Leprous: πρόοδος χωρίς περιορισμούς

Η προσεχής εμφάνιση των Leprous στη σκηνή του Fuzz Club στις 15 Φεβρουαρίου αποτελεί αναμφισβήτητα ένα από τα σημαντικότερα συναυλιακά δρώμενα για την Ελλάδα το 2020. Κι αυτό, γιατί, αφενός οι Νορβηγοί βρίσκονται στο αποκορύφωμα της καριέρας τους, αφετέρου ο συγκεκριμένος χώρος είναι ιδανικός για να αποδώσουν ζωντανά το απαιτητικό τους υλικό.

Αυτή ήταν η ιδανική ευκαιρία για να θυμηθούμε όλους τους μέχρι σήμερα δισκογραφικούς τους σταθμούς που φαντάζουν σαν διαφορετικά αλλά εξίσου σημαντικά και απαραίτητα κομμάτια παζλ για τη διαμόρφωση της πλήρους καλλιτεχνικής εικόνας των Leprous. Το γεγονός ότι η μουσική τους προσελκύει πολλούς ακροατές με πολύ διαφορετικά γούστα αποτελεί κομμάτι του μεγαλείου ενός σχήματος που έχει από νωρίς καταφέρει να είναι προοδευτικό χωρίς να εγκλωβίζεται στα στενά (ή μη) όρια ενός μουσικού είδους.


Aeolia
[Self-released, 2006]

Δύο χρόνια έπειτα από το demo ντεμπούτο τους, οι Leprous κυκλοφορούν το 2006 ένα full length demo που περιλαμβάνει εννέα τραγούδια διάρκειας 65 λεπτών. Σε αυτό ακούμε μία μπάντα που προσπαθεί να χωρέσει στον ήχο της διάφορες επιρροές και ήχους. Ωστόσο, η προσπάθειά τους για μίξη του prog metal με θεατρικά avant garde black metal στοιχεία μοιάζει περισσότερο σαν να θέλει να πείσει για τις δυνατότητες των μουσικών παρά για θέληση δημιουργίας ολοκληρωμένων συνθέσεων.Ο ήχος από πλευράς παραγωγής σίγουρα μειώνει το επίπεδο του τελικού αποτελέσματος, ας μην ξεχνάμε ότι πρόκειται για ένα επαγγελματικό demo ουσιαστικά.

Το αδιαπραγμάτευτο ταλέντο τους φαίνεται ωστόσο όταν το τιθασεύουν, στις στιγμές δηλαδή που έχουν πιο ξεκάθαρο συνθετικό προσανατολισμό.

Πέτρος Παπαδογιάννης

 

Tall Poppy Syndrome
[Sensory, 2009]

Το 2009 κυκλοφορεί το ντεμπούτο (διάρκειας 63 λεπτών) των Leprous υπό τον εντυπωσιακό τίτλο Tall Poppy Syndrome. Ο συγκεκριμένος όρος αναφέρεται στην τάση της κοινωνίας να προσπαθεί να μειώσει άτομα που έχουν τοποθετηθεί κοινωνικά ως ανώτερα από άλλα, είτε αυτοβούλως είτε από τα υπόλοιπα μέλη της κοινωνίας.

Με την έναρξη γίνεται σαφές ότι οι ιδέες των Leprous που συναντούσαμε στο Aeolia μπήκαν σε μία τάξη και ο ήχος είναι πλέον επαγγελματικός. Η ορμή και το πάθος των φωνητικών αλλά και των μελωδιών από μόνα τους παρασέρνουν τον ακροατή στο ρυθμό τους. Το prog metal τους σίγουρα οφείλει πολλά σε ονόματα όπως οι Opeth και οι Porcupine Tree, ταυτόχρονα όμως υπάρχει μία έντονη θεατρική απόδοση των συνθέσεών τους με τα φωνητικά να είναι σχεδόν πάντα «στα κόκκινα», κατά βάση υψίφωνα, αλλά και με αρκετά απολαυστικά black ξεσπάσματα. Επιπλέον,οι Leprous δείχνουν να αγκαλιάζουν στοιχεία από alt συγκροτήματα όπως οι ανερχόμενοι τότε Muse αλλά και κατά δήλωσή τους και από τους Dillinger Escape Plan ως προς την κιθαριστική τεχνοτροπία.

