Αδικημένη ομορφιά

Από τον Δημήτρη Καλτσά

18 / 03 / 2015

Ένα στοιχείο που συμβάλλει σημαντικά στη μαγεία της μουσικής είναι η ιστορία πίσω από τις νότες και η εικόνα με την οποία ταυτίζεται ο ήχος. Όσο κι αν κάτι τέτοιο φαντάζει θεωρητικά ασύνδετο με τη μουσική, η ιστορία έχει αποδείξει πως η ύπαρξη του εξωφύλλου είναι σχεδόν (ή εντελώς) απαραίτητη για την ακρόαση ενός δίσκου. Εξάλλου, ένας βασικός λόγος που η ψηφιοποίηση της μουσικής έχει οδηγήσει σε μερική απαξίωση του αντικειμένου είναι -εκτός βέβαια της συμπίεσης- το γεγονός ότι τα αρχεία αυτά είναι απρόσωπα. Η ύπαρξη μιας εικόνας σε έναν ψηφιακό φάκελο δεν είναι αρκετή. Κι αυτό, γιατί ένας βασικός λόγος για τον οποίο κάποτε σεβόμασταν περισσότερο ό,τι ακούγαμε ήταν εκείνη η εκάστοτε εικόνα στο εξώφυλλο την οποία κρατούσαμε, κοιτούσαμε και (σε ιδανική περίπτωση) «ακούγαμε» διεξοδικά.

uspsychcollage
US psych 1966-’69: πολυχρωμία, ευφάνταστα ψυχεδελικά σχέδια και φωτογραφίες των συγκροτημάτων

Στο progressive rock τα παραπάνω ισχύουν ίσως ακόμα περισσότερο. Η ιδιαίτερη προσοχή που δινόταν στα εξώφυλλα των δίσκων από το ψυχεδελικό δεύτερο μισό των 60s εντάθηκε και το artwork μετατράπηκε σε αναπόσπαστο κομμάτι κάθε album ως στοιχείου δημιουργίας, όταν ιστορικά τη σκυτάλη πήρε το προοδευτικό rock. Οι φωτογραφίες των συγκροτημάτων στα εξώφυλλα είχαν αντικατασταθεί από ζωγραφιές και τα καμπυλόμορφα, πολύχρωμα ψυχεδελικά σχέδια από έργα υψηλής ακρίβειας. Ήταν σαφές πλέον ότι σε εποχές κυριαρχίας του βινυλίου, πολύ πριν την ανακάλυψη του διαδικτύου φυσικά, το εξώφυλλο ήταν ο κυριότερος παράγοντας θέλξης για κάθε φιλόμουσο ακροατή και συλλέκτη.

ukpsychcollage
UK psych 1966-’69: η επιρροή των Η.Π.Α. είναι ολοφάνερη. Ωστόσο, δε λείπει το βρετανικό φλέγμα και οι πιο προοδευτικές για την εποχή εξαιρέσεις

Έχοντας ως βάση τα πανέμορφα εξώφυλλα, δεν θα είχε ιδιαίτερο νόημα να ασχοληθούμε με πασίγνωστα και πολυαγαπημένα αριστουργήματα, ούτε επίσης με μέτριους ή κακούς δίσκους με καταπληκτικά εξώφυλλα (το τελευταίο ίσως είχε ενδιαφέρον, όντως…). Σε όλες τις πτυχές της rock μουσικής, σχετικές με psych, progressive, folk, blues, jazz και λοιπά, δεν ήταν λίγοι οι δίσκοι υψηλού επιπέδου μουσικά και με πανέμορφα εξώφυλλα οι οποίοι για κάποιο λόγο -και όχι απαραιτήτως εξαιτίας της όποιας underground φύσης τους- είναι μέχρι σήμερα αδικημένοι, παραμένοντας αγνοημένοι από το ευρύ κοινό, αρκετοί κερδίζοντας φήμη, κυρίως, όμως, σε συλλεκτικούς κύκλους.

progcollage
Ευρωπαϊκό progressive rock 1970-’73: τα σύνθετα, φιλόδοξα σχέδια πρωταγωνιστούν

Αυτά τα αγνοημένα albums αξίζουν την προσοχή μας εξωτερικά και εσωτερικά. Ακριβώς, όμως, επειδή η αφορμή εδώ είναι η εξωτερική τους ομορφιά, το συγκεκριμένο αφιέρωμα αφορά πρωτίστως τους σχεδιαστές των εξωφύλλων και το συνολικό έργο τους, με έμφαση σε κάποιες ιστορικά αδικημένες ομορφιές, παλαιές έως και αρκετά πρόσφατες. Για αρχή, ας γυρίσουμε σχεδόν μισό αιώνα πίσω…  


 

David AnsteyDavid Anstey

Ο Βρετανός σχεδιαστής ήταν συνεργάτης της Decca και επιμελήθηκε το artwork αρκετών σημαντικών κυκλοφοριών της εταιρείας καθώς και της θυγατρικής της, Deram. Είναι περισσότερο γνωστός για τα εξώφυλλα έξι δίσκων των σπουδαίων Savoy Brown (“Blue Matter”-1969, “Looking In”-1970, “Street Corner Talking”-1971, “Hellbound Train”-1972, “Jack Τhe Toad”-1973, “Skin ‘n’ Bone”-1976), όπου ήταν φανερά επηρεασμένος από comic books και ειδικά από τη δουλειά του πρωτοπόρου Jack Davis για την EC Comics στα 50s (κυρίως στο “Looking In”). Η σχέση του Anstey με το αγγλικό blues rock περιλαμβάνει επίσης τα εξώφυλλα δύο δικαιότατα κλασικών δίσκων: του underground διαμαντιού “Barbed Wire Sandwich” [1970] των Black Cat Bones (το artwork εδώ δεν είναι ακριβώς… συνηθισμένο) και του “Imagination Lady” [1972], του κατά κοινή ομολογία κορυφαίου album των Chicken Shack.

