean” (το οποίο ξεπέρασαν εδώ κατ’εμέ). Αν και οι επιρροές κυρίως από Floyd είναι παραπάνω από εμφανείς, ταιριάζουν καταπληκτικά με τις -ποτισμένες με την τυπική Eloy ενέργεια- συνθέσεις. Το “Silent Cries And Mighty Echoes” ήταν δυστυχώς ο τελευταίος δίσκος με τους Jürgen Rosenthal και Detlev Schmidtchen, τα πλήκτρα του οποίου παραπέμπουν ηχητικά και στους Tangerine Dream, όπως στο τρίτο μέρος του συγκλονιστικού epic “The Apocalypse”, ο τίτλος του οποίου είναι… “Force Majeure”!

 

Progressive electronic

Το 1979 τα synths ήταν state of the art. Ο ήχος των πλήκτρων εντός prog είχε λεπτύνει σε μεγάλο βαθμό και η ηλεκτρονική πλευρά του προοδευτικού ήχου άκμαζε. Όπως, όμως, σε όλα τα prog υποείδη το 1979, οι εκπλήξεις και οι obscure κυκλοφορίες έχουν τη μερίδα του λέοντος και εδώ. Το “10 ”GMT” των Kha-Ym αποτελεί uber underground μυστηριότητα με πραγματικά drums και μίξη ηλεκτρονικότητας με rock, άγουρο και παράδοξα ενδιαφέρον με ανοχή στον Atari ήχο βέβαια, αλλά ας μη μείνουμε εκεί. Πάρτε για παράδειγμα τον new age / ambient kosmiche οπτιμισμό των Deuter στο αγνοημένο “Ecstasy”, τους (σε σημεία παραμορφωμένους) πειραματισμούς του Philippe Besombes στο “Ceci est celà” με έντονες επιρροές από Stockhousen, το “Startos Airlines” των Hydravion (του Besombes επίσης), τα waltz carousel με μινιμαλιστικό πιάνο του Roedelius στο “Jardin Au Fou”, το zeuhly, σουρεαλιστικό και avant-garde “Let’s Start” του Igor Wakhévitch ή την πρώτη έντονα ψηφιακή προσωπική δουλειά του Edgar Froese, το “Stuntman”. Υπάρχουν όμως και κάποιοι πραγματικά ξεχωριστοί δίσκοι στην κατηγορία, υποκειμενικά τουλάχιστον. Ποιος μπορεί να ξεχάσει το “20 Jazz Funk Greats” των Throbbing Gristle, ένα από τα πιο πρωτοποριακά album της χρονιάς; Industrial και noise εναλλάσσονται με dark ambient και minimal electronic, με άρρωστο χιούμορ από το εξώφυλλο και τον τίτλο μέχρι την τελευταία νότα, επηρεάζοντας σχεδόν οτιδήποτε σχετικό έκτοτε.   

Robert Schroeder - Harmonic AscendantΤο “Harmonic Ascendant”, το ντεμπούτο του Robert Schroeder, είναι μία από εκείνες τις περιπτώσεις αγαπημένων δίσκων με τους οποίους εύκολα ταυτίζεται κανείς. Κι αυτό, γιατί ο συνδυασμός των synths με κιθάρα και τσέλο είναι μοναδικός, ενώ το ρομαντικό στοιχείο αποδίδεται με εικονοπλαστική δύναμη σε παραγωγή του Klaus Schulze, μορφώνοντας ένα ακόμα στολίδι του ήχου που και αυτό δε μοιάζει με τίποτα πριν και μετά το 1979.

Το καλλιτεχνικό εκτόπισμα του “Voyage Cérébral” είναι αντιστρόφως ανάλογο της φήμης που έχει όνομα του Didier Bocquet στο ευρύ κοινό. Όντας ο πιο πιστός Γάλλος στη σχολή του Βερολίνου, ο Bocquet με το δεύτερο album του αξίζει μια θέση ανάμεσα στους μεγάλους του prog ηλεκτρονικού ήχου. Χτίζοντας πάνω στα υπέροχα loops, τα μεταβαλλόμενης πυκνότητας acid synthscapes προτάσσονται σε ηχητικά σκοτεινό περιβάλλον ως προτροπή για ένα περιπετειώδες και πάντα απολαυστικό ταξίδι.

Heldon - Stand ByΤο έβδομο album των Γάλλων Heldon δεν είναι απλώς το κορυφαίο τους, αλλά και ένα από τα πιο προφητικά του δεύτερου μισού των 70s. Η αγάπη του εγκεφάλου Richard Pinhas για την πιο πειραματική περίοδο των King Crimson και την επιθετική λυρικότητα του zeuhl τροχοδρομείται πειραματικά -ηλεκτρικά και ηλεκτρονικά- σε τρεις συνθέσεις που διαφέρουν εκπληκτικά μεταξύ τους και ταυτόχρονα αλληλοσυμπληρώνονται. Το ομώνυμο κομμάτι ειδικά ακούγεται τόσο (μα τόσο) εκτός εποχής που είναι να απορείς για τη διορατικότητα που υπερβαίνει δύο δεκαετίες. Πατήστε το play και τα συμπεράσματα δικά σας…

Tangerine Dream - Force MajeureΤο trolling των Eloy που αναφέρθηκε παραπάνω φυσικά παραπέμπει στο “Force Majeure”, το ένατο studio album των Tangerine Dream που κυκλοφόρησε την ίδια χρονιά, στο οποίο υιοθέτησαν μια πιο ηλεκτρική προσέγγιση που απέχει από τις επιταγές του παραδοσιακού βερολινέζικου ήχου που οι ίδιοι έχτισαν, με εντονότερη παρουσία της κιθάρας και επιστροφή στα καθαρά progressive rock πρότυπα. Η μεγάλη εμπορική επιτυχία του album δύσκολα αντανακλά την αξία του δίσκου που στέκεται στο πάνθεον του ήχου που φαινομενικά παρήκμαζε το 1979.

