Komara – Komara

 [Hevhetia, 2015]

LPJ1201 PSD

Εισαγωγή: Γιώργος Ζούκας
16 / 11 / 2015

Η ιεροτελεστία είναι ένα από τα σημαντικότερα -καλώς εννοούμενα- “κουσούρια” που θα μπορούσε να έχει κάποιος. Η μεθοδικότητα, η ακρίβεια και η προσήλωση  με την οποία εκτελείς συγκεκριμένες κινήσεις ώστε να δημιουργήσεις τις κατάλληλες συνθήκες που θα σε οδηγήσουν τελικά στην επίτευξη του στόχου σου και στο να απολαύσεις κάθε κομμάτι της διαδρομής που σε οδήγησε εκεί.

Κάπως έτσι λοιπόν έχουν τα πράγματα και στη μουσική. Όλοι εκτιμούμε την καλή μουσική, αλλά κάποιοι από εμάς θέλουμε ένα κλικ επιπλέον που θα απογειώσει την εμπειρία. Οι συνθήκες που επικρατούν κατά την ακρόαση του αγαπημένου σου δίσκου ή αυτές που δημιουργείς για την ακρόασή του δίνουν έξτρα πόντους.

Τους Komara μου τους σύστησε ο αρχισυντάκτης μας σε μια μεταμεσονύκτια διαδικτυακή κουβέντα που κάναμε, ανταλλάζοντας μουσική γνώση, κυρίως. Η πρώτη επαφή λοιπόν μαζί τους έγινε με τις καταλληλότερες συνθήκες που θα μπορούσαν να συνοδεύσουν έναν τέτοιο δίσκο. Μπορεί κονιάκ να μη συνόδευε την πρώτη ακρόαση -ή τις μετέπειτα- του δίσκου, το ημίφως όμως και το γεγονός ότι ήταν περασμένα μεσάνυχτα έδωσαν επιπλέον πόντους στη συνολική εμπειρία!

Οι Komara αποτελούνται από τους David (Ko)llar, Pat (Ma)stelotto και Paolo (Ra)ineri. Ο περίφημος Σλοβάκος κιθαρίστας-πειραματιστής Kollar έχει συνθέσει μουσικής για ταινίες, παραστάσεις και εκθέσεις, πέραν των προσωπικών του κυκλοφοριών, ενώ ο Mastelotto δεν χρειάζεται συστάσεις στο φιλο-prog κοινό μας μιας και αποτελεί μέλος μιας νεότερης σύστασης των King Crimson. Ο Raineri τέλος, ο τρομπετίστας της παρέας, δίνει τη χαρακτηριστική χροιά στον ήχο της μπάντας.


 

Αρέσει στους serial killers το progressive rock;

Το ομώνυμο άλμπουμ των Komara, πέρα από το ενδιαφέρον της ακρόασης, προσφέρει πολλές αφορμές για σκέψη. Οι δικές μου, τουλάχιστον, σκέψεις κατέληξαν  στη σχέση υποκειμενικού γούστου και αντικειμενικής εκτίμησης στη τέχνη, πιο συγκεκριμένα στη μουσική.

Το τρίο των Komara αποτελείται από τον κιθαρίστα David Kollar, τον drummer Pat Mastelotto και τον τρομπετίστα Paolo Raineri. Το φαινομενικά ακατανόητο όνομα του project προκύπτει από τις πρώτες συλλαβές των επωνύμων των συμμετεχόντων σε αυτό, αλλά όπως και να ‘χει αυτή η λέξη έχει κάτι το μυστηριώδες και, ως προς την άρθρωσή της, βαρύ. Κάπως αντίστοιχη είναι και η κατεύθυνση όλου του άλμπουμ, σε ένα τεχνικό και σκοτεινό progressive jazz-rock, το οποίο είναι βέβαια αποκλειστικά ορχηστρικό. Η αγάπη για τα πολύπλοκα ρυθμικά μοτίβα που εγκαινιάστηκαν στα 70s από τους King Crimson και κληροδοτήθηκαν τα τελευταία χρόνια σε μπάντες όπως οι Tool συνδυάζονται με την ελευθερία και τον πειραματισμό της free jazz. Παράλληλα, δεν λείπουν και οι επιρροές από τη νέα σκηνή της dark jazz και κυρίως τους Kilimanjaro Darkjazz Ensemble. Για παράδειγμα, στη σύνθεση “A Collision Of Fingerprints”, οι περίτεχνες μελωδίες της τρομπέτας του Raineri και τα κιθαριστικά soundscapes του Kollar καθοδηγούνται από το λαβυρινθώδες drumming του Mastelotto σε μια κορύφωση που φλερτάρει έντονα με το progressive metal.