Το πρώτο εξώφυλλο που σχεδίασε ο Anstey ήταν εν τω μέσω και στο πνεύμα της ψυχεδελικής έκρηξης στη Βρετανία, για το κατά πολλούς πρώτο δείγμα progressive pop/rock, το θρυλικό “Days Of Future Passed” [1967] των Moody Blues, στο οποίο ορίστηκαν βασικά στοιχεία του progressive rock, όπως αυτό ακούστηκε αργότερα, όπως ο λυρισμός, η χρήση του mellotron και ο τρόπος δημιουργίας concept album στο είδος (τουλάχιστον). Λίγο αργότερα, ο Anstey επωμίστηκε την καλλιτεχνική επιμέλεια του εξόχως ιδιαίτερου εξωφύλλου του μοναδικού δίσκου [1970] των εξόχως ιδιαίτερων Aardvark, του prog κουαρτέτου που βασιζόταν κυρίως στα πλήκτρα του Steve Milliner και χαρακτηριζόταν από την απουσία κιθάρας. Αξίζει να σημειωθεί ότι αρχικά μέλος των Aardvark ήταν και ο μοναδικός Paul Kossoff, πριν αποχωρήσει για το σχηματισμό των Free.

Το 1972 ήταν η πιο παραγωγική χρονιά του Anstey, καθώς, εκτός των “Hellbound Train” και “Imagination Lady”, κυκλοφόρησαν τρία ακόμα albums με δική του συμβολή στο artwork. Το εσώφυλλο του “Waterloo Lily”, του τέταρτου δίσκου των Caravan και μοναδικού με τον Steve Miller στα πλήκτρα, είναι δικό του, όπως και το εκπληκτικό σχέδιο διαστημικού σταθμού στο λατρεμένα μπλε gatefold εξώφυλλο του αριστουργηματικού “Space Shanty” των Khan. Λίγους μήνες πριν κυκλοφορήσουν αυτά τα δύο, η Deram εξέδωσε το “Swaddling Songs”, το μοναδικό album των Ιρλανδών Mellow Candle. Το “Swaddling Songs” συγκαταλέγεται στα κορυφαία δείγματα βρετανικού folk rock, με κύρια χαρακτηριστικά το δίδυμο των συμμαθητριών Clodagh Simonds και Alison Williams στα φωνητικά, έναν άκαμπτο προοδευτικό underground χαρακτήρα και φυσικά τις υπέροχες ασπρόμαυρες ζωγραφιές του Anstey.

Μεταξύ των υπολοίπων δημιουργιών του, ξεχωρίζουν τα logos που σχεδίασε για το ομώνυμο ντεμπούτο των 10cc [1973], καθώς και για το μνημειώδες “Moonmadness” [1976] των Camel, όπως επίσης και για τα εξώφυλλα των κάτωθι τεσσάρων.  

 


1968 Davy Graham - Large As Life Αnd Twice As NaturalDavy Graham – Large As Life Α
nd Twice As Natural [1968]

Η ιστορική σημασία του τέταρτου full length album του Davy Graham θα ήταν αρκετή για να κατατάσσεται αυτός ο σπουδαίος δημιουργός στους πιο αδικημένους μουσικούς των 60s. Πόσο δε μάλλον, αν συνυπολογίσει κανείς ότι το συγκεκριμένο album δεν είναι καν το καλύτερό του ή έστω το πιο βαρύ κληροδότημά του. To “Folk, Blues And Beyond” [1965] είναι αξεπέραστο, επιδραστικό όσο λίγα και ένα από τα σημαντικότερα albums του προηγούμενου αιώνα, θεωρώ. Ωστόσο, στο “Large As Life…” με την πιο rock ενορχήστρωση, η ποικιλία των στυλ είναι ασύγκριτη και το πολυπολιτισμικό στοιχείο της μουσικής του Graham εδώ είναι απαράμιλλο (η μητέρα του ήταν από τη Γουιάνα και ο ίδιος επηρεάστηκε πολύ από τα ταξίδια του στη Β. Αφρική). Η μπάντα του στο album αποτελείται από τον Τζαμαϊκανό Harold McNair στο φλάουτο, τον Danny Thompson (των Pentangle τότε) στο μπάσο, τον Dick Heckstall-Smith (σαξόφωνο), πρώην συμπαίκτη του Thompson στους Blues Incorporated του Alexis Korner και τον Jon Hiseman (ντραμς), που ήταν μαζί με τον Smith στους Organization του Graham Bond και λίγους μήνες μετά σχημάτισαν τους κολοσσιαίους Colosseum (δεν είναι τυχαίο ότι και ο Tony Reeves έπαιζε στο προηγούμενο album του Graham). Στο album αυτό το ειδικό βάρος του κιθαρίστα -που εδώ τραγουδάει καλύτερα από ποτέ- αναδεικνύεται υπέροχα σε folk, blues, jazz, raga-jazz και swing, αλλά στα τρία raga folk κομμάτια πιθανότατα αποτυπώνεται ιδανικά το απόλυτα προσωπικό στυλ του δημιουργού, το οποίο αναπαρίσταται άψογα στο πανέμορφο εξώφυλλο του David Anstey, χαρακτηριστικό της πρώιμης, έντονα χρωματικής τεχνοτροπίας του.

Ο Davy Graham ήταν ένας από τους πρωτεργάτες και πρωτοπόρους της βρετανικής folk σκηνής και των rock προεκτάσεων αυτής στις αρχές της δεκαετίας του ‘60. Είναι ο μουσικός που συνέθεσε το κομμάτι “Angi” (ή “Anji”) σε ηλικία 19 ετών το 1959 (κυκλοφόρησε για πρώτη φορά το 1961 και η πιο γνωστή του ίσως εκτέλεση είναι αυτή του σπουδαίου Bert Jansch στο ομώνυμο ντεμπούτο του το 1965). Ο Graham είναι επίσης ο κιθαρίστας που έκανε γνωστό το κούρδισμα DADGAD επηρεασμένος από το ούτι που άκουγε στο Μαρόκο και άνοιξε νέους δρόμους στους κιθαρίστες της εποχής του και μετά με το fingerstyle παίξιμό του. Έχει αναγνωριστεί ως σημαντική επιρροή των: Richard Thompson, Bert Jansch, John Renbourn, Martin Carthy, Nick Drake, Eric Clapton, Jimmy Page, Ritchie Blackmore, Paul Simon, Rory Gallagher κ.ά. και φυσικά σε μπάντες όπως οι Fairport Convention και οι Pentangle.