   

 

Πόσο jazz-rock / fusion αντέχεις; 

Στα τέλη των 70s η σύζευξη rock και jazz διένυε ίσως την πιο παραγωγική της περίοδο, με ποικιλία ύφους που απείχε σε μεγάλο βαθμό από το αρκετά τυποποιημένο fusion των χρόνων που ακολούθησαν. Το 1979 οι σχετικές κυκλοφορίες που είναι άξιες αναφοράς εδώ είναι μερικές δεκάδες (μερικές από αυτές αναφέρονται σε άλλες ενότητες παρακάτω). Από την jazz όχθη αξιομνημόνευτες είναι οι δύο δουλειές του νέου τότε Pat Metheny (προσωπικά προτιμώ το “New Chautauqua”), το πιο χιουμοριστικό album της Carla Bley (“Musique Mecanique”), το αρκετά ambient “Swimming With A Hole In My Body” του Bill Connors, το μελωδικό jazz-prog / fusion “Just as I Thought” του David Sancious, καθώς και η συνεργασία των γιγάντων Terje Rypdal, Miroslav Vitous και Jack DeJohnette για την ECM. Δύο albums είχαν το 1979 και οι εξαιρετικοί avant-garde folk / jazz fusion Oregon με ανώτερο  το υπέροχο “Roots In The Sky”.

United Jazz Rock Ensemble - The Break Even PointΣτην πιο rock πλευρά του fusion, το “A Taste For Passion” του Jean-Luc Ponty αδικείται αιώνια, ίσως γιατί έπεται δύο εκπληκτικών δίσκων, σε αντίθεση με το ιστορικά δικαιωμένο, μισό studio – μισό live “Night of the Living Dregs” των Dixie Dregs. Στα περίεργα της χρονιάς περιλαμβάνεται επίσης το παραδόξως αγνοημένο “The Break Even Point” (όπως και το ντεμπούτο) του supergroup United Jazz + Rock Ensemble (μεταξύ άλλων συμμετείχαν οι: Barbara Thompson, Ian Carr, Wolfgang Dauner, Jon Hiseman, Volker Kriegel, Eberhard Weber) που αρχικά σχηματίστηκε για τις ανάγκες μιας γερμανικής τηλεοπτικής εκπομπής.

Ιδιαίτερο prog-fusion έπαιξαν οι Σουηδοί Ragnarök στο δεύτερο album τους, το “Fjärilar I Magen”, με το οποίο απομακρύνθηκαν εντυπωσιακά από τον έντονα folk χαρακτήρα του έξοχου ντεμπούτου τους προς abstract jazzy prog με Κing Crimson-ικό ύφος, που παρά το πολύ υψηλό επίπεδο αισθητικής έμεινε στην αφάνεια. 

Sukellusvene - Vesi ja lintumusiikkiaΜέσα από ένα τεράστιο σύνολο μυστήριων κυκλοφοριών του 1979 που έμειναν στην αφάνεια, ίσως η πιο εγκληματικά παραγνωρισμένη είναι η μοναδική δισκογραφική δουλειά των Φινλανδών Sukellusvene με τίτλο “Vesi-ja lintumusiikkia” που μπορεί να ήταν εκτός εποχής (πείθει απόλυτα για ηχογράφηση του 1974), αλλά δεν παύει να αποτελεί ένα θαμμένο διαμάντι της σπουδαίας σχολής του σκανδιναβικού fusion των 70s. Ομοίως ευρέως άγνωστο, όμως, παραμένει μέχρι σήμερα το καθόλου underground “La grasa de las capitales” των Αργεντινών Serú Girán που εδώ αποδίδουν ένα fusion με συστατικά jazz-rock, τυπικό αργεντίνικο συμφωνικό prog συνδυασμένο με pop, με το αποτέλεσμα να είναι από ατμοσφαιρικό έως… χορευτικό σε κάποια σημεία, έχοντας ως γενικά χαρακτηριστικά το υψηλό συνθετικό επίπεδο και την σπάνια εκτελεστική δεινότητα.

Laboratorium - QuasimodoΗ επένδυση στη σύνθεση και την μη jazz ατμοσφαιρικότητα -σε πλήρη αντίθεση με τη φλυαρία της αμερικάνικης fusion πατέντας- αναδεικνύεται με τον καλύτερο τρόπο στο αγαπημένο “Quasimodo” των Πολωνών Laboratorium που έδειξαν έναν νέο δρόμο στο fusion βασισμένο σε ένα σχεδόν τελετουργικό, μελωδικό και απόλυτα ισορροπημένο jazz-rock χωρίς κιθαριστικές (ή οποιεσδήποτε άλλες) εμμονές.

