Rivers of Nihil – The Work

[Metal Blade Records, 2021]

Εισαγωγή: Μελέτης Δουλγκέρογλου

Οι Rivers of Nihil ήδη μετρούν 12 χρόνια από την ίδρυσή τους, αλλά έχοντας παράξει τέσσερα albums δεν έχουν καταξιωθεί ή αναγνωριστεί όσο ευρέως θα μπορούσαν.

Το δεύτερο χρονολογικά Monarchy (2015) αποτέλεσε το δυνατό χαρτί τους μέχρις το επόμενο Where Owls Know My Name (2018) το οποίο ευρέθη στις λίστες ορισμένων εκ των συντακτών μας αναφορικά με τα ποιοτικότερα albums εκείνης της χρονιάς, λόγω της επιτυχημένης μίξης της ζοφερής ατμόσφαιρας με πολύ ενδιαφέροντα προοδευτικά στοιχεία και της τεχνικής αρτιότητας του. Την άποψη αυτή ασπάστηκε και μεγάλη μερίδα του τύπου, με αποτέλεσμα να δημιουργηθεί μεγάλη προσμονή για το τέταρτο πόνημα του αμερικανικού κουιντέτου. Το The Work κατέφθασε λοιπόν με αναμενόμενα και μη αναμενόμενα αποτελέσματα.


 

Η δίψα για την πρόοδο επισκιάζει την ισορροπία

Από τις πρώτες νότες του The Work εύκολα αντιλαμβάνεται κανείς πως οι Rivers of Nihil θέλησαν να ατσαλώσουν την προοδευτική τους πλευρά. Εισαγωγές, ιντερλούδια, ποστλούδια, αρκετά πολύπλοκες συνθέσεις και έμφαση στις λιγότερο ακραίες πτυχές του μουσικού τους οικοδομήματος. Τις ικανότητες τις έχουν όπως έχουν αποδείξει, αλλά είναι αρκετές από μόνες τους προκειμένου να στηρίξουν την ατραπό αυτή; Το ερώτημα δε μπορεί να απαντηθεί μονομερώς και αναφανδόν.

Προσωπικά, δεν περίμενα να προτιμήσω τις συνθέσεις που εστιάζουν στο λυρισμό, την ονειρική αισθητική και την απουσία τραχύτητας, αλλά συνέβη. Επί παραδείγματι, το Wait με την Gilmour-ική αισθητική και την κυριαρχία των καθαρών φωνητικών από τον Adam Biggs (bass) και Jared Klein (drums) έναντι του βασικού τραγουδιστή Jake Dieffenbach. Μαζί με το επακόλουθο Focus αποτελούν ίσως το πιο αντιπροσωπευτικό μανιχαϊστικό δίδυμο (φως, σκότος) της εγγενούς ουσίας του εν λόγω album. Ειδική μνεία πρέπει να δοθεί και στο ποιητικά τιτλοφορεμένο The Void From Which No Sound Escapes το οποίο επιτυγχάνει να δέσει αρμονικά την τραχύτητα με την προοδευτικότητα. Πολύ όμορφες επίσης οι συνεργασίες των μουσικών στο σχετικά απλοϊκό αλλά εμφανώς καλαίσθητο και ελαφρώς μελαγχολικό μα συνάμα οπτιμιστικό Maybe One Day. Είναι αλήθεια πως η εισαγωγή αρκετών κομματιών ή τα ακουστικά περάσματα αυτών μαγνητίζουν περισσότερο έναντι των ακραίων εκφάνσεων.

Το γεγονός αυτό οφείλεται στη συνεργασία των δύο υφών του album η οποία δεν είναι πάντοτε αγαστή. Χάριν της προόδου, οι εντάσεις έχουν πέσει αρκετά και η δυναμική έχει οπισθοχωρήσει. Εν γένει, αυτό δεν είναι απαραίτητα κακό, αλλά οι Rivers of Nihil εντυπωσίασαν στο παρελθόν λόγω της δυνητικά εκρηξιγενούς τους φύσης. Εν προκειμένω, δύο μόνο συνθέσεις προσφέρουν όσα θα περίμενε κανείς έχοντας ακούσει το Where Owls Know My Name. Αν θέλετε να αναζητήσετε την αλχημεία του παρελθόντος τότε το MORE? και το αποχαιρετιστήριο Terrestria IV: Work αξίζουν της εστίασης σας, αν και το δεύτερο καταλήγει λιγότερο εντυπωσιακά από όσο υπόσχεται. 