 


1969 Johnny Almond Μusic Machine - Patent pendingJohnny Almond Μ
usic Machine – Patent pending [1969]

Μία ανάσα πριν την είσοδο της δεκαετίας του ’70, οι πειραματικές αναζητήσεις των Βρετανών μουσικών κατέληξαν σε  δημιουργίες που χρωστούν ένα κομμάτι της ομορφιάς τους στον δημιουργικό αναβρασμό της εποχής, την ποικιλία των μουσικών επιρροών και την ελευθερία κινήσεων από την πλευρά της ουσιαστικά νεοσύστατης τότε μουσικής βιομηχανίας. Ο Johhny Almond ήταν μόλις 22 ετών όταν κυκλοφόρησε το πρώτο του προσωπικό album, αλλά είχε ήδη πολλές παραστάσεις και εμπειρίες. Στο “Patent Pending” στην μπάντα του Almond βρίσκονταν μεταξύ άλλων ο Alan White (ντραμς, κρουστά – 19 ετών τότε, δύο χρόνια πριν ήταν μαζί με τον Almond στους Alan Price Set (!), μετά έγινε μέλος των John Lennon & The Plastic Ono Band και κατόπιν ως γνωστόν αντικατέστησε τον Bill Bruford στους Yes), ο Steve Hammond (κιθάρα – αμέσως μετά έκανε ένα πέρασμα από τους Fat Mattress, έμεινε γνωστός ως ο συνθέτης του “Black Sheep Of The Family”) και ο Roger Sutton (μπάσο – αργότερα έπαιξε με τους Nucleus του Ian Carr, τους Brian Auger’s Trinity, τους Blue Whale του Aynsley Dunbar και τους Riff Raff). Τόσο στο συγκεκριμένο όσο και στο δεύτερο (και τελευταίο) προσωπικό album του Almond (“Hollywood Blues”-1970) κυριαρχεί η σπάνια σύζευξη της γλυκιάς τραχύτητας του βρετανικού jazz-rock με την blues βάση και έντονα funk στοιχεία σε συνθέσεις που στηρίζονται στο βασικό groove, εκτεινόμενες προοδευτικά με μοχλό τα πνευστά του σκανδαλωδώς αγνοημένου Johhny Almond, το πολύπλευρο ταλέντο του οποίου αναπαρίσταται άψογα στο εξώφυλλο του David Anstey.

    

Ο John Almond ήταν ένας πολυπράγμων multi-instrumentalist (πνευστά, πλήκτρα) που έδρασε στην blues rock σκηνή της Βρετανίας στα 60s. Αρχικά υπήρξε μέλος των Zoot Money’s Big Roll Band και Alan Price Set και μέχρι τα 23 του χρόνια είχε συμμετάσχει σε αρκετά albums, μερικά εκ των οποίων αποδείχθηκαν ιστορικά, όπως τα “with Eric Clapton” [1966] και “A Hard Road” των John Mayall’s Bluesbreakers, το “Mr. Wonderful” [1968] των Fleetwood Mac, τα “40 Blue Fingers, Freshly Packed Αnd Ready Τo Serve” [1968], “O.K. Ken?” των Chicken Shack και τα τρία προσωπικά albums του John Mayall που κυκλοφόρησαν το 1969 (“Looking Back”, “The Turning Point”, “Empty Rooms”). Στα δύο τελευταία εξ αυτών συνυπήρξε με τον John Mark, με τον οποίο σχημάτισαν το jazz-rock ντουέτο Mark-Almond και δημιούργησαν έξι δίσκους στη δεκαετία του ’70.

 


1969 Galliard - Strange PleasureGalliard –
Strange Pleasure [1969]

Το ιστορικό μουσικό όριο του 1969 αποτυπώνεται ωραιότατα στο ντεμπούτο των Galliard, μιας από τις πολύ λίγες progressive rock μπάντες από το Birmingham με στυλ που σπάνιζε εντός και εκτός της πόλης τους. Το πρωτόλειο και με θετική έννοια αδιαμόρφωτο progressive rock των Galliard έχει επίσης στοιχεία από την art / psych pop των συμπολιτών τους Moody Blues, καθώς και από αναγεννησιακή folk. Ωστόσο, ένα μεγάλο κομμάτι της ιδιαιτερότητας της μουσικής τους οφείλεται στο συνονθύλευμα πνευστών των Dave Caswell (τρομπέτα, flugelhorne) και John Smith (σαξόφωνα) που προσθέτουν γερές δόσεις jazz-rock πλουραλισμού, επιτείνοντας ταυτόχρονα το επικό στοιχείο στο αρκετά μεσαιωνικού τύπου μείγμα του “Strange Pleasure” (Galliard είναι ένας μεσαιωνικός χορός του 16ου αιώνα).