  

Pekka Pohjola - VisitationΣε αντίθεση με τους Laboratorium, το τέταρτο προσωπικό album του σπουδαίου Pekka Pohjola έχει μείνει στην ιστορία του prog – fusion, όπως ακριβώς του άξιζε. Στο μεγαλειώδες “Visitation” ο θρυλικός μπασίστας/πιανίστας βρίσκεται στο πιο ώριμο σημείο της μέχρι τότε καριέρας του και επιτυγχάνει όχι μόνο να αποδώσει μία εντελώς προσωπική ηχητική για το fusion, που ξεφεύγει από την αγάπη του για τον Zappa και πατάει με τα δύο πόδια στο progressive rock, αλλά καταφέρνει να συνθέσει και να ενορχηστρώσει υλικό που ακούγεται κλασικό από την πρώτη ακρόαση.

Bill Bruford - One of a KindΟ Bill Bruford είναι ο μοναδικός μουσικός που αξίζει τον τίτλο του Τάσου Μητρόπουλου του prog, καθώς έχει υπάρξει μέλος και των τριών μεγαλύτερων 70s prog συγκροτημάτων. Το παίξιμο του Bruford αποτελεί την επιτομή του prog drumming μεταπηδώντας από την rock στην jazz πλευρά με μοναδική άνεση. Το “One Of A Kind” είναι το κορυφαίο προσωπικό του album στο οποίο πέτυχε την jazz fusion καταιγιστική εκφορά των prog ιδεών του, με συνεργάτες του τον Jeff Berlin (μπάσο), τον θρύλο του Canterbury, Dave Stewart (πλήκτρα) και φυσικά τον… Allan Holdsworth (ήταν μαζί και στους UK) που εδώ επιδεικνύει την απίστευτη «ευγλωττία» των δακτύλων του με αστείρευτη μελωδικότητα.

L' Orchestre Sympathique - En concert a la grande passeΗ αναφορά στο μοναδικό album των L’ Orchestre Sympathique (το οποίο είναι ζωντανά ηχογραφημένο αλλά αυτό είναι απίθανο να γίνει αντιληπτό χωρίς τα χειροκροτήματα) έμεινε επίτηδες για το τέλος. Εδώ το fusion δεν ομοιάζει με τίποτα εκτός του γαλλόφωνου Καναδά, διατηρώντας ακόμα και εντός της σκηνής αυτής την αυτονομία του. Οι αναφορές στους θρύλους του Québec Maneige είναι φανερές, με ψήγματα από zeuhl (κυρίως στις μπασογραμμές), έντονα κρουστά και πρωταγωνιστές το φλάουτο του François Richard και το βιμπράφωνο του ηγέτη, Jean Vanasse.

        

Προτείνονται επίσης:

Martin Kratochvíl & Jazz Q – Hodokvas
John McLaughlin – Electric Dreams
Hermeto Pascoal – Zabumbê-bum-á
Tantor – Tantor
Jukka Tolonen – JTB
Venegoni & Co. – Sarabanda
Eberhard Weber – Fluid Rustle

 

Οι τρεις Gong του 1979

Από τα μέσα της δεκαετίας του ’70 ηγέτης των Gong ήταν ο Pierre Moerlen και στα “Shamal”, “Gazeuse!” και “Expresso II” τη θέση του space prog είχε πάρει το prog / fusion. Στο “Downwind” του 1979 ο Moerlen αποφάσισε να στρέψει την κατεύθυνση της μπάντας προς πιο συμβατικό (σε σημεία pop-ίζων) rock και το αποτέλεσμα δεν τον δικαίωσε, με τεράστια εξαίρεση το ομώνυμο epic που ξεχωρίζει από την πρώτη νότα. Αν και ο Moerlen αναγράφεται ως συνθέτης, το κομμάτι ακούγεται σαν μία από τις καλύτερες συνθέσεις του Mike Oldfield, ο οποίος συμμετέχει σε αυτό και μόνο μαζί με τον επίσης ιδιοφυή Steve Winwood, σε ένα από τα κορυφαία prog κομμάτια της χρονιάς.

Την ίδια περίοδο ο Daevid Allen, ο φυσικός ηγέτης των Gong βρισκόταν στη Νέα Υόρκη, όπου συνεργάστηκε με τον Bill Laswell και τους υπόλοιπους μετέπειτα Material υπό το όνομα New York Gong. Για το “About Time” έχουμε γράψει αναλυτικά στο αφιέρωμά μας στον αγαπημένο Daevid (κλικ).

Mother Gong - Fairy TalesΟ αγαπημένος μου Gong δίσκος της χρονιάς είναι με μεγάλη διαφορά το ντεμπούτο των Mother Gong της Gilli Smyth και του Hari Williamson. Με τον Nik Turner στο όμποε και τον Didier Malherbe να παίζει απερίγραπτα πράγματα, το “Fairy Tales” είναι επιεικώς παραμυθένιο, πατώντας και με τα δύο πόδια εντός Canterbury, με στοιχεία από τη folk, την jazz και την κλασσική μουσική και με απίστευτη ροή που οφείλεται κυρίως στη πανέμορφη απαγγελία της Gilli.