Το παίξιμο και των τριών μελών είναι κορυφαίο, καθώς η τεχνική κατάρτιση συμπορεύεται με μία καλλιεργημένη αντίληψη για τη μουσική και τον ήχο ευρύτερα. Ο Pat Mastelotto, γνωστός κυρίως από τη θητεία του στους King Crimson, δίνει μαθήματα γνώσης και έμπνευσης, ο Paolo Raineri μπλέκει τα διδάγματα ενός Coltrane π.χ. με απρόσμενα world γυρίσματα, τέλος ο David Kollar παίζει με τα όρια των δυνατοτήτων της ηλεκτρικής κιθάρας, από αιθέριους ambient ήχους μέχρι ογκώδη riffs.

Όλα τα προαναφερθέντα στοιχεία, οι επιρροές, η σύνθεση και η ενορχήστρωση και το παίξιμο επιστρατεύονται για το χτίσιμο μιας ψυχολογίας σκοτεινής και βαριάς. Όπως έχουν δηλώσει τα ίδια τα μέλη, το όλο άλμπουμ αποτελεί το soundtrack για ένα φανταστικό thriller με πρωταγωνιστή έναν serial killer. Μάλιστα, δίνεται ιδιαίτερο βάρος στην αρχέγονα άγρια ψυχολογία του πρωταγωνιστή, ο οποίος απαγγέλλει τις σκέψεις του με στίχους που θυμίζουν το Μία Εποχή στην Κόλαση του Ρεμπώ: (μετα)μοντέρνος πεσιμισμός, απόγνωση και φόβος κυριαρχούν στη σύνθεση “God Has Left This Place”.

Αναπόδραστα, ανάμεσα σε αυτό το επίφοβο κλίμα και στην εγκεφαλική προσέγγιση, δύσκολα θα βρούμε μια αξιομνημόνευτη μελωδική στιγμή, η οποία θα αντιστοιχεί σε μια θετικότερη ψυχολογία. Σε αυτό ακριβώς το σημείο εκκινείται ο προβληματισμός σχετικά με τη διάσταση ανάμεσα στην αντικειμενικότητα και την υποκειμενικότητα κατά την πρόσληψη ενός καλλιτεχνικού έργου. Μπορεί οι Komara να παρουσιάζουν μια δουλειά από πολλές απόψεις ολοκληρωμένη, σύγχρονη και πρωτότυπη, αλλά ένας  μουσικόφιλος που συνδέει την ακρόαση με θετικά, ακόμα και λυτρωτικά συναισθήματα, πιθανότατα θα κουραστεί. Το άλμπουμ των Komara, αν και ακούγεται με ενδιαφέρον, χαρακτηρίζεται από τόση ψυχολογική μονοτονία,  ώστε δεν αποκλείεται μόνο ο ρεμβασμός, αλλά και μια υπονομευτική, άρα και ανατρεπτική ειρωνεία. Τα πάντα είναι τόσο βαριά και σοβαρά, που καταλήγουν κουραστικά.

 

7.5 / 10

Νίκος Φιλιππαίος

 

Σεμινάρια μυστηρίου από τους μετρ του πειραματισμού

Ξεκινώντας από το εξώφυλλο παίρνεις μια πρώτη γεύση για το τι θα ακολουθήσει. Εδώ έφερα στο μυαλό μου πρώτη φορά τη μυθολογία Cthulhu, βλέποντας αυτή τη σκοτεινή και αποκρουστική μορφή που απεικονίζεται στο εξώφυλλο και αποτελεί δημιούργημα του Adam Jones (Tool).