Oι Galliard σχηματίστηκαν το καλοκαίρι του 1968 από τις στάχτες των Craig που έμειναν στην ιστορία για την πρώτη πλευρά του 2ου και τελευταίου single τους το “I Must Be Mad”. Οι Geoff Brown (φωνητικά) και Richard Pannell (κιθάρα) συνέχισαν να γράφουν μουσική και επηρεασμένοι από τους Blood, Sweat & Tears και τους Chicago, που χρησιμοποιούσαν πολλά πνευστά, σχημάτισαν μια μπάντα που μετά από πολλές αλλαγές ονομάστηκε Galliard. Το “Strange Pleasure” ήταν η κυκλοφορία νο.4 της Deram Nova τον Νοέμβριο του 1969, αν και τα έντονα μεσαιωνικά στοιχεία και οι αναφορές σε θεματολογία τρόμου θυμίζουν περισσότερο σχετικές κυκλοφορίες της Vertigo εκείνη την εποχή. Το πανέμορφο comic book σκίτσο του David Anstey με τη βαμπιρική φιγούρα και το έντονο πράσινο φόντο έχει συμβάλλει σημαντικά στο μύθο του ντεμπούτου, σε αντίθεση με το ανέμπνευστο εξώφυλλο του διαφορετικού, αλλά εξίσου ποιοτικού “New Dawn” [1970] που ήταν και το κύκνειο άσμα των Galliard.

Το 1966, όταν χώρισαν οι δρόμοι των μελών των Craig, ο Carl Palmer είναι γνωστό τι έκανε (Chris Farlowe’s Thunderbirds, The Crazy World of Arthur Brown, Atomic Rooster, ELP), ο Len Cox εγκατέλειψε τη μουσική και αργότερα έγινε ιερέας, ενώ ο Geoff Brown έγινε επιτυχημένος προγραμματιστής και ο Richard Pannell τεχνικός ήχου των ELO (αυτά μετά τους Galliard φυσικά).

 

Ο ντράμερ Les Podraza πριν προσχωρήσει στους Galliard ήταν μέλος της μπάντας του Tim Rose, όπου είχε αντικαταστήσει κάποιον… John Bonham, τον οποίο διεκδίκησαν επίσης οι Joe Cocker και Chris Farlowe. Όταν ο Jimmy Page θέλησε να ξεκινήσει μία νέα μπάντα μετά τη διάλυση των Yardbirds, οι υποψήφιοι για τη θέση του ντράμερ ήταν οι B.J. Wilson (Procol Harum), Clem Cattini και Aynsley Dunbar, ενώ υπήρχαν σκέψεις και για τον Ginger Baker. Ωστόσο, όταν τον Ιούλιο του 1968 ο Page είδε ζωντανά την μπάντα του Tim Rose στο Hampstead, πείστηκε και έκανε τη σοφή επιλογή που όλοι γνωρίζουμε.

 

Τα «δάνεια» και οι στυγνές κλοπές στη μουσική ήταν πολύ συνηθισμένα φαινόμενα την εποχή εκείνη (είναι γνωστές οι ιστορίες για τους D. Purple, L. Zeppelin και πολλούς άλλους). Ωστόσο, οι Galliard μάλλον το παραέκαναν. Το “I Wrapped Her In Ribbons” είναι επανεκτέλεση του κομματιού των Αμερικανών Ars Nova (κυκλοφόρησε με τον ίδιο ακριβώς τίτλο στο ομώνυμο album τους τον Απρίλιο του 1968). Ωστόσο, στο “Strange Pleasure” ως συνθέτης αναφέρεται ο Geoff Brown (!). Μάλιστα, στο ίδιο album των Αrs Nova βρίσκεται και το “Fields Of People”, το οποίο διασκεύασαν οι The Move (οι μετέπειτα ELO, από το Birmingham επίσης…) στο album τους “Shazam” λίγους μήνες μετά (εκεί αναφέρονται οι πραγματικοί συνθέτες, ευτυχώς).

     

 


1970 Walrus - WalrusWalrus –
Walrus [1970]

Ένα μόλις μήνα μετά την κυκλοφορία του ντεμπούτου των Galliard (τον Δεκέμβριο του 1969 για την ακρίβεια, ασχέτως αν θεωρείται κυκλοφορία του 1970), η Deram εξέδωσε το ομώνυμο ντεμπούτο των Λονδρέζων Walrus (καμία σχέση φυσικά με τους Αμερικανούς, τους Ιάπωνες και τους Νορβηγούς με το ίδιο όνομα), οι οποίοι είχαν ένα κοινό στοιχείο με την μπάντα από το Birmingham: είχαν δώσει μεγάλο βάρος στα πνευστά (τριμελές brass section) και ήταν επίσης επηρεασμένοι από τους Blood, Sweat & Tears και Chicago σε αυτό το στοιχείο. Το όραμα όμως του μπασίστα και ηγέτη Steve Hawthorn δεν περιοριζόταν εκεί. Το heavy prog των Walrus είχε, όπως και άλλοι δίσκοι της περιόδου ’69-’70, έντονα blues και jazz στοιχεία, τα οποία σε σημεία διεκδικούν την πρωτοκαθεδρία, ενώ η λατρεμένα εκλεπτυσμένη βρετανική ευθύτητα λάμπει, ειδικά όταν η επιθετικότητα εμβαπτίζεται στο groove μιας big band. Καμία υπερβολή και επ’ ουδενί σχήμα λόγου: η κιθάρα του John Scates θυμίζει έντονα το καταιγιστικό παίξιμο του John Du Cann, η τραχιά, άγρια φωνή του Noel Greenaway ακούγεται σαν κόπια αυτής του Edgar Broughton σε υφή και ύφος, κι όλα αυτά από μία… οκταμελή big (rock) band. Τα κομμάτια ποικίλουν και από το εξαιρετικό σύνολο ξεχωρίζει το εναρκτήριο “Who Can I Trust”, το εκτενές blues/prog epic “Rags And Old Iron”, η prog/jazz εκδοχή του “Coloured Rain” των Traffic και φυσικά το ακουστικό “Why?” με τα δίδυμα φλάουτα του Bill Hoad να εξασφαλίζουν τη διαχρονικότητα του μοναδικού δίσκου των Walrus, καθώς το “Tomorrow Never Comes” που κλείνει το album δυστυχώς αποδείχθηκε προφητικό για την μπάντα. Το εντυπωσιακό ανθρωπομορφικό σχέδιο θαλάσσιου ίππου (walrus, είδος: Odobenus rosmarus) του David Anstey δίκαια κοσμεί το εξώφυλλο αυτού του ακατέργαστου διαμαντιού.