 

Avant-prog για όλα τα γούστα

Το Rock In Opposition (RΙΟ), το zeuhl και εν γένει το avant-prog ήταν το μόνο προοδευτικό υποείδος που όχι μόνο δεν εξασθένισε με το χρόνο αλλά διατήρησε το θώκο του και στην επόμενη δεκαετία (και μέχρι σήμερα βέβαια). Τα άξια αναφοράς δείγματα αυτού του ήχου το 1979 ήταν πολλά και πολύ διαφορετικά μεταξύ τους. Το σκοτεινό, μινιμαλιστικό “Musique Pour L’Odyssee” των Art Zoyd, το -σπάνια για το είδος- φωτεινό chamber-prog ντεμπούτο των (επίσης Βέλγων) Julverne και το κλασσικότροπο “Ludwig: Un Roi Pour L’Eternité” των Γάλλων Wapassou αποτελούν ενδεικτικές επιλογές υψηλού επιπέδου. Επίσης, μεταξύ των μη συμβατικών prog albums ξεχωρίζει και το συγκροτημένο συμφωνικοειδές avant-prog χάος του Emmanuel Booz στο αδικημένο “Dans quel état j’erre”, την τελευταία και πιο fusion δουλειά του. Ο σχετικός με Canterbury ήχος περιλαμβάνει το περίεργο (όσο και επιτυχές) “Brave New World” των Zyma και τον μοναδικό δίσκο των Ma Banlieue Flasque, ένα πανέμορφο, jazzy και χιουμοριστικό album που θυμίζει κάτι μεταξύ Moving Gelatine Plates, Zappa και Cos. Ακόμα πιο obscure, το μοναδικό album των Ιταλών Orchestra Njervudarov με τίτλο “Con le orecchie di Eros” είναι εξαιρετικό όσο και δυσεύρετο, διατηρώντας μια σπάνια θελκτικότητα που βασίζεται στον άψογο συνδυασμό RIO και jazz.

Η τελευταία δισκογραφική δουλειά των αδελφών Brégent είναι ένα από τα πιο ιδιαίτερα ηχητικά αποτελέσματα σε αυτή την ενότητα, όχι βέβαια λόγω ακραίου πειραματισμού, αλλά γιατί είναι ξεχωριστό ίσως περισσότερο και από το album του E. Booz που αναφέρθηκε παραπάνω. Eδώ τα ηλεκτρονικά στοιχεία είναι μειωμένα σε μεγάλο βαθμό, το jazz-rock πρωταγωνιστεί και οι ποιητικές απαγγελίες του Jacque Brégent επιβάλλουν το avant-garde στοιχείο και συνδέουν φαινομενικά διαφορετικού ύφους συνθέσεις που αποδίδονται άψογα, συνδιαμορφώνοντας το “Pour Partir Ailleurs”, ένα ακόμα καλά κρυμμένο θησαυρό του Québec.

Vortex - Les Cycles De ThanatosΤέσσερα χρόνια μετά το ομώνυμο ντεμπούτο τους, όπου με Canterbury εργαλεία έπαιξαν μία πρώιμη μορφή RIO, οι Vortex είδαν το δεύτερο (και τελευταίο) album τους να κυκλοφορεί με ένα χρόνο καθυστέρηση, υπό τον τίτλο “Les Cycles De Thanatos”. Εδώ το κουαρτέτο έγινε οκταμελής μπάντα και η μουσική των Vortex παρέμεινε σκοτεινό avant-prog υψίστου επιπέδου με επιρροές από την κλασσική μουσική του 20ου αιώνα και το πομπώδες zeuhl στοιχείο.

Ένα από τα πιο τολμηρά πειραματικά RIO διαμάντια της χρονιάς ήταν φυσικά το “Winter Songs” των Αrt Bears του Fred Frith, αλλά ακόμα καλύτερο είναι το κύκνειο άσμα των Henry Cow (του κ. Frith επίσης βεβαίως) με το “Western Culture”, τον μοναδικό τους δίσκο χωρίς κάλτσα στο εξώφυλλο και ίσως τον πιο chamber και πιο προσβάσιμο.

Μερικά χρόνια πριν, μέλη των Henry Cow στήριξαν στο ξεκίνημά τους τους This Heat και η ιστορία τους δικαίωσε. Στο ομώνυμο ντεμπούτο των ακραίων avant-garde πειραματιστών ο μινιμαλισμός, ο θόρυβος και η musique concrète αποκτούν νομοτελειακό σκοπό και η post-apocalyptic ατμόσφαιρα που σε σημεία μετουσιώνεται σε αίσθημα φόβου αποτελεί έναν θρίαμβο αισθητικής καινοτυπίας.

O Laurent Thibault, συνιδρυτής και παραγωγός των Magma, έχει μόνο έναν προσωπικό δίσκο στο ενεργητικό του, το “Mais On Ne Peut Pas Rêver Tout Le Temps”, προσφέροντας ένα πραγματικό και μοναδικό zeuhl διαμάντι. Με βάση την ποιότητα ήχου είναι δύσκολο έως απίθανο να πιστέψει κανείς ότι κυκλοφόρησε το 1979. Η ενορχήστρωση που έκανε ο Thibault εδώ είναι εξίσου φανταστική, καταφέρνοντας να πάρει τα μέγιστα από τους 9 (εκτός του ιδίου φυσικά) συμμετέχοντες στο album. Τα ποικίλα στοιχεία στη μουσική και η ατμόσφαιρα του album, καθοδηγούμενα από το μπάσο του Thibault, είναι ασύγκριτα με οτιδήποτε ως μουσική εμπειρία.

