Scale the Summit – Subjects

[Self-releaased, 2021]

Εισαγωγή: Γιάννης Βούλγαρης

Οι Αμερικανοί Scale the Summit διανύουν τον 17ο χρόνο τους ως μπάντα και έχουν κυκλοφορήσει ήδη έξι δίσκους, είναι αυτό που λέμε seasoned musicians και όχι πρωτάρηδες, παρόλο που η μουσική τους δεν είναι αρκετά διαδεδομένη στην από εδώ πλευρά του Ατλαντικού. Η μπάντα ξεκίνησε ως το μουσικό όχημα των παιδικών φίλων Chris Letchford και Travis Levrier, οι οποίοι όντας φοιτητές μουσικής ήθελαν να παρουσιάσουν το πώς αντιλαμβανόντουσαν το τεχνικό metal. Σχετικά γρήγορα έκαναν θόρυβο γύρο από το όνομά τους και υπέγραψαν στην Prosthetic Records (Lamb of God, Gojira, Animals as Leaders) και περιόδευσαν με τους Dream Theater και του Between the Buried and Me. Δικαίως όλα αυτά, γιατί πρόκειται για μια μπάντα ποιοτικού progressive metal με djent στοιχεία, η οποία ξεχώριζε από τον σωρό λόγω του καθαρού ήχου και της αυστηρά ορχηστρικής κατεύθυνσής της. Στη νέα τους κυκλοφορία αυτό όμως αλλάζει, μιας και σε κάθε τραγούδι υπάρχει ένας guest τραγουδιστής και πλέον μόνο ο Chris Letchford έχει μείνει από τα ιδρυτικά μέλη. Για να δούμε πόσο τους έχει επηρεάσει αυτή αλλαγή.


 

Συνεχίζοντας ένα πολύ ποιοτικό σερί δίσκων

Το Subjects είναι το δεύτερο στη σειρά album των Scale the Summit ως τρίο και αμέσως μετά το πολύ καλό και πιο επιτυχημένο της καριέρας τους In a World of Fear. Ο Chris Letchford έχει αναλάβει τόσο την ρυθμική όσο και την lead κιθάρα, ο Kilian Duarte το μπάσο και ο Charlie Engen τα τύμπανα, διατηρώντας αυτή τη jazz trio-meets-metal αισθητική. Ηχητικά αυτή τη φορά είναι πιο μελωδικοί και ο ήχος τους ακόμα πιο καθαρός και άμεσος, ενώ το rhythm section είναι στα καλύτερα του αφού έχει βρει τη χημεία του. Επίσης δεν υπάρχουν guest κιθαρίστες στα solos των τραγουδιών κάτι που δημιουργεί μια συνοχή στο δίσκο, αλλά αφαιρεί και λίγο από την αίσθηση της έκπληξης. Βέβαια η δουλεία του Letchford είναι καταπληκτική, αφού έχει έναν πολύ ωραίο μελωδικό τόνο και αποφεύγει το ανούσιο shredding. Γενικότερα η παραγωγή του δίσκου είναι καθαρή και έχει μια live αισθητική που τον κάνει πιο ζεστό και οικείο.

Η μεγάλη διαφορά όμως του δίσκου από όλους τους προκατόχους του, είναι η ύπαρξη των φωνητικών από διαφορετικούς τραγουδιστές. Οκτώ συνθέσεις, επτά τραγουδιστές και μια τραγουδίστρια δίνουν μια άλλη διάσταση στον ήχο τους, αφού πράγματι εμπλουτίζουν τις συνθέσεις κάνοντάς τες πιο άμεσες. Όλοι τραγουδούν με καθαρά μελωδικά φωνητικά θυμίζοντας κάπως τους Tesseract, κάτι που είναι στα συν του δίσκου, αλλά και εδώ οι τόσοι διαφορετικοί καλλιτέχνες αφαιρούν από τη συνοχή του δίσκου. Βέβαια έχει λογική αυτό που κάνουν, γιατί κάθε κομμάτι έχει το δικό του χαρακτήρα, άρα θες και την αντίστοιχη φωνή. Και μια και μιλάμε για κομμάτια αυτά που ξεχωρίζουν είναι τα Don’t Mind Me και The Land of Nod (γυναικεία φωνητικά) που είναι up tempo, ενώ προσωπικά απόλαυσα περισσότερο το A New Way, που είναι djenty και η φωνή θυμίζει φοβερά τον Joe Bonamassa! Γενικότερα ο δίσκος είναι ισορροπημένος χωρίς fillers και αυτό από μόνο του είναι σημαντικό για έβδομη κυκλοφορία σε ένα δύσκολο ιδίωμα.

Ο δίσκος απευθύνεται κυρίως στους λάτρεις του τεχνικού metal και του djent, αλλά ίσως οι πολύ μελωδικές συνθέσεις να τους συστήσουν σε ένα ευρύτερο ακροατήριο, που όμως θα πρέπει να έχει το στομάχι να αντέξει όλο αυτό το τεχνικό παίξιμο. Και εδώ έρχεται το μείον του δίσκου, το πόσο θα αντέξει στο χρόνο δηλαδή. Ενώ κυλάει ωραία και γρήγορα, δύσκολα θα τον αναζητήσεις μετά από χρόνια γιατί δεν έχει κάτι να κολλήσεις. Με άλλα λόγια οι Scale the Summit κυκλοφορούν έναν ακόμα πολύ ποιοτικό μουσικά δίσκο, προσθέτοντας πλέον φωνητικά, που όμως του λείπει κάτι ώστε να θεωρηθεί κλασσικός στο ιδίωμά του.

8 / 10

Γιάννης Βούλγαρης

 

2η γνώμη

 

Η εξαιρετική τεχνική των Scale the Summit είναι τόσο εξόφθαλμα προφανής που γίνεται αντιληπτή ακόμη και στο πιο απαίδευτο αυτί. Η παραγωγή κρυστάλλινα διαυγής ισορροπεί και αναδεικνύει τέλεια όλα τα όργανα. Στο συνθετικό κομμάτι ο έμπειρος ακροατής θα ακούσει πολλά πράγματα που θα του είναι γνωστά και οικεία. Cynic, Animals As Leaders και TesseracT μεταξύ άλλων καθορίζουν τον ήχο σε βαθμό μεγαλύτερο ίσως από ότι θα έπρεπε καθώς αδυνατώ να διακρίνω κάτι πολύ μοναδικό σε επίπεδο προσωπικότητας. Από εκεί και πέρα ο δίσκος ακούγεται ευχάριστα χωρίς τις πολύ μεγάλες στιγμές θα έλεγα. Ενώ όλα είναι δουλεμένα λείπουν οι πάρα πολύ σπουδαίες μελωδίες και μουσικές εντάσεις που θα απογείωναν τον δίσκο. Αυτό δεν τον κάνει κακό, ούτε καν μέτριο, τον κάνει όμως λίγο προβλέψιμο και κάπως flat. Η συμμετοχή του Ross Jennings δίνει ένα extra ενδιαφέρον σε έναν δίσκο που δεν θα απογοητεύσει αλλά και δεν θα ενθουσιάσει εύκολα έναν progster. Αν στον επόμενο δίσκο τα καταπληκτικά μπασοτύμπανα που ακούγονται εδώ συνδυαστούν με πραγματικά μεγάλες κιθαριστικές μελωδίες ίσως μιλήσουμε για κάτι σπουδαίο.

7 / 10

Τάσος Ποιμενίδης