Meshuggah – The Violent Sleep of Reason

 [Nuclear Blast, 2016]


Intro: Giannis Voulgaris
24 / 11 / 2016

If there is a reason djent exists as a genre, this is due to Meshuggah, since almost from their first steps they decided to write music different from the trivial extreme sound, using many different rhythms in their songs along with the voluminous sound of the stringed instruments, result of the eight-string guitars they use. Similarly, for the popularity that this idiom enjoys in the metal audience, this is due to Meshuggah since from obZen onwards more and more bands either copied them or were influenced by their music.

Certainly Meshuggah are not just a djent band, since at first they played death metal trying to incorporate in their prog influences in their sound, but since Nothing (2002) they have shaped their personal sound which they maintain and enrich in each album. Sometimes experimental (Catch Thirty-Three), sometimes more simple and melodic (obZen) and sometimes more brutal and aggressive (Koloss), they manage in every new release to engage many metalheads with them and submit an entry for the album of the year. Four years after the commercially very successful Koloss, they released The Violent Sleep of Reason.


Ambiguous complexity

Let’s start with the fact that the music of Meshuggah is wayward, difficult to hear and quite special. Although djent type labels do not express something tangible, it could be said that this is an extreme progressive metal band, with multi-rhythm characteristics, low tuned multi-stringed (7-8 string) guitars that build up a cold atmosphere which leaves a metallic taste. Having experimented with various forms within their musical contexts, they present a different result in The Violent Sleep of Reason.

If Koloss could be considered more atmospheric and melodic, the excellent obZen easier to listen to and thrashy or Catch 33 schizophrenic, now we are dealing with something different. Although its precursors (Koloss, obZen) were accessible and compatible with a relatively larger musical audience, The Violent… needs a lot of attention and multiple hearings to be deciphered. Its compositions are based on technical heavy riffs and a voluminous sound with occasional fast (kind of thrash) solos. The change of rhythm and the building of melody (it is quite relative how the melody is defined in the universe of Meshuggah) is realized through labyrinthine ways that while they impress and intrigue the fan, it is extremely likely to tire the unsuspected listener.

The pros of the album are quite a few; there are compositions that carry you away such as Born In Dissonance, MonstroCity, Violent Sleep of Reason and Nostrum that manage to convince you to let go and rock in the unfolding of their notes. The rhythm section is the cornerstone that as always holds all the weight resulting from the very low tuned guitars, with the performance of percussion remaining at a very high level of technical training.

The production is entirely matching with the sound dystopia described by Meshuggah and the lyrics that Jens Kidman spits in our faces -written by drummer Tomas Haake- are in fact complaints about the society and the political system based on terrorizing the masses, the brutal exploitation and the profit at the expense of its component members but also target to those who turn a blind eye to the grim reality. Historically the concerns of Meshuggah have been a momentous part of their music and are reference worthy. Note also that the title of the album is borrowed from the painting of Goya The Sleep of Reason Produces Monster and the central idea is that the oblivious ones are violently affected by the causes of what is happening, as described above.

The obvious question however, is whether such an effort can be rambling. Within an album of ten compositions, unfortunately this may happen. The complexity and the addition of different elements (jazz elements concerning the free expression either solos or synthesis generally) though it is the icing on the cake, it can make the cake a little tasteless. Compositions such as Our Rage Will not Die and By The Ton do not climax, while some points are repeated. If Meshuggah had added some atmospheric parts (except the closure in Stifled) as in Koloss (which I do not consider a better album than this one), the transition between the compositions would be smoother and the set a little more diverse. Additionally, the proper review of an album has to do with whether it can open up to other audiences, not only to preserve the core fans of a band. My estimate is that it will hardly be able to win new listeners.

A rough pathway is a decision that lies within the artist and we must respect it. Listeners of Meshuggah will be satisfied because this is indeed a very interesting album and they will not hesitate to analyze it by listening to it oftentimes. But if the chimera of complexity did not devour its flesh, we could talk about one of the best extreme albums of this year. Instead we will enjoy it inviting others to do so, a call which the band took care not to be an easy one.

7.5 / 10

Meletis Doulgeroglou


2nd opinion 


This is the eighth album of Meshuggah and after a series of good quality releases I think the band came to a standstill. To avoid being misunderstood, I am not saying that The Violent Sleep of Reason is a bad album. It is simply an album of the same quality range as those being released for almost 10 years. Perfect production, heavy guitars, technical drums, extreme vocals and constant changes in rhythm rates; this was pioneering some years ago and there was space to experiment on so as not to become boring (see samples, melodic parts, etc.), but it seems that at some point it starts to repeat itself as the “circular” riffs of the djent genre they created. Certainly there are pieces that stand out as Our Rage Will Not Die and MonstroCity, but most are identical and they all sound somewhat tedious. Till next time…

5.5 / 10

Giannis Voulgaris

 [Nuclear Blast, 2016]