Οι ίδιοι oι Κοmara χαρακτηρίζουν τη μουσική τους “σκοτεινή, διαφορετική και αυστηρά αστυνομική ιστορία απαγωγής…”, που ξεδιπλώνεται σε δέκα αυτοσχεδιαστικά ορχηστρικά κομμάτια. Όσο λοιπόν απεχθής και μπρουτάλ είναι η εικονιζόμενη φιγούρα στο εξώφυλλο, άλλο τόσο δυναμικό και θυελλώδες είναι το εναρκτήριο “Dirty Smelly”.

Ήχος βαρύς, πηχτός, βουτηγμένος στη ρομαντική νοσηρότητα ενός Lovecraft. Η industrial ατμόσφαιρα πότε με ηλεκτρονικά πειράματα και πότε με κιθαριστικούς βρυχηθμούς δια χειρός Kollar, τα tribal κρουστά του Mastelotto και οι -άλλοτε απεγνωσμένες και άλλοτε λυτρωτικές- κραυγές της τρομπέτας του Raineri σε καταπίνουν σε αυτόν τον ιδιότυπο κόσμο που ενορχηστρώνουν μαεστρικά από τα πρώτα κιόλας λεπτά.

Η αναφορά στον Lovecraft παραπάνω μόνο τυχαία δεν είναι. Όσο περισσότερο εστιάζεις στο δίσκο στην προσπάθεια να ξεκλειδώσεις τα μυστικά του, τόσο πιο εμμονικά σε διεκδικεί και σε απορροφά  σε ακόμα περισσότερες ακροάσεις. Δεν αφήνει περιθώρια παρανόησης. Σε αρπάζει απ’ τα μούτρα ευθύς εξαρχής και για τα επόμενα 47 λεπτά παίζει μαζί σου, σε στοιχειώνει, θα μπορούσε να αποτελεί την ενορχήστρωση των πιο μύχιων σκέψεών σου. Ναι, χτίζει μοναδική ατμόσφαιρα μυστηρίου κομμάτι με κομμάτι και την διατηρεί έξυπνα ως το τέλος.

Ένα σημαντικό ερώτημα που μοιραία όμως τίθεται, τουλάχιστον σε εμένα, είναι το τι γίνεται μετά. Όντας μπάντα που βασίζεται στο jamming και όχι στις αυτές καθ’ αυτές τις συνθέσεις τους, αλλά περισσότερο σε ιδέες -εμπνευσμένες σίγουρα- που στην πορεία εξελίσσονται σε κάτι ολοκληρωμένο, ίσως αν επένδυαν στη σύνθεση περισσότερο και λιγότερο στην τυχαιότητα και παρορμητικότητα που κρύβει ένα, κατά τ’ άλλα άψογα εκτελεσμένο τζαμάρισμα, να τους οδηγούσε σε ακόμα πιο ενδιαφέροντες ατραπούς.

Ίσως βέβαια να το υπεραναλύω κι εγώ παραπάνω απ’ ό,τι χρειάζεται και σε τελική ανάλυση οι εικασίες μου να είναι ανεδαφικές και να ισχύει -που ισχύει δηλαδή- το γεγονός ότι μιλάμε περί ροκ και ας μην το πολυκουράζουμε.

Εν κατακλείδι καταλήγουμε στο ότι πρόκειται για ένα πετυχημένο εγχείρημα που διεκδικεί δίκαια μια θέση στους καλύτερους δίσκους της χρονιάς και την κερδίζει με σχετική ευκολία. Όσο για το τι να περιμένουμε στο μέλλον… εδώ θα είμαστε όλοι και θα τα κουβεντιάζουμε!

 

9 / 10

Γιώργος Ζούκας

Κάντε το πρώτο σχόλιο

Υποβολή απάντησης