Univers_Zero_-_HeresieΑν δεχτούμε ότι ένας από τους «αντικειμενικούς» στόχους στο avant-prog είναι το επιτυχημένο αλλά αντισυμβατικό χτίσιμο μιας καθόλου κοινής ατμόσφαιρας, τότε δικαίως το “Hérésie” των Univers Zéro θεωρείται ως ένα από τα σπουδαιότερα αριστουργήματα αυτού του ήχου. Απειλητικό, εκρηξιγενές, αψύ, σκοτεινό, αυστηρά τελετουργικό και τρομακτικό, έχει μια λατρεμένη RIO απολυτότητα, ενώ ταυτόχρονα είναι δομικά και εκφραστικά εκτυφλωτικά πρωτοποριακό. Αδιαπραγμάτευτο.

   

 

Krautrock το 1979;

Η απάντηση στον τίτλο είναι λίγο και καλό και -μαντέψτε- παραδόξως αγνοημένο. Εκτός της “φράξιας” των ηλεκτρονικών, ο κλασικός krautrock ήχος έφθινε, πράγματι, όπως φάνηκε για παράδειγμα στο μάλλον ατυχές funk / prog /disco “Hey du” των Guru Guru. Popol Vuh - Die Nacht der SeeleΩστόσο, η αλλαγή γενικής τάσης της μουσικής δε δικαιολογεί σε καμία περίπτωση να υποτιμά κανείς το “Die Nacht der Seele” εντός του συνόλου της δισκογραφίας των Popol Vuh. Πρόκειται για ένα τυπικό δείγμα των πειραματισμών του Florian Fricke με την ethnic και αυτό που αργότερα θα ονομαζόταν world music. Έντονα ατμοσφαιρικό και σε σημεία κατανυκτικό με τις φωνές των Djong Yun και Renate Knaup, αποτελεί ένα από τα κορυφαία δείγματα πειραματικής θρησκευτικής μουσικής εντός 70s.

Για κάποιο σκοτεινό λόγο ο Günter Schickert παραμένει άγνωστος στο ευρύ κοινό μέχρι σήμερα. Ακόμα κι αν η συμμετοχή του στους GAM δεν αρκεί για την εξασφάλιση υστεροφημίας, το δεύτερο album του, “Überfällig”, θα έπρεπε να είναι αρκετό για να μην αγνοείται σήμερα ακόμα και από λάτρεις του krautrock. Ο συνοδοιπόρος του Achim Reichel στην echo guitar το 1979 παρέδωσε ένα από τα ομορφότερα μεταγενέστερα διαμάντια της σχολής του Βερολίνου. Όξινο, υπνωτιστικό και ταυτόχρονα έντονο, το album αυτό ακούγεται στυλιστικά αξεπέραστο ακόμα και σήμερα.

Embryo - Embryo's ReiseΜετά από τρεις μέτριους έως απογοητευτικούς δίσκους, οι Embryo πρόσθεσαν στη σύνθεσή τους τους Remigius Drexler (Οut Of focus)  και Josch Friedemen (Missus Beastly) και ταξίδεψαν από την Κων/πολη, στο Πακιστάν, το Αφγανιστάν και την Ινδία ηχογραφώντας τη μουσική που έπαιξαν με (συνολικά 24) μουσικούς των περιοχών αυτών. Το αποτέλεσμα ήταν το “Embryo’s Reise”, η κατά πολλούς κορυφαία δισκογραφική μίξη kraut / prog με ethnic / world σε 89 λεπτά ποικίλα και συναρπαστικά όσο σε ελάχιστα albums.

 

Συμφωνικό prog

Η μαύρη αλήθεια είναι ότι με τον συμφωνικό prog ήχο των late 70s προσωπικά έχω ένα θέμα λόγω κατάχρησης synths. Εννοώ ότι στα album των Anyone’s Daughter και Atlas δεν υπάρχει αναφορά για να αποφύγουμε αρνητισμούς. Ωστόσο, ευτυχώς δεν ήταν όλα έτσι και από την υπαρπαραγωγή σχετικών δίσκων σώζονται με μεγάλη άνεση ουκ ολίγοι. Η μουσική των Γερμανών Neuschwanstein στο “Battlement” (που ηχογραφήθηκε στα studio του Dieter Dierks) ακούγεται σαν neo-prog πριν την ώρα του, με πολύ έντονες Genesis επιρροές, με καλά δομημένα κομμάτια, επιτυχημένη ατμόσφαιρα και διάχυτο ρομαντισμό. Αντίστοιχα, η γαλλική συμφωνική εκδοχή των Oniris στο “L’Homme Voilier” βασίζεται σε μεγάλο βαθμό στις απαγγελίες και τη δραματοποίηση, στοιχείο σχεδόν ταυτόσημο του συμφωνικού prog στη Γαλλία.

SalisΗ Ιταλία αποτελεί παραδοσιακό προπύργιο του κλασσικότροπου προοδευτικού ήχου, αν και στα τέλη των 70s το RPI είχε χάσει τη δυναμική του (πριν την ανακτήσει κάμποσα χρόνια μετά και μέχρι σήμερα). Όπως ήταν επόμενο, αυτό επέφερε μια φυσιολογική ποιοτική πτώση, αλλά ταυτόχρονα κόστισε στις όποιες εξαιρέσεις. Εκεί ανήκουν οι εντελώς άσημοι Salis που με το “Dopo Il Buio La Luce” διεκδικούν με καλές πιθανότητες τον τίτλο του πιο καλά κρυμμένου μυστικού της ιταλικής 70s prog σκηνής.