Εισαγωγή: Γιάννης Βούλγαρης
24 / 11 / 2016

Αν υπάρχει λόγος ύπαρξης του ιδιώματος του djent αυτός οφείλεται στους Meshuggah, αφού σχεδόν από τα πρώτα τους βήματα αποφάσισαν να γράψουν μουσική διαφορετική από την τετριμένη του ακραίου ήχου, χρησιμοποιώντας πολλούς διαφορετικούς ρυθμούς μέσα στα τραγούδια τους παράλληλα με τον ογκώδη ήχο των εγχόρδων, αποτέλεσμα των οχτάχορδων κιθάρων που χρησιμοποιούν. Ομοίως και για τη δημοφιλία που αυτό το ιδίωμα απολαμβάνει στο metal ακροατήριο, υπεύθυνοι είναι οι Meshuggah αφού από το “obZen” και μετά όλο και περισσότερες μπάντες, είτε τους αντέγραψαν είτε επηρεάστηκαν από τη μουσική τους.

Βέβαια Meshuggah δεν είναι μόνο djent, μιας και στην αρχή ήταν ένα death metal συγκρότημα που προσπαθούσε να ενσωματώσει στον ήχο του τις prog επιρροές του, αλλά από το “Nothing” (2002) και μετά διαμόρφωσαν τον προσωπικό τους ήχο τον οποίο διατηρούν και εμπλουτίζουν από δίσκο σε δίσκο. Άλλοτε πειραματικοί (“Catch Thirty-Three”), άλλοτε πιο απλοϊκοί και μελωδικοί (“obZen”) και άλλοτε πιο brutal και επιθετικοί (“Koloss”) καταφέρνουν με κάθε κυκλοφορία τους να ασχολούνται πολλοί metalheads μαζί τους και να βάζουν υποψηφιότητα για δίσκο της χρονιάς. Τέσσερα χρόνια μετά το εμπορικά πολύ πετυχημένο “Koloss”, κυκλοφορούν το “The Violent Sleep of Reason”.


Αμφίσημη πολυπλοκότητα

Ας ξεκινήσουμε από το γεγονός πως η μουσική των Meshuggah είναι δύστροπη, δυσάκουστη και αρκετά ιδιαίτερη. Παρότι οι ταμπέλες τύπου djent δεν εκφράζουν κάτι απτό, θα μπορούσε να ειπωθεί πως πρόκειται για ένα ακραίο progressive metal, με πολυρυθμίες, χαμηλά κουρδισμένες πολύχορδες (7-8 χορδών) κιθάρες οι οποίες χτίζουν μια ψυχρή ατμόσφαιρα που αφήνει γεύση μετάλλου. Έχοντας πειραματιστεί με διάφορες εκφάνσεις εντός των μουσικών τους πλαισίων, μας παρουσιάζουν ένα διαφορετικό αποτέλεσμα στο “The Violent Sleep of Reason”.

Αν μπορούσε να θεωρηθεί το “Koloss” πιο ατμοσφαιρικό και μελωδικό, το εξαιρετικό “obZen” πιο ευάκουστο και thrashy ή το “Catch 33” σχιζοφρενικό, εδώ έχουμε να κάνουμε με κάτι διαφορετικό. Παρότι οι προπομποί του (“Koloss”, “obZen”) ήταν προσβάσιμοι και συμβατοί με ένα σχετικά μεγαλύτερο μουσικό κοινό, το “The Violent..” χρειάζεται πολλή προσοχή και πολλαπλά ακούσματα για να αποκρυπτογραφηθεί. Οι συνθέσεις του βασίζονται στα βαριά και τεχνικά riffs και σε έναν ογκωδέστατο ήχο με περιστασιακά γρήγορα -thrash υπό το πρίσμα των Messughah- solos. Η αλλαγή ρυθμών και το χτίσιμο της μελωδίας (σχετικό το πώς ορίζεται η μελωδία στο σύμπαν των Meshuggah) πραγματώνεται μέσα από δαιδαλώδεις τρόπους οι οποίοι ενώ εκτελεστικά εντυπωσιάζουν και ιντριγκάρουν τον οπαδό, είναι εξαιρετικά πιθανό όμως να κουράσουν έναν ανυποψίαστο ακροατή.

Τα θετικά του album είναι αρκετά, υπάρχουν συνθέσεις που σε παρασέρνουν όπως τα “Born In Dissonance”, “MonstroCity”, “Violent Sleep of Reason” και “Nostrum” που καταφέρνουν να σε πείσουν να αφεθείς και να χτυπηθείς στο ξετύλιγμα των νοτών τους. Το rhythm section είναι ο ακρογωνιαίος λίθος που όπως πάντα συγκρατεί όλο το βάρος που προκύπτει από τις πολύ χαμηλά κουρδισμένες κιθάρες, με την εκτέλεση των κρουστών να παραμένει σε πολύ υψηλό επίπεδο τεχνικής κατάρτισης.