Αν αναλογιστούμε την πρόοδο που έδειξαν στην πρώτη τους επίσημη δουλειά σε σχέση με τα demo τους, ίσως ήταν φανερό από τότε πως σύντομα η παπαρούνα (poppy) των Leprous  θα ψήλωνε κι άλλο.

Πέτρος Παπαδογιάννης

 

Bilateral
[InsideOut, 2011]

Το Bilateral είναι ο δεύτερος κατά σειρά δίσκος των Leprous και σε αυτόν μας παρουσιάζουν, σε πλήρη έκταση, αυτό που έχουν στο μυαλό τους ως σύγχρονο prog, δηλαδή μια μίξη πλήκτρων, «ογκωδών» ρυθμικών κιθάρων και μελωδικών φωνητικών, αποδομημένα όμως και σερβιρισμένα τελείως διαφορετικά από οτιδήποτε υπήρχε μέχρι τότε.

Από το «ηλεκτρισμένο» ομώνυμο μέχρι το μελαγχολικό Mb. Indifferentia ο δίσκος έχει ένα up tempo ύφος όπου το μοντέρνο prog κυριαρχεί. Από εκεί και μετά και μέχρι το τέλος ο δίσκος γίνεται πιο άμεσος και δείχνει τον δρόμο στο πως πρέπει να ηχεί το progressive metal σήμερα. Η θητεία πολλών εξ αυτών ως περιοδεύοντα μέλη της προσωπικής μπάντας του Ihsahn επηρέασε τον τρόπο που αντιλαμβάνονται τη μουσική και τους οδήγησε να δημιουργία ενός δίσκου που βρίθει έμπνευσης και περιέχει όλα τα στοιχεία που έκαναν τους Leprous τεράστιους. Το παιχνίδισμα της μελωδίας μεταξύ της φωνής του Solberg και των πλήκτρων, τα tribal τύμπανα, οι djenty – αλλά όχι ακριβώς – κιθάρες, τα ambient σημεία, η εναλλακτική δομή των τραγουδιών, η πεντακάθαρη και δυνατή παραγωγή, γενικότερα όλα όσα χρησιμοποίησαν στο έπακρο στους επόμενους δίσκους, πρωτοπαίχτηκαν εδώ και το αποτέλεσμα είναι υπέροχο. Το Bilateral είναι ο δίσκος που ισορροπεί κατ’ εμέ, τέλεια μεταξύ prog, ατμόσφαιρας και επιθετικότητας γι’ αυτό και είναι  ο αγαπημένος μου της μπάντας. Αριστούργημα!

Γιάννης Βούλγαρης

 

Coal
[InsideOut, 2013]