David Anstey gallery (επιλεγμένα έργα)

 

Paul WhiteheadPaul Whitehead

Κρίνοντας με βάση την επιδραστικότητα των δίσκων όπου συνεργάστηκε και τη καθολική αποδοχή και τον θαυμασμό για τα εξώφυλλα που σχεδίασε κυρίως για συγκροτήματα και καλλιτέχνες του progressive rock, δε χωρά αμφιβολία πως ο Paul Whitehead είναι ένας εκ των σημαντικότερων στο χώρο ιστορικά.

Ξεκίνησε σχεδιάζοντας εξώφυλλα για την Liberty Records και το 1968 έγινε καλλιτεχνικός διευθυντής στο περιοδικό Time Out in London. Η σημαντικότερη στιγμή  για την καριέρα του ήταν η γνωριμία του με τον παραγωγό John Anthony (Genesis, Van der Graaf Generator, Queen, Roxy Music, Rare Bird, Affinity, Al Stewart, Lindisfarne, A Foot in Coldwater κ.ά.), ο οποίος τον συνέστησε στον Tony Stratton-Smith, ιδιοκτήτη της Charisma Records, με την οποία ξεκίνησε μία παραγωγικότατη συνεργασία για το σχεδιασμό εξωφύλλων σε δίσκους της εταιρείας, μερικοί από τους οποίους έμειναν στην ιστορία και για τη συμβολή του Whitehead. Η αρχή έγινε με το “Trespass” (1970), το πρώτο μιας σειράς αριστουργηματικών albums των Genesis και έκτοτε ο κατάλογος έμελλε να είναι πλουσιότατος. Για τους Genesis σχεδίασε επίσης τα εξώφυλλα των ανεπανάληπτων “Nursery Cryme” και “Foxtrot”, ενώ την ίδια περίοδο είχε αναλάβει τα εξώφυλλα και των Van Der Graaf Generator (“H to He, Who Am The Only One”, ”Pawn Hearts”), καθώς και των δύο πρώτων προσωπικών δίσκων του Peter Hammill (“Fool’s Mate”, “Chameleon In The Shadow Of The Night”). Εκτός αυτών, από τις υπόλοιπες δουλειές του Whitehead ξεχωρίζουν αυτές στο δεύτερο δίσκο των Renaissance (“Illusion”, 1971), το “Myopia” του Tom Fogerty και το “Smogmagica” των Le Orme. Στο δεύτερο εξώφυλλο που σχεδίασε θα αναφερθούμε εκτενώς.

Ο Paul Whitehead βρίσκεται στο Guiness Book of Records ως ο καλλιτέχνης που έχει επιμεληθεί το μεγαλύτερο σε διαστάσεις έργο σε τοίχο (mural), το έργο “Solar Carte” στο Las Vegas που παρουσιάστηκε το 1977 (κλικ).

 


1969 High Tide - Sea ShantiesHigh
Tide – Sea Shanties [1969]

Το 1969 ήταν το έτος κατά το οποίο οι πειραματισμοί στη μουσική σκηνή της Βρετανίας οδήγησαν στην έκρηξη του progressive rock που επισημοποιήθηκε με κάθε τιμή με την κυκλοφορία του ντεμπούτου των King Crimson. Ωστόσο, στις 8 Ιουλίου του 1969, 13 ημέρες πριν η παρέα του Robert Fripp μπει για πρώτη φορά στο στούντιο, μόλις 18 χλμ. μακρυά στο Λονδίνο είχαν ολοκληρωθεί οι ηχογραφήσεις του ντεμπούτου των άσημων High Tide. Κι όμως, το “Sea Shanties” συγκεντρώνει μερικά μοναδικά χαρακτηριστικά: πρόκειται για ένα πρώιμο δείγμα prog με την 60s ψυχεδελική υποψία, είναι μελωδικότατο αλλά και σκληρό, σχεδόν σε metal επίπεδα (όντας προπομπός του συγκεκριμένου ήχου), είναι ένας από τους πρώτους rock (χωρίς folk) δίσκους όπου το βιολί είναι βασικό όργανο και συνολικά δε μοιάζει με τίποτα σύγχρονό του. Ο χειμαρρώδης, επιθετικός, σκοτεινός και ενίοτε στρυφνός χαρακτήρας κορυφώνεται εκπληκτικά με τυπικά βρετανικό -αλλά καθόλου συνηθισμένο- λυρισμό σε καθαρά rock φόρμες με κλασικότροπη ή και blues βάση (ειδικά προς το τέλος). Το φλογερό lead δίδυμο κιθάρας – βιολιού (όπως και αυτό του ρυθμικού section), η τόσο παρόμοια με του Morisson φωνή του ηγέτη, βασικότατου συνθέτη και ιδιοφυώς αντισυμβατικού (αλλά και τεχνικότατου) κιθαρίστα, Tony Hill και φυσικά οι επιθετικές νότες από το δοξάρι του σπουδαίου Simon House συνθέτουν μια μοναδική ηχητική εικόνα. Το πανέμορφο εξώφυλλο του Paul Whitehead αποτυπώνει με ταιριαστά γκροτέσκο τρόπο τον τίτλο του album, το οποίο παρέμεινε σε underground επίπεδο ακόμα και μετά την επανέκδοσή του, χωρίς να του αναγνωριστεί η διαχρονική και ιστορική του αξία (όπως και στο ομώνυμο δεύτερο album της μπάντας).

Ο Denny Gerrard ανέλαβε την παραγωγή στο “Sea Shanties” ως αντάλλαγμα για τη συμμετοχή των μελών των High Tide ως backing band στον προσωπικό του δίσκο “Sinister Morning” (1970). Oι ηχογραφήσεις των δύο albums έγιναν παράλληλα, με το “Sinister Morning” να ολοκληρώνεται τον Ιούνιο του 1969, ένα μήνα πριν το ντεμπούτο των High Tide.

