Ne Obliviscaris – Urn

[Season Of Mist, 2017]

Εισαγωγή: Mελέτης Δουλγκέρογλου
Μετάφραση: M. Δουλγκέρογλου, Δ. Kαλτσάς
29 / 11 / 2017

Οι Ne Obliviscaris συστάθηκαν το 2013 στη μακρινή Αυστραλία και τάραξαν τα νερά του προοδευτικού χώρου με το ντεμπούτο τους Portal Of I, σχεδόν μια δεκαετία μετά την ίδρυση τους (2009). Το μουσικό τους περιεχόμενο αποτέλεσε ένα λαμπρό παράδειγμα προοδευτικού death metal, το οποίο ξεχώριζε λόγω της χρήσης του βιολιού στις συνθέσεις. Όντας από τους σημαντικούς αντιπροσώπους της ακμάζουσας αυστραλιανής σκηνής, κέρδισαν το σεβασμό του ακραίου κοινού και η αναγνώριση τους αυτή μετουσιώθηκε σε συμβόλαιο με τη σημαντική εταιρεία του χώρου Season of Mist. To πνευματικό παιδί αυτής της συνεργασίας ήταν το Citadel το οποίο ηχογραφήθηκε το 2014 και παρότι δεν απώλεσε τον προοδευτικό χαρακτήρα βασιζόμενο στην προηγούμενη δισκογραφική τους απόπειρα, εντούτοις η πιο τραχιά προσέγγιση του δε χαιρετήθηκε το ίδιο θερμά από την μεταλλική κοινότητα (οι κριτικές μας εδώ).

Έχοντας μεσολαβήσει 3 χρόνια εντός των οποίων οι Ne Obliviscaris περιόδευσαν σε μεγάλες πόλεις της Αμερικής και της Γηραιάς Αλβιώνας, ήρθε η ώρα να αναθερμάνουν το όνομα τους με το ‘Urn’.


 

Ισορροπία ως όριο της πολυπλοκότητας

Μετά την αναστάτωση που προκάλεσε η αποχώρηση του μπασίστα Brendan Brown λόγω κατηγοριών για περιστατικά ενδοοικογενειακής βίας, οι Ne Obliviscaris επιστρέφουν. Άραγε η αναπάντεχη αυτή τροπή των γεγονότων και η συνεπακόλουθη αλλαγή λειτούργησαν θετικά για το συγκρότημα ή καθρεπτίζονται αρνητικά στην παρούσα κυκλοφορία; Οι απαντήσεις δίδονται παρακάτω.

Μια βασική διαφορά συγκριτικά με τον προπομπό του Urn, το Citadel, είναι το σταδιακό χτίσιμο μιας μυσταγωγικής ατμόσφαιρας σχεδόν σε όλες τις συνθέσεις του δίσκου. Ο σκοπός επιτυγχάνεται δια μέσου των ακουστικών σημείων, της χρήσης του cello σε ορισμένες συνθέσεις αλλά και μέσω της εκτεταμένης χρήσης του βιολιού, μια απόφαση που κρίνεται ως ορθή δεδομένου πως ο Tim Charles πέραν από χαρισματικός μουσικός είναι και ένας ικανός συνθέτης και κατάφερε να δέσει το βιρτουόζικο παίξιμο του με τη μουσική των Ne Obliviscaris και να αποτελέσει μάλιστα σήμα κατατεθέν. Πρέπει να επισημανθεί πως μεταξύ άλλων έχει βελτιώσει αισθητά τα καθαρά φωνητικά εν συγκρίσει με το Citadel τα οποία είχα χαρακτηρίσει μάλιστα ως μέτρια. Πλέον είναι εκτελεσμένα προσεκτικά και συνδυάζονται αρμονικότερα με το μουσικό περιεχόμενο.

Αναφορικά με το Citadel, υπήρξε συζήτηση κατά πόσον η τραχύτερη και πιο επιθετική του υφή εξυπηρετούσε το όραμα των Ne Obliviscaris. Εκτιμούμε πως η βραδύτερη κορύφωση και η ατμοσφαιρική προσέγγιση ταιριάζει περισσότερο με τα στοιχεία που μας έδειξαν στο ντεμπούτο τους και γενικά με τη νοοτροπία του συγκροτήματος. Εξάλλου δεν είναι και ιδιαίτερα δύσκολο να ακούσεις συγκροτήματα που παράγουν έντονο και επιθετικό death prog, λογίζεται όμως ως σαφώς δυσκολότερο να ακούσεις έναν ιδιαίτερο προσωπικό ήχο. Οι Ne Obliviscaris όμως με κάθε κυκλοφορία μεγαλώνουν το όνομα τους και αποκτούν την ξεχωριστή τους ταυτότητα.