Mario Millo - Epic IIIΤην ίδια χρονιά κυκλοφόρησε ο πρώτος προσωπικός δίσκος ενός Αυστραλού, απόγονου Ιταλών, ονόματι Mario Millo. Αν και ήταν μόλις 24 ετών το 1979, ο Millo ήταν ήδη καταξιωμένος ως μέλος των Sebastian Hardie και Windchase και στο “Epic III” απλώς απέδειξε για άλλη μία φορά πως ήταν ένας από τους κορυφαίους prog rock κιθαρίστες της εποχής με σπουδαίες ενορχηστρωτικές ικανότητες και ένα γνήσιο τέκνο του Andy Latimer. Δυστυχώς το συγκεκριμένο album αγνοείται από την συντριπτική πλειοψηφία όσων θα το λατρέψουν όταν το ακούσουν.

Shingetsu - ShingetsuTo ιαπωνικό συμφωνικό prog δε φημίζεται ιδιαίτερα, αλλά το 1979 κυκλοφόρησε ένα από τα σπουδαιότερα album που το εκπροσωπούν. Ο μοναδικός δίσκος των Shingetsu ήταν αρκετός ώστε να αποκτήσουν θρυλικές διαστάσεις στον underground prog χώρο διεθνώς, ενώ στη χώρα τους λατρεύονται από τους prog οπαδούς και όχι άδικα. Πρόκειται για ένα εξαιρετικό album, αν και ειδικά στη σκηνή οι επιρροές των Genesis είναι παραπάνω από εμφανείς, ειδικά λόγω του Ιάπωνα Peter Gabriel, Makoto Kitayama.

Asia MinorΤο καταπληκτικό “Between Flesh And Divine” των Tούρκων / Γάλλων Asia Minor είναι ο μόνος λόγος που το ντεμπούτο τους, “Crossing The Line” αδικείται τόσο πολύ μέχρι σήμερα, αν και αποτελεί ένα από τα καλύτερα δείγματα μελωδικού συμφωνικoύ progressive στο μοναδικό στυλ των Camel. Έχοντας ανατολίτικες επιρροές και ένα νοσταλγικό στοιχείο που αποτελεί σήμα κατατεθέν της σπουδαίας αυτής μπάντας, το συγκεκριμένο album επιφυλάσσει εκπλήξεις ακόμα και στους πιο υποψιασμένους.   

M. Efekt - Svet HledacuΟι Blue Effect (μετέπειτα Modrý Efekt και Μ. Efekt) είναι το κορυφαίο prog συγκρότημα από την Τσεχία μέχρι σήμερα και ίσως από ολόκληρη την ανατολική Ευρώπη. Ακούγοντας το “Svět Hledačů” δυσκολεύεται κανείς να πιστέψει πως είναι μετά βίας η τρίτη καλύτερη δουλειά του σχήματος. Αν και ο αρχικός fusion χαρακτήρας της μπάντας παρέμεινε σε κάποια σημεία, η στροφή προς το λυρικό και heavy συμφωνικό prog είναι ολοφάνερη και το ρίσκο αντικατάστασης του μπασίστα με δεύτερο κημπορντίστα αποδείχθηκε απόλυτα πετυχημένο. Το ακόμα σπουδαιότερο είναι ότι αυτό δεν ήταν καν το τελευταίο σπουδαίο album τους…

Προτείνονται επίσης:

Another Roadside Attraction – Another Roadside Attraction
Jean-Pierre Alarcen – Tableau No. 1
Flame Dream – Elements
Genfuoco – Dentro l’Invisibile
Témpano – Åtabal-Yémal
Tibet – Tibet           

 

Ισπανική έκρηξη

Αν και μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του ’70 η παραγωγικότητα της Ισπανίας σε rock μουσική γενικά ήταν φτωχή, μετά το θάνατο του Franco, καθόλου τυχαία, ξεκίνησε μία έκρηξη νέων σχημάτων. Το ίδιο έγινε φυσικά και στο progressive rock που ενώ διεθνώς δεν ήταν πια mainstream, στην Ισπανία εύλογα διένυε ακόμα την πρώτη ακμή του, και κυρίως τα παρακλάδια του συμφωνικού prog και prog folk. Crack - Si Todo Hiciera CrackΤο 1979 μεταξύ άλλων ξεχώρισαν: το ντεμπούτο των Μezquita και Cai, τα δεύτερα album των Azahar (“Azahar”) και Vega (“Jara”) το “Sombra y Luz”, το τρίτο κατά σειρά album των σπουδαίων Triana (αν και υπολείπεται των δύο πρώτων) και το τέταρτο και τελευταίο των prog-fusion Kαταλανών Iceberg (“Arc-en-ciel”). Το καλύτερο όλων, όμως, είναι με διαφορά το “Si Todo Hiciera Crack” των Crack από την Gijon, ένα στολίδι του ευρωπαϊκού συμφωνικού progressive rock, με στίχους στα ισπανικά και μουσική στο RPI στυλ με άψογο συνδυασμό mellotron και φλάουτου. Δυστυχώς αυτό ήταν και το μοναδικό album τους, αν και έτσι διατηρήθηκε ανέπαφος ο μύθος τους μέχρι σήμερα.