 

Ο βιολιστής Simon House μετά τους High Tide έγινε μέλος των Third Ear Band, Hawkwind, Michael Moorcock & The Deep Fix, Japan, Nektar κ.ά. και συνεργάστηκε με σπουδαίους καλλιτέχνες όπως οι: David Bowie, Robert Calvert, David Sylvian, Mike Oldfield, Nik Turner, Adrian Shaw και Judy Dyble.

 

Paul Whitehead gallery (επιλεγμένα έργα)

 

Barney BubblesBarney Bubbles2

Ο συγκεκριμένος υπήρξε ένας από τους πιο ριζοσπαστικούς σχεδιαστές που ενεπλάκη με τη μουσική βιομηχανία και όχι μόνο. Έχοντας ως βασικό στοιχείο στα έργα του τη χρήση συμβόλων και γρίφων, ο Bubbles συνδέθηκε όσο λίγοι με την ανεξάρτητη βρετανική μουσική σκηνή των 70s και 80s. Έμεινε πιο γνωστός για τα διαχρονικά εξώφυλλά του στα θρυλικά “In Search Of Space” (1971), “Doremi Fasol Latido” (1972), “Space Ritual” (1973), “Hall Of The Mountain Grill” (1973) και “Astounding Sounds, Amazing Music” (1976) των Hawkwind, ενώ οι συμβολισμοί και το γνώριμο συμμετρικό του στυλ φάνηκε επίσης στο “Oora” (1973) των Edgar Broughton Band, στο πάντα απολαυστικό (και αδικημένο) “Gone In The Morning” (1972) των Quiver και φυσικά το “The New Worlds Fair” (1975) των Deep Fix του Michael Moorcock, καθώς και σε άλλα projects από τη μεγάλη οικογένεια των Hawkwind.

Στα χρόνια που ακολούθησαν, οι πιο φημισμένες συνεργασίες του Bubbles ήταν με τους Elvis Costello, Ian Dury, The Damned, Roger Chapman και Dr. Feelgood, αλλά όχι πλέον στο γνώριμο σχεδιαστικό του στυλ και τελικά όλα έληξαν με την τραγική αυτοκτονία του καλλιτέχνη στα 41 του χρόνια το 1983.

Εκτός των αριστουργηματικών εξωφύλλων του για τα albums των Hawkwind, η ποιοτικότερη και πιο ενδιαφέρουσα περίοδος στην καριέρα του Bubbles ήταν η τριετία 1969-1971, κατά την οποία φιλοτέχνησε με αξέχαστο τρόπο τα εξώφυλλα ορισμένων εξαιρετικών δίσκων στο studio που έφτιαξε με την επωνυμία Teenburger Designs, όπως το ντεμπούτο των Brinsley Schwarz (1970), το ομώνυμο απαράμιλλο αριστούργημα των Cressida (1970), καθώς και το εκπληκτικό πρώτο album των Gracious (1970, με το αιώνιο θαυμαστικό στο εξώφυλλο), επίσης κυκλοφορία της Vertigo. Εκτενής αναφορά θα γίνει σε δύο όχι τόσο άγνωστους δίσκους, που όμως την αξίζουν, για διαφορετικούς λόγους.

 

1969 Quintessence - In Blissful CompanyQuintessence – In Blissful Company [1969]

Αυτό ήταν το πρώτο εξώφυλλο που σχεδίασε ο Barney Bubbles και δίχως αμφιβολία μία από τις κορυφαίες δουλειές του. Οι Quintessence σχηματίστηκαν στο βόρειο Λονδίνο κατά το δεύτερο μισό της δεκαετίας του ’60 και το ντεμπούτο τους το 1969 είναι ένα από τα καλύτερα και πιο ιδιαίτερα δείγματα βρετανικής ψυχεδέλειας. Ηγετική μορφή της μπάντας ήταν ο Αυστραλός φλαουτίστας και περκασιονίστας Ronald Rothfield (aka Raja Ram), ο οποίος είναι και ο κύριος υπεύθυνος για το ιδιοφυές στήσιμο της οκταμελούς ορχήστρας που μαγεύει στο “In Blissful Company”, με κύριο πρωταγωνιστή ίσως τον Shiva Shankar Jones (φωνητικά, πλήκτρα, κρουστά). Όπως προδίδει το όνομα της μπάντας, ο τίτλος του δίσκου και το απολύτως ταιριαστό εξώφυλλο του Βubbles, η μουσική των Quintessence βασίζεται στην Ινδική μουσική, περιέχοντας ακόμα και αυτούσιους ύμνους και ψαλμωδίες στο ψυχεδελικό rock τους, το οποίο ξεχωρίζει αναπόφευκτα με την προσθήκη προοδευτικών αλλά και jazz στοιχείων. Η ροή του album είναι παροιμιώδης, το ίδιο και ένας αέρας smoothness που δε θα μπορούσε να είναι προαπαιτούμενο σε ένα τόσο πρωτοποριακό raga/psych δίσκο, όπου ο πειραματισμός ακούγεται «παράδοξα» κατασταλαγμένος.