Φυσικά, τα death στοιχεία είναι παρόντα και δυναμικά  ενώ οι ταχύτητες ανεβαίνουν όταν χρειαστεί. Το Urn: part II αποτελεί ένα λαμπρό παράδειγμα για το πώς πρέπει να εναλλάσσεται το ατμοσφαιρικό με το επιθετικό κομμάτι. Είναι αλήθεια πως στο παρόν πόνημα επιτυγχάνεται η ισορροπία μεταξύ των δύο φύσεων της μουσικής των Ne Obliviscaris. Ακόμα, η συνθετική ικανότητα των καλλιτεχνών έχει βελτιωθεί και οι συνθέσεις παρότι μακροσκελείς δύναται να μνημονευθούν. Ειδική μνεία πρέπει να γίνει στον guest μπασίστα Robin Zielhorst. Οι μπασογραμμές του είναι χαρακτηριστικές και τολμώ να πω πως ξεπερνά τον προκάτοχο του. Ακουστικά, το ανωτέρω είναι ιδιαίτερα αντιληπτό στο Intra Venus.

Στιχουργικά, οι νοσηρές σκέψεις του θανάτου και τα όνειρα απόγνωσης είναι παρόντα αλλά δοσμένα με έναν πιο σκοτεινό και δυσοίωνο τρόπο έκφρασης. Πιθανώς, το ατυχές γεγονός της απομάκρυνσης του Brendan Jones να αποτυπώνεται στην αύρα των στίχων.

Η ποιότητα και το περιεχόμενο του Urn είχαν γίνει αντιληπτά ιδιαίτερα καθότι οι Ne Obliviscaris κυκλοφόρησαν τα τρία από τα έξι μόλις τραγούδια (το ένα μάλιστα είναι οργανικό και μικρό σε διάρκεια). Όντας θιασώτης των μεγάλων σε διάρκεια album, ένιωσα πως κάτι λείπει και ζητούσα ακόμα περισσότερο. Επιπροσθέτως, παρότι το album ασπάζεται και αποδεικνύει την προοδευτική πλευρά του, εντούτοις οι συνθέσεις δεν είναι ιδιαίτερα πολύπλοκες ούτε πυκνά δομημένες σε περιεχόμενο όπως το E των Enslaved φερειπείν. Μπορεί αυτό να θεωρηθεί μειονέκτημα; Όχι απαραίτητα, πιστεύω όμως πως το ταλέντο και οι ικανότητες των αυστραλιανών θα μπορούσαν να προσδώσουν άλλον αέρα στις συνθέσεις και να γίνουν πιο εντυπωσιακές.

Εν κατακλείδι, το The Portal Of I αποτέλεσε έναν προάγγελο του ότι κάτι μεγάλο ετοιμάζεται στη Μελβούρνη. Οι Ne Oblisvicaris μετά την κυκλοφορία του Urn, πρέπει να συγκαταλέγονται ανάμεσα στα μεγάλα ονόματα του ακραίου προοδευτικού χώρου παγκοσμίως. Παρόλα αυτά αισθάνομαι πως δεν έχουν κατακτήσει την κορυφή των ικανοτήτων τους. Αν το παρόν album ήταν πιο πολύπλοκο και πιο βαθύ, ίσως να μιλούσαμε για έναν πολύ σημαντικό δίσκο της χρονιάς αυτής.

7.5 / 10

Μελέτης Δουλγκέρογλου

 

2η γνώμη

 

Ο τρίτος δίσκος είναι πολύ σημαντικός για μια μπάντα και σε αυτόν έφτασαν αισίως οι Αυστραλοί Ne Obliviscaris, όπου φαίνεται να κατασταλάζουν στον τρόπο με τον οποίο θέλουν να αποδίδουν το progressive death metal τους. Στο Urn συνεχίζουν κυρίως από εκεί που έμειναν στο Citadel, δίνοντας ακόμα περισσότερη έμφαση στο ακραίο στοιχείο του ήχου τους και η όποια μελωδία έχουν τα κομμάτια αποδίδεται σχεδόν αποκλειστικά από το βιολί. Αυτό δε σημαίνει ότι τα τραγούδια είναι ένας «διάλογος» ακραίας μουσικής και βιολιού, αλλά ότι τα διαφορετικά είδη μουσικής που χρησιμοποιούσαν παλιότερα (flamengo, κλασσική) και η ακουστική κιθάρα, εκλείπουν. Αυτά όμως τους έκαναν ιδιαίτερους και πρωτότυπους. Τα κομμάτια του Urn θα έλεγα ότι είναι κάπως μονότονα και παρόμοια, μιας και σχεδόν όλα είναι μια μίξη hyper-speed death metal, με μελωδικές παύσεις βιολιού και εναλλαγή καθαρών ακραίων φωνητικών. Βέβαια υπάρχει το Eyrie που σώζει την κατάσταση, αλλά δε φτάνει. Για όσους ακολουθούν τη μπάντα από την αρχή, αυτός είναι ένας δίσκος στασιμότητας, για τους υπόλοιπους μια καλή μελωδική death metal κυκλοφορία.

7 / 10

Γιάννης Βούλγαρης

Κάντε το πρώτο σχόλιο

Υποβολή απάντησης