 

Το πιο παράξενο prog folk

Εκτός της μίξης του progressive rock με το flamenco στην ιδιαίτερη πατρίδα του, το 1979 κυκλοφόρησαν μερικά ακόμη δείγματα prog folk, εντελώς διαφορετικά μεταξύ τους, με ασυνήθιστο ύφος και στην πλειοψηφία τους άγνωστα στο ευρύ κοινό. Το project των Carnascialia δεν ήταν απλώς κάτι ξεχωριστό για την ιταλική prog σκηνή τότε. Το μοναδικό album που μας άφησαν πιθανότατα δεν έχει ακριβή αντιστοιχία με κανένα άλλο μέχρι σήμερα. Πρόκειται για prog folk με avant-garde προσέγγιση και φιλτράρισμα της μεσογειακής μουσικής από κλασσικά και jazz πρότυπα με ηχοποιητική οργανοπαιξία και έντονο αυτοσχεδιαστικό στοιχείο. Ο δίσκος μνημονεύεται μέχρι σήμερα, λόγω της συμμετοχής του Mauro Pagani (πρώην PFM) και βέβαια του μοναδικού Demetrio Stratos που λίγο μετά την κυκλοφορία αυτή, στην οποία πραγματικά λάμπει με την ερμηνεία του, έφυγε πρόωρα από τη ζωή.

Η άνθιση του προοδευτικού ήχου στη Ν. Αμερική από τις αρχές των 70s οφειλόταν σχεδόν κατά το ήμισυ (ή και παραπάνω) στην Αργεντινή με την εξαιρετική συμφωνική prog σκηνή. Από εκεί ξεπήδησαν το 1978 οι Horizonte και ένα χρόνο μετά το εμπορικά επιτυχημένο ντεμπούτο τους εντυπωσίασαν (όλως περιέργως) λιγότερους με το “Señales sin Edad” και μοιραία διαλύθηκαν το 1981. Το ξεχασμένο δεύτερο album τους αποτελεί μια ιδανική μίξη της μουσικής των Άνδεων με το prog rock στοιχείο (συμφωνικό κυρίως) με σύγχρονα -για την εποχή- όργανα και λυρισμό που αναδεικνύεται ιδανικά σε μικρές ταχύτητες.

Αντίστοιχη και κάπως παρόμοια περίπτωση με αυτή των Asia Minor που αναφέρθηκαν παραπάνω ήταν οι Αρμένιοι και εγκατεστημένοι στη Γαλλία Zartong. Το 1979 τέθηκε σε κυκλοφορία το μοναδικό album τους με μουσική που γεφυρώνει το spacey prog με την παραδοσιακή μουσική της ιδιαίτερης πατρίδας τους με απαράμιλλο και μοναδικό έκτοτε τρόπο.

Οι λάτρεις του καναδικού rock γνωρίζουν ότι κατά το δεύτερο μισό της δεκαετίας του ’70 το προοδευτικό κομμάτι βρισκόταν σε πλήρη άνθιση. Σαν ξεχασμένο από το χρόνο, το “Full Moon Light” του Sky Sulamyth από το Vancouver ακούγεται σαν ονειρώδες hippie prog folk με απόλυτα προσωπικό χαρακτήρα (ο Sulamyth παίζει τα πάντα). ConventumΤαυτόχρονα, η δισκογραφική εταιρεία Le Tamanoir πρόσθεσε δύο σπουδαίες κυκλοφορίες στο ενεργητικό της. Το πανέμορφο, κλασσικότροπο και υπερμελωδικό “Carapace Et Chair Tendre” των Brèche και το πιο avant-prog και σε σημεία Frippy “Le Bureau Central Des Utopies” των Conventum αποτελούν δύο διαμάντια της σκηνής του Québec και πεδία ανέκαθεν απολαυστικής εξερεύνησης.

 

Βαλκάνια

Στα μέσα της δεκαετίας του ’70 είχε ισχυροποιηθεί η prog σκηνή που άρχισε να σχηματοποιείται λίγα χρόνια πριν στις χώρες των Βαλκανίων. Το 1979 κυκλοφόρησε ο κατά πολλούς κορυφαίος δίσκος από μπάντα της Ρουμανίας, το “Zalmoxe” των Sfinx, ένα concept album κλασικού progressive rock με έντονα συμφωνικά στοιχεία. Την ίδια περίοδο οι διακριθείσες κυκλοφορίες από την τότε ενωμένη Γιουγκοσλαβία ήταν αρκετές. Το “Danes Vceraj In…” των Predmestje και το “Domovina Μoja” των September (και οι δύο jazz / fusion μπάντες από την Ljubljana) έμειναν στην ιστορία, αν και προσωπικά προτιμώ το μοναδικό, ομώνυμο jamm-αριστό album των επίσης Σλοβένων ethno-fusion Sončna Pot (οι τρεις μπάντες συνδέονται ιστορικά με κοινά μέλη). Leb I SolΤην ίδια χρονιά κυκλοφόρησε το “Ko Zna”, το πρώτο προσωπικό album του Miki Petkovski, ενός εξαιρετικού Σκοπιανού πιανίστα και κημπορντίστα που εδώ πέτυχε να συνδυάσει ευφάνταστα το fusion με το prog, διατηρώντας έναν cool χαρακτήρα χάρη στα εμπνευσμένα κομμάτια και την εξαιρετική ενορχήστρωση. Στο δίσκο συμμετέχουν μέλη των παλιόφιλων του Petkovski από τους Smak καθώς και τρία από τα τέσσερα μέλη της σημαντικότερης, ίσως, μπάντας που βγήκε ποτέ από την ΠΓΔΜ, τους Leb I Sol. Το “Ručni Rad” κυκλοφόρησε το 1979 κλείνοντας τη χρυσή αρχική τριάδα δίσκων του σχήματος, με καταιγιστικό prog / fusion και ενισχυμένα pop στοιχεία εδώ, που παραδόξως δεν ξενίζουν.