 

1971 Dr. Z - Three Parts To My SoulDr. Z – Three Parts To My Soul [1970]

Το μοναδικό album των Dr. Z κυκλοφόρησε από την Vertigo και σήμερα είναι συλλεκτικό, τόσο λόγω σπανιότητας όσο και εξαιτίας όλων εκείνων των καλλιτεχνικών στοιχείων που το καθιστούν ένα μοναδικό κειμήλιο. Κι αυτό, γιατί οι Dr. Z είναι μία από τις πιο έξοχες περιπτώσεις obscure βρετανικής prog μπάντας, διατηρώντας ένα σύννεφο μυστηρίου πάνω από τη μουσική τους, χάρη στο πνεύμα του concept album τους. Επρόκειτο για τρίο χωρίς κιθάρα, με τον Keith Keyes να ξεχωρίζει φανερά (και δικαιολογημένα) στα πλήκτρα και τα (κάπως creepy) φωνητικά. Το θέμα που πραγματεύονται οι στίχοι και μελοποίησαν οι Dr. Z είναι αυτό που δηλώνει ο τίτλος, με την επεξήγηση να έρχεται στο τρόπον τινά ομώνυμο κομμάτι του δίσκου, το “Spiritus, Manes et Umbra”. Η προσέγγιση του συγκροτήματος είναι συνολικά ρυθμική και υπνωτιστική, με τα drums να ακολουθούν τα πλήκτρα και τον σχεδόν τελετουργικό, occult χαρακτήρα να χτίζεται πανέμορφα πάνω στις μελωδίες του harpsichord. Δεν πρόκειται για κορυφαίο δείγμα progressive rock (ο καλώς εννοούμενος ανταγωνισμός στο «νησί» εκείνη την εποχή είναι ασύγκριτος με οτιδήποτε, οποτεδήποτε και οπουδήποτε μετά, νομίζω). Ωστόσο, δεν παύει να αποτελεί ένα κόσμημα του πρώιμου underground prog και το (ουσιαστικά διπλό) εξώφυλλο του Βubbles (ανοίγει στη μέση) με τις υπέροχες πράσινες αποχρώσεις συνέβαλε σημαντικά στον μύθο των Dr. Z.

 

 Barney Bubbles gallery (επιλεγμένα έργα)

 

Yashima Gakutei

Ο συγκεκριμένος καλλιτέχνης είναι ένας εκ των δύο στο αφιέρωμα αυτό (ο άλλος είναι ο Henri Rousseau στο 2ο μέρος) που έργο του μεταφέρθηκε σε εξώφυλλο δίσκου χωρίς να έχει δημιουργηθεί για τον σκοπό αυτό. Και πώς θα ήταν δυνατόν εξάλλου, όταν το συγκεκριμένο έργο ετοιμάστηκε 138 χρόνια πριν την κυκλοφορία του μοναδικού album των Come To The Edge του Stomu Yamash’ta…

Ο Yashima Gakutei (1786–1868) καταγόταν από την Osaka, ήταν γιος του σαμουράι Hirata και έγινε γνωστός για τα surimono έργα του καθώς και τις εικονογραφήσεις βιβλίων. Τα σημαντικότερα έργα του ανήκουν στο ρεύμα Ukiyo-e και το κυριότερο χαρακτηριστικό του, που ίσως τον διακρίνει από πολλούς άλλους, είναι η ικανότητά του στη δημιουργία αναγλύφων καθώς και στην απόδοση λεπτομερειών στη ζωγραφική του. Το έργο του που μας αφορά εδώ είναι μια δημιουργία του 1834 με τίτλο “A view of the fleet entering port from Tempozan”.

 

1972 Stomu Yamash'ta & Come To The Edge ‎– Floating MusicStomu Yamash’ta & Come To The Edge ‎– Floating Music [1972]

Οι Come To The Edge ήταν χρονικά το πρώτο σχήμα του σπουδαίου jazz-rock / fusion / prog / avant-garde απρόβλεπτου σοφού Stomu Yamash’ta, μετά τη συνεργασία του με τον ακραίο πειραματιστή Masahiko Satoh και πριν τους fusion/avant-garde Red Buddha Theatre, τους Canterbury-ζοντες East Wind και φυσικά τους γνωστότερους όλων, πιασάρικους, fusion και ατμοσφαιρικούς Go (Steve Winwood, Michael Shrieve, Klause Schulze, Al Dimeola κ.ά.). Τα τέσσερα σχήματα άφησαν πίσω τους από ένα μόνο album και δε θα ήταν υπερβολή να χαρακτηρίσουμε το “Floating Music” ως το προοδευτικότερο όλων. Οι ιδιαιτερότητες είναι, εξάλλου, πολλές. Η κιθάρα απουσιάζει και το βάρος πέφτει στα πνευστά (σαξόφωνο, τρομπόνι, τρομπέτα) και φυσικά τα κρουστά και τα πλήκτρα, όπου εκτός των Morris Pert (μετέπειτα μέλος των Brand X) και Robin Thompson αντίστοιχα, ασυνήθιστα πρωταγωνιστικό είναι το παίξιμο του ίδιου του Yamash’ta που εδώ είναι και θαυμάσιος σολίστας, εκτός από οραματιστής. Η παραγωγή είναι εντυπωσιακή και το δέσιμο της μπάντας αντάξιο του πειραματικού και πρωτοποριακού fusion ύφους, ειδικά στα δύο κομμάτια της δεύτερης πλευράς, τα οποία ηχογραφήθηκαν ζωντανά στο Queen Elizabeth Hall του Λονδίνου, όπου η ενέργεια μαγεύει και η πειραματική fusion πλοκή ξεφεύγει από μανιέρες και λοιπές ευκολίες. Κι όμως, το album αυτό παραμένει αγνοημένο από το ευρύ προοδευτικό ακροατήριο. Ο δε τίτλος παραπέμπει φανερά στην τέχνη Ukiyo-e (“pictures of floating world”) και στο εκθαμβωτικά ακριβές και χρωματικά ισορροπημένο έργο του Yashima Gakutei που κοσμεί το gatefold εξώφυλλο του “Floating Music” ως μουσικός φόρος τιμής στην φυσιολατρική πλευρά της τέχνης κατά την εποχή των shogun.