Επί συνόλω, το The Work με μπερδεύει, οι μουσικοί δείχνουν μια ωριμότητα και δεξιοτεχνικά δεν υπάρχει καμία αμφιβολία, όμως η δόμηση είναι ασύμμετρη με λεπτομερείς εισαγωγές και δημιουργία αισθήματος προσμονής, αλλά ο πλους φαντάζει ακυβέρνητος και τα ηχητικά κύματα θρυμματίζουν τη σύνθεση, αντί η σύνθεση να αποτελεί τον αγέρωχο κυματοθραύστη.

Οι στίχοι είναι αποτελεσματικοί δεδομένου πως η ζωή είναι αποτέλεσμα μιας συνεχόμενης «δουλειάς», είτε εγκεφαλικής είτε ψυχικής ή της οποιασδήποτε ενασχόλησης ο καθένας μας έχει επιλέξει. Οι χαρές, οι επιτυχίες, οι λύπες, η απόγνωση και η περίσκεψη είναι όλα αποτελέσματα της. Ως εκ τούτου, γεννάται η απορία να αφουγκραστούμε τις σκέψεις των καλλιτεχνών όπως αυτές αφηγούνται μέσω της μουσικής.

Ομολογώ πως θα ήθελα να ακούσω ένα album διαφορετικό τύπου Damnation (Opeth) από τους Rivers of Nihil γιατί οι φιλοδοξίες τους δείχνουν μια τέτοια προσέγγιση. Όμως το αποτέλεσμα που προκύπτει δεν δημιουργεί τον ενθουσιασμό που ένιωσα προ τετραετίας.

Ένας καλλιτέχνης είναι θεμιτό να πειραματίζεται και να εξελίσσεται και σίγουρα θα χρειαστεί αρκετή δουλειά η κατανόηση του album αυτού και μολονότι ο χρόνος ίσως να με διαψεύσει, θαρρώ πως μια πιο στοχευμένη προσέγγιση θα ήταν πολύ πιο αποτελεσματική από τον επανακαθορισμό ταυτότητας και συμπερασματικά ατελούς συνοχής. Είναι ικανή αυτή η ασυνέχεια να στιγματίσει όλο το περιεχόμενο; Όχι, υπάρχουν αρκετά σημεία αναφοράς και ποιοτικό περιεχόμενο αλλά δεν είναι η εκθετική μουσική εκτίναξη που θα περιμέναμε ή ελπίζαμε πολλοί..

6.5 / 10

Μελέτης Δουλγκέρογλου

 

2η γνώμη

 

Η παγίδα στην οποία πέφτουν πολλά death metal συγκροτήματα είναι ότι ως εξέλιξη του ήχου τους θεωρούν την υιοθέτηση ενός πιο ακραίου μουσικού προφίλ με αποτέλεσμα να φτάνουν σε ένα μουσικό τέλμα σχετικά άμεσα. Ευτυχώς αυτή την παγίδα αποφεύγουν οι Rivers of Nihil με το The Work αφού στην νέα τους κυκλοφορία, η εξέλιξη έρχεται από την τρομερή δουλειά που έχουν κάνει στη σύνθεση των κομματιών και στην πλέξη πολλών διαφορετικών στοιχείων στα τραγούδια τους (καθαρά φωνητικά, mid-tempo σημεία, djent περάσματα, spacy πλήκτρα κα). Τη death metal riffολογία τη δένουν με μια prog λογική δομής κομματιών και έτσι η μπάντα χτίζει συνθέσεις που θυμίζουν τους πρόσφατους Between the Buried and Me, παραδίδοντας έναν πολύ προοδευτικό δίσκο στον ακραίο χώρο. Κομμάτια όπως το αγαπημένο μου  Maybe One Day και The Void From Which No Sound Escapes λόγω της rock λογικής τους απευθύνονται σε ένα μεγαλύτερο κοινό, ενώ τα MORE? και Clean δείχνουν ότι δεν ξεχνούν τις καταβολές τους. Ένα μεγάλο συν του The Work είναι το ότι δε προσπαθεί να επαναλάβει τον προκάτοχό του, μειώνοντας τη χρήση του σαξόφωνου, αλλά αντίθετα έχει έντονα μια Pink Floyd διάθεση δημιουργώντας κάτι ιδιαίτερο ηχητικά. Ειλικρινά δεν έχω λόγια. Ο δίσκος πραγματικά με ενθουσίασε γιατί σφύζει από προσωπικότητα και σπάει τα στεγανά του ήχου. Προσωπικά τον θεωρώ έναν από τους καλύτερους δίσκους της χρονιάς, αν όχι τον κορυφαίο.

9 / 10

Γιάννης Βούλγαρης