Igra Staklenih Perli - Igra Staklenih PerliΌσο καλά και σημαντικά κι αν είναι τα παραπάνω, η προσωπική αδυναμία στο ομώνυμο ντεμπούτο των Σέρβων Igra Staklenih Perli κάνει τη σύγκριση άδικη. Το μόλις 28λεπτο album αποτελεί ένα από τα κορυφαία δείγματα psych / space-prog, με κύριες επιρροές τους P. Floyd και τους Hawkwind με ολίγα krautrock στοιχεία. Η ουσιαστικότητα και η εκτέλεση των ιδεών αγγίζει το απόλυτο, η οξύτητα και το underground στοιχείο είναι τερματισμένα και αν εξαιρέσει κανείς την παραγωγή, τίποτα δεν ακούγεται κατοπινό του 1972 (το πολύ).

 

Raga prog

Ναι, έχει κι απ’ αυτό το 1979, αλλά μετά από όλα τα παραπάνω αυτό πιθανότατα δεν προκαλεί έκπληξη. Το συγκεκριμένο παρακλάδι του προοδευτικού ήχου δεν αριθμεί συνολικά πολλά συγκροτήματα, αλλά πολύ ιδιαίτερα και εντυπωσιακά διαφορετικά μεταξύ τους. OssianΟι Πολωνοί Osjan (αργότερα Ossian λόγω συνωνυμίας με Σκωτσέζικη μπάντα) επιβεβαιώνουν τον κανόνα με την εντελώς πρωτότυπη μίξη σχεδόν πρωτόγονων παραδοσιακών στοιχείων από την Αφρική τη Αραβία, την Άπω Ανατολή, τη Ν. Αμερική και την Ινδία μέσα από ένα jazz και συνάμα κλασσικότροπο πρίσμα. Το “Księga Chmur” είναι ένας από τους κορυφαίους δίσκους τους σε μία ισορροπημένη δισκογραφία, με τον δικό μας Milo Kurtis (aka Δημήτρης Κούρτης) να είναι βασικό μέλος του κουαρτέτου.

CodonaΑντίστοιχα ιδιόμορφη ήταν η μουσική των Codona, ενός avant-garde jazz fusion trio με βασικό του στοιχείο τα παραδοσιακά στοιχεία από την Ινδία και πολλές άλλες περιοχές του πλανήτη σε ένα πολυπολιτισμικό world music αποτέλεσμα με έντονο raga groove. Το ομώνυμο ντεμπούτο τους κυκλοφόρησε το 1979 από την ECM ήταν και ο καλύτερος δίσκος τους.       

Οι Clivage ήταν το μουσικό όχημα έκφρασης του κιθαρίστα Andre Fertier's Clivage - Mixtus Orbisκαι κημπορντίστα André Fertier. Η μουσική τους ήταν μία (κατά τη γνώμη μου μοναδική) μίξη jazz, prog και ανατολικής (κατά βάση ινδικής) μουσικής σε ένα αρκετά πομπώδες ορχηστρικό αποτέλεσμα. Συμμετέχουν 10 μουσικοί και η ενορχήστρωση του Fertier είναι υπεράνω περιγραφής. Βιολί, όμποε, σαξόφωνα, φλάουτο, τάμπλας, κιθάρες, πλήκτρα και κρουστά συνυπάρχουν και συμπρωταγωνιστούν σε ένα μουσικό πανηγύρι.


 

Αυτά τα «ολίγα» για το 1979, μία χρονιά που ιστορικά βρέθηκε στο μεταίχμιο της ρομποτικής ηλεκτρονικής και pop λαίλαπας. Mια ανάσα πριν τη δεκαετία που στον rock θώκο έδωσε πολύ λίγα σημαντικά πράγματα εκτός metal, τα διαμάντια του 1979 φαντάζουν σαν τον επιθανάτιο ρόγχο της σπουδαιότερης και παραγωγικότερης rock μουσικής σκηνής συνολικά. Η συγκεκριμένη χρονιά αποτελεί πράγματι ένα μεγάλο παράδοξο στην πτώση του progressive rock μετά τα μέσα της δεκαετίας του ’70. Ομοίως παράδοξα, αλλά ωστόσο λογικά πλέον, κάθε φορά που πέφτει κάνεις πάνω σε ένα από τα ξεχασμένα prog / fusion gems που κυκλοφόρησαν τότε, εύλογα επιστρατεύει το επιχείρημα του «φαινομένου του 1979». Όχι;             

Be the first to comment

Leave a Reply