Ο κρίσιμος τρίτος δίσκος. Και ένας δίσκος, ο οποίος είχε να διαδεχθεί ένα Bilateral, το οποίο εν πολλοίς είχε ήδη αρχίσει να κινεί τα νήματα για τους Νορβηγούς και να τους αναδεικνύει σε ηγετική δύναμη του χώρου. Η αποθεωτική παρόλα αυτά υποδοχή του Bilateral απελευθέρωσε τη δημιουργική αύρα των Leprous, οι οποίοι διαφοροποιούνται στο Coal και ήδη η πρώτη αντίληψη από το εξώφυλλο και μόνο προδιαθέτει για αλλαγές. Αλλαγή διαθέσεων λοιπόν, με τις πιο χαλαρές και ήρεμες δυναμικές να διαδέχονται τις πολυδιάστατες λαβυρινθώδεις συνθετικές εμπνεύσεις, με πάντα μπροστά τις ιδιαίτερες ερμηνευτικές ικανότητες του Einar Solberg. Φυσικά, οι «κλασικές» Leprous πρώιμες πινελιές με τα γνώριμα ξεσπάσματα σε συνθέσεις σαν το Chronic ή το The Valley κτίζουν το μύθο που θα επαναληφθεί και σε μεταγενέστερες δουλειές τους.  Κυριαρχεί η συνοχή και η ομοιογενής συνθετική ροή, η πιο ατμοσφαιρική προσέγγιση, ακόμα και στα κομμάτια που απλώνονται σε διάρκεια (βλ. Echo). Το Coal είναι το άλμπουμ, το οποίο κατά κάποιο τρόπο δημιουργεί τη μετάβαση προς τη νέα, ωριμότερη περίοδο των Leprous, με την έντονη πειραματική διάθεση να συνδέει τις metal φόρμες με την ελευθερία που θα τους προσδώσει και η ένταξη του Baard Kolstad στο The Congregation. Το Coal σε ελεύθερη μετάφραση, είναι ο άνθρακας που συναντά το διαμάντι του εξωφύλλου και εντάσσεται σε μια δισκογραφική πορεία προς την ηγεμονία των Leprous.

Πάνος Παπάζογλου

 

The Congregation
[InsideOut, 2015]

Το The Congregation είναι το τέταρτο πόνημα των Νορβηγών και το πρώτο με νέο rhythm section, μιας και ήρθε ο Koolstad ως ντράμερ και ο Børven ως μπασίστας. Ωστόσο, η μπάντα καταφέρνει και διατηρεί όλα τα στοιχεία που την έκαναν αναγνωρίσιμη, δηλαδή τις κιθάρες με ελάχιστη παραμόρφωση, τα πολύπλοκα ρυθμικά τραγούδια με μελωδικά refrain, το τεχνικό rhythm section, τα συνοδευτικά πλήκτρα και η θλιμμένη-meets-τρελούτσικη φωνή του τραγουδιστή. Δεν το συζητάμε για την παραγωγή του δίσκου, για άλλη μια φορά ο Jens Borgen έκανε το θαύμα του με όλα τα όργανα να ακούγονται πεντακάθαρα και δυνατά, ενώ στα φωνητικά έβαλε και το χέρι του ο Ihsahn για το τελικό αποτέλεσμα.

Ο δίσκος αναβλύζει έμπνευση και ποιότητα, σε τέτοιο βαθμό που η ακρόασή του συνεχόμένα είναι δύσκολο εγχείρημα λόγω της διάρκειάς του, αλλά όταν έχεις να ακούσεις τραγουδάρες όπως τα The Price, Rewind, The Flood, Slave και Down, δύσκολα τον αφήνεις στη μέση. Σε αδρές γραμμές, το The Congregation αποτελεί ένα album που συνεχίζει στο πολύ υψηλό επίπεδο που άφησαν τη δισκογραφία τους με το Coal, λίγο πιο rock άρα και λίγο πιο mainstream, λιγότερο prog με τη ξεχειλωμένη έννοια του όρου αλλά περισσότερο «προοδευτικό», το οποίο κάνει τις μπάντες του ευρύτερου ιδιώματος να μοιάζουν σαν να είναι σε μια 90s λούπα. Δίσκος σταθμός!

Γιάννης Βούλγαρης

 

Malina
[InsideOut, 2017]