 Η παραγωγή είναι απόλυτα ταιριαστή με την ηχητική δυστοπία που αφηγούνται οι Meshuggah και οι στίχοι που φτύνει στα πρόσωπα μας ο Jens Kidman και κατά βάση έχει γράψει ο drummer Tomas Haake στηλιτεύουν την κοινωνία και το πολιτικό σύστημα το οποίο βασίζεται στην τρομοκρατία των μαζών, στη στυγνή εκμετάλλευση και στο κέρδος εις βάρος των μελών που την απαρτίζουν αλλά σημαδεύουν και όσους εθελοτυφλούν στη ζοφερή πραγματικότητα. Ανέκαθεν οι προβληματισμοί των Meshuggah ήταν ένα βαρυσήμαντο κομμάτι της μουσικής τους και άξιοι αναφοράς. Να σημειωθεί πως ο τίτλος του album είναι δανεισμένος από τον πίνακα του Goya ‘The Sleep of Reason Produces Monster’ και η κεντρική ιδέα είναι πως οι επιλήσμονες επηρεάζονται βίαια από τα αιτιατά των όσων συμβαίνουν, όπως περιεγράφηκε και άνωθι.

Το εύλογο ερώτημα, όμως, είναι κατά πόσο δύναται να πλατειάσει μια τέτοια προσπάθεια. Εντός δέκα συνθέσεων, δυστυχώς συμβαίνει και αυτό. Η πολυπλοκότητα και η προσθήκη διαφορετικών στοιχείων (έως και jazz αναφορών όσον αφορά στο ελεύθερο χτίσιμο είτε solos είτε της σύνθεσης γενικά) παρότι αποτελεί το κερασάκι στην τούρτα, καθιστά την τούρτα λίγο άγευστη. Συνθέσεις όπως οι “Our Rage Won’t Die” και “By The Ton” δεν κορυφώνονται, ενώ σημεία τους επαναλαμβάνονται. Αν οι Meshuggah είχαν προσθέσει και κάποια ατμοσφαιρικά σημεία (πλην του κλεισίματος του “Stifled”) όπως στο “Koloss” (που δεν το θεωρώ καλύτερο δίσκο από τον παρόντα) θα ήταν η μετάβαση μεταξύ των συνθέσεων πιο ομαλή και λίγο πιο ποικιλόμορφο το σύνολο. Επιπροσθέτως, η σωστή κρίση ενός album, έχει να κάνει με το αν μπορεί να ανοιχθεί και σε άλλα ακροατήρια και όχι μόνο να συντηρήσει των πυρήνα των οπαδών ενός συγκροτήματος. Η εκτίμηση μου είναι πως δύσκολα θα μπορέσει να κερδίσει νέους ακροατές.

Μία δύσβατη οδός είναι απόφαση που βαραίνει τον καλλιτέχνη και που οφείλουμε να τη σεβαστούμε. Οι ακροατές των Meshuggah, θα ικανοποιηθούν διότι πρόκειται πράγματι για έναν πολύ ενδιαφέροντα δίσκο και δε θα διστάσουν να τον αναλύσουν ακούγοντάς τον πολλάκις. Αν όμως η χίμαιρα της πολυπλοκότητας δεν κατασπάραζε τις σάρκες της ανά τόπους, θα μπορούσαμε να μιλάμε για έναν από τους καλύτερους ακραίους δίσκους για φέτος. Αντ’ αυτού θα τον απολαύσουμε καλώντας και άλλους να τον δοκιμάσουν, ένα κάλεσμα το οποίο η μπάντα δε φρόντισε να είναι εύκολο.

7.5 / 10

Μελέτης Δουλγκέρογλου


2η γνώμη 


Αισίως φτάσαμε στον όγδοο δίσκο των Meshuggah και μετά από ένα καλό σερί ποιοτικών κυκλοφοριών νομίζω ότι η μπάντα έφτασε σε ένα τέλμα. Για να μην παρεξηγηθώ, δε λέω ότι το “The Violent Sleep of Reason” είναι ένας κακός δίσκος. Είναι απλώς ένας δίσκος στα ίδια με αυτά που παρουσιάζουν εδώ και περίπου 10 χρόνια. Τέλεια παραγωγή, βαριές κιθάρες, τεχνικά τύμπανα, ακραία φωνητικά και συνεχείς εναλλαγές στους ρυθμούς. Αυτό ήταν πρωτοποριακό κάποια χρόνια πριν και είχε πράγματα να το «μπολιάσεις» ώστε να μην καταντήσει βαρετό (βλ. samples, μελωδικά σημεία, κ.τ.λ.), αλλά φαίνεται ότι κάπου αρχίζει να επαναλαμβάνεται όπως τα «κυκλικά» riffs του djent ιδιώματος που δημιούργησαν. Σίγουρα υπάρχουν κομμάτια που ξεχωρίζουν όπως τα “Our Rage Won’t Die” και “MonstroCity”, όμως τα περισσότερα είναι πανομοιότυπα και κάνουν το όλο άκουσμα κάπως κουραστικό. Till next time…

5.5 / 10

Γιάννης Βούλγαρης

Κάντε το πρώτο σχόλιο

Υποβολή απάντησης