A view of the fleet entering port from Tempozan
Yashima Gakutei “A view of the fleet entering port from Tempozan” (1834)

 

Odd NerdrumOdd Nerdrum

Πρόκειται για έναν από τους σημαντικότερους Σκανδιναβούς ζωγράφους, ο οποίος ειδικεύτηκε σε πορτρέτα και εικόνες νεκρής φύσης, με έντονες αφηγηματικές και αλληγορικές αναφορές, έχοντας ως βασικές του επιρροές τα έργα των Rembrandt και Caravaggio και ακολουθώντας προγενέστερες της εποχής του τεχνικές ζωγραφικής του Παλαιού Κόσμου. Είναι υπεύθυνος για το καλλιτεχνικό/φιλοσοφικό κίνημα kitsch (λεπτομέρειες στο βιβλίο του “On Kitsch”) με βάση τον αφηγηματικό ρομαντισμό, τη συναισθηματικά φορτισμένη απεικόνιση και τον διαχωρισμό της έννοιας από τον όρο “art”, όπως χρησιμοποιείται από τους σύγχρονους καλλιτέχνες. Σήμερα θεωρείται ένας από τους πιο επιδραστικούς ζωγράφους παγκόσμια και οι πίνακές του κοστολογούνται μεταξύ $40,000 και $300,000, ενώ εκτυπώσεις έργων του έχουν τιμή εκκίνησης τα $7,000.

Λίγα έργα του Nerdrum κοσμούν εξώφυλλα μουσικών δίσκων, όλα για albums συμπατριωτών του Νορβηγών, όπως το “Rosa Frå Betlehem” (1991) του Sondre Bratland και το “The Linear Scaffold” (1997) των Solefald. Αυτό που επελέγη να παρουσιαστεί δεν είναι άλλο από το πρώτο διπλό album στην ιστορία της νορβηγικής δισκογραφίας.

“When I paint as if I struggle in the water. I will try with all means not to drown. Sandpaper, rags, my fingers, the knife-in short everything. The brush is rarely used.”

– Nerdrum, Odd. Themes: Paintings, Drawings, Prints and Sculptures, Press Publishing, Norway, 2007. pg11

 

1971 Junipher Greene ‎- FriendshipJunipher Greene ‎– Friendship [1971]

Οι Junipher Greene σχηματίστηκαν το 1965 στο Όσλο και ήταν από τις πρώτες μπάντες στη Σκανδιναβία που ακολούθησαν το επαναστατικό ρεύμα της εποχής, αρχικά παίζοντας blues/psych, πριν κάνουν μια γενναία στροφή στο περιπετειώδες progressive rock, η οποία αποτυπώθηκε άψογα στο πρώτο τους album, που ήταν πρωτοποριακό, όχι βέβαια μόνο για τη μεγάλη του διάρκεια, αλλά και για τη μουσική πανδαισία καθόλη τη μία ώρα συνολικά. Με τους Helge Grøslie και Freddy Dahl να εναλλάσσονται στα πρώτα φωνητικά και όλους τους υπόλοιπους να συμμετέχουν στα δεύτερα, τον Bent Åserud να συνθέτει ένα εκρηκτικό κιθαριστικό δίδυμο με τον Dahl επί του εντυπωσιακού ρυθμικού section των Øyvind Vilbo και Geir Bøhren, ο συγκεκριμένος δίσκος υπήρξε ακριβό κληροδότημα για τη σήμερα παγκοσμίως θαυμαστή prog σκηνή της Νορβηγίας και της Σκανδιναβίας γενικότερα. Σε εντυπωσιακές συνθέσεις, όπως τα “Try To Understand”, “Sunrise-Sunset”, “Maurice” και φυσικά το ομώνυμο ανεπανάληπτο prog epic, αποτυπώνεται ο εκτελεστικός πλουραλισμός στα lead και δεύτερα όργανα, η έκτοτε τυπική ισοτιμία των μελών, η πολύπλευρη εκφραστικότητα και ο αέρας μελωδικής θετικότητας, με τα σκληρά solos και τα groovy jamming σημεία να μη λείπουν. Όλα αυτά τα -γνώριμα πλέον- χαρακτηριστικά του νορβηγικού prog πρωτοσυναντήθηκαν στο “Friendship”. Εξαιρώντας τους ελαφρώς απλοϊκούς στίχους, το ντεμπούτο των Junipher Greene αποτελεί ένα στολίδι του πρώιμου ευρωπαϊκού μελωδικού progressive, που αδίκως παραμένει μέχρι σήμερα δημοφιλές σχεδόν αποκλειστικά μεταξύ φανατικών οπαδών του είδους. Το αριστουργηματικό έργο του Odd Nerdrum στο εξώφυλλο αποτελεί ιδιοφυή αφηγηματική αποτύπωση του «ηλεκτρισμού» μιας στιγμής, της έντασης του ενδιαφέροντος και της κολακείας (τσάντα που σχηματίζει χαμόγελο), μιας εικόνας που «παίζει» πανέξυπνα με τον τίτλο αυτού του πανέμορφου album, με διάθεση αντίστοιχα προοδευτική με το ηχητικό περιεχόμενο.

 

Οι Junipher Greene παρουσίασαν το “Friendship” για πρώτη φορά στο φεστιβάλ St. Hanshaugen στο Όσλο και κατόπιν περιόδευσαν στην Ευρώπη και την Αφρική (!) και κατά την περίοδο αυτή άνοιξαν συναυλίες των Deep Purple και Sweet. Το 1973 κυκλοφόρησε το δεύτερο album τους με τίτλο “Communication”, αλλά με τους Dahl, Grøslie και Vilbo να έχουν ήδη αποφασίσει να αποχωρήσουν, το αποτέλεσμα δεν ήταν δυνατόν να είναι συγκρίσιμο με το εκπληκτικό ντεμπούτο.

 

Το 2007 η νορβηγική εφημερίδα Dagens Næringsliv (4η σε κυκλοφορία στη χώρα) κατέταξε το “Friendship” ως το κορυφαίο νορβηγικό rock δίσκο όλων των εποχών. Αυτό οδήγησε σε επανασύνδεση της μπάντας για το φεστιβάλ Storåsfestivalen το 2008. Οι Junipher Greene παραμένουν ενεργοί μέχρι σήμερα, 50 χρόνια μετά την ίδρυσή τους.

 

Odd Nerdrum gallery

 

Συνεχίζεται…

Be the first to comment

Leave a Reply