Ο Einar Solberg βρίσκεται σε εξαιρετική κατάσταση, διατηρώντας τη θεατρικότητα και την εκφραστικότητα που είχαμε συνηθίσει. Ένας ιδιαίτερος και χαρισματικός frontman και συνθέτης και το συνθετικό σημείο αναφοράς των Leprous, τόσο με τη χαρακτηριστική και ιδιαίτερα προσωπική φωνή του όσο και με τα πλήκτρα του που πολλές φορές αποτελούν τη ραχοκοκκαλιά των συνθέσεων. Άξιος συνοδοιπόρος αυτός ο νεαρός drummer-φαινόμενο Baard Kolstad, ένας ευφυέστατος και προικισμένος μουσικός που ανεβάζει επίπεδο τις συνθέσεις με το περίτεχνο και ευφάνταστο drumming του. Oι κιθάρες των Tor Odmund Surhke και Robin Ognedal βρίσκονται πιο πίσω στις συνθέσεις, αλλά παίζουν ακόμη σημαντικό ρόλο στη διαμόρφωση των τραγουδιών. Έχουν εμφανώς χάσει σε distortion και βαρύτητα, όχι όμως σε έμπνευση αν και πλέον φανερά έχουν λίγο πιο διακριτικό ρόλο σε σχέση με τα υπόλοιπα όργανα και τη φωνή.

Οι Leprous παρουσιάζουν μια ακόμη πολύ ενδιαφέρουσα δουλειά, συνεχίζοντας το σερί των πολύ καλών έως τέλειων δίσκων. Το Malina είναι ένας δίσκος με ποικιλία αλλά μεγάλη συνεκτικότητα, που ακούγεται ενιαία και αναπόσπαστα λες και κάθε τραγούδι είναι και ένα διαφορετικό κεφάλαιο ενός βιβλίου. Μια κυκλοφορία που παρότι σε αρκετά σημεία είναι γεγονός ότι δεν πήγε πολλά βήματα παραπέρα συνθετικά πήγε σίγουρα μπροστά ηχητικά, ενώ σε άλλα έδειξε ένα διαφορετικό πρόσωπο του σχήματος που δεν περιμέναμε να το δούμε, διατηρώντας τα στοιχεία τους και τον προσωπικό τους ήχο.

Τάσος Ποιμενίδης

 

Pitfalls
[InsideOut, 2019]

Οι Leprous προτείνουν ακομπλεξάριστα ολίγη (και περισσότερη) pop, ως τη νέα προοδευτική έκφανση του σύγχρονου prog. Άγχος, κατάθλιψη και ψυχολογικά προβλήματα οδήγησαν τον Einar Solberg σε μια εκ βαθέως αναζήτηση και κατά κάποιο τρόπο το Pitfalls λειτουργεί σαν μια ψυχοθεραπευτική εμπειρία, η οποία τον οδήγησε σε καθαρτικά αποτελέσματα μέσα από τη δημιουργική διαδικασία. Επομένως, στιχουργικά, αλλά και ηχητικά το αποτέλεσμα βρίθει ενός έντονου προσωπικού στίγματος που αφήνεται από τις βιωματικές εμπειρίες που καταθέτει ο Einar. Κάτι που έτσι και αλλιώς στους Leprous είναι πάντα προφανές από τις μοναδικές ερμηνευτικές του ικανότητες, αντιληπτές από το ντεμπούτο τους κιόλας.

Το Pitfalls φαίνεται να εξελίσσεται σε δύο διαφορετικές ενότητες. Στο πρώτο μισό κυριαρχούν κάπως πιο απλοϊκές φόρμες, με τη φωνή του Einar, τα πλήκτρα και τις μπασογραμμές να βρίσκονται στο επίκεντρο, ενώ στο δεύτερο οι κιθάρες αρχίζουν να δημιουργούν τις συνθήκες εκείνες, ώστε να λάμψει ο drummer Baard Kolstad, ο οποίος όπου χρειάζεται να ξεσαλώσει γίνεται αντιληπτός και επανασυστήνει τους Leprous των προηγούμενων δύο δίσκων.

Οι Leprous καταφέρνουν με κάθε τους δισκογραφική πρόταση να ανανεώνουν τις προσδοκίες και τις φιλοδοξίες τους απέναντι στο «προοδευτικό» σαν στάση και όχι σαν ιδίωμα. Το Pitfalls είναι ένα τολμηρό βήμα προς μια κατεύθυνση, την οποία οι Νορβηγοί την ορίζουν, δεν την ακολουθούν.

Πάνος Παπάζογλου