Ring Van Möbius – The 3rd Majesty

[Apollon Records, 2020]

Εισαγωγη: Παναγιώτης Σταθόπουλος

Πέρα από τις κυρίαρχες – και συνήθως μεγάλες – σκανδιναβικές πόλεις που συχνά και ποικιλοτρόπως μας δίνουν μουσικές αφορμές για να πιαστούμε, υπάρχουν και οι μικρότερες εστίες ηχητικών εκπλήξεων, όπως το Karmøy της Νορβηγίας, από το οποίο ξεγλιστρούν οι Ring Van Möbius. Ένα προοδευτικό rock τρίο με ρετρό προσέγγιση, που δεν έχει την κιθάρα στο πλάνο της ενορχήστρωσης και δίνει στα διάφορα αναλογικά πλήκτρα από τα ’60s και τα ’70s τη θέση του οδηγού, τουλάχιστον ως προς το μελωδικό σκέλος.

Δισκογραφική αφετηρία στάθηκε γι’ αυτούς το single When the Sea and the Universe Were at One (Or; The Introduction Of The Octopus On Tellus), μια διετία πίσω, έως ότου φτάσουν στο ολοκληρωμένο αποτύπωμα του παρθενικού τους LP, Past the Evening Sun. Κι ύστερα από δύο χρόνια, τους ξανανταμώνουμε μέσα από το δεύτερο πλήρους διάρκειας άλμπουμ τους, The 3rd Majesty.


 

Ρετρό παροξυσμός με συναρπαστική τροπή

Το δεύτερο LP των Ring Van Möbius, βρίσκεται σε κάθε του πλοκή στη συμφωνική όχθη του προοδευτικού ροκ, με τα αναλογικά πλήκτρα να δίνουν και να παίρνουν και την απόσταση μεταξύ των αρχών των ’70s και του 2020 να μοιάζει αμελητέα.

Από τη διαρρύθμιση των οργανικών μερών έως τις πομπές των φωνητικών κι από την παραγωγή, τη δομική σύσταση και το θεματικό επίκεντρο του όλου, η παράμετρος του χρόνου κατάθεσής τους μας ξεγελά. Θαρρείς ότι όλα αυτά προέρχονται από την περίοδο 1970-1972, τότε που μεσουρανούσε το πολυσχιδές prog ρεύμα (κυρίως) εξ Αγγλίας και Ιταλίας. Βέβαια, ανά στιγμές, η παραγωγή και το mastering προσδίδουν και σύγχρονο αέρα, μαζί με το εξώφυλλο που μπορεί να μας μεταφέρει σε επικολυρικά artwork του τότε, μα έχει μια ματιά μεταγενέστερη, από τις αποχρώσεις, τα σχήματα και τη γραμμικότητα μέχρι τη γραμματοσειρά.

Με ρετρό προσέγγιση λοιπόν, μα με διάθεση όχι μόνο να επέμβει στη δουλειά που έχουν κάνει οι επιρροές της, αλλά να στρώσει μια δική της συνθετική και εν γένει αισθητική τροχιά, η νορβηγική τριάδα χτίζει με αλλεπάλληλα σλάλομ μεταξύ των ηχητικών μοτίβων μια ιδιότυπη τετράδα κομματιών. Στην ελεγειακή, στοιχειωτική ατμοσφαιρικότητά τους, τα μέρη του δίσκου λειτουργούν σαν νοσταλγικές, νοτισμένες καρτ ποστάλ ανατριχίλας που θαρρείς ότι αποκολλήθηκαν από τις σελίδες ενός έργου του Lovecraft ή ότι περιέχουν σκιαχτικές φιγούρες με την γκροτέσκα υπογραφή του Geiger.

Ξεχωριστή θέση στη ροή του οικοδομήματος έχει το εναρκτήριο The Seven Moments of the Third Majesty, που εξελίσσεται καθηλωτικά σε περιπέτεια με επτά πράξεις, στην παράδοση των μεγαλόπνοων συλλήψεων της σπουδαίας γραφής του πάλαι ποτέ prog ιδιώματος. Από κοντά σε αντίκτυπο ακολουθεί το εκρηξιγενές The bius Ring, με τις υπέροχες εναλλαγές του μεταξύ παροξυσμικών αναπτύξεων και νηνεμικών ξέφωτων. Σε κάθε περίπτωση, η έφεση του γκρουπ στην ύφανση πολύπλοκων κλιμακώσεων που διατηρούν την ευστοχία τους καθόλη τη διάρκεια τους, μαρτυρά κι ένα βασικό λόγο για να κουρνιάζει κανείς στις γωνιές των εμπνεύσεών τους.

Θα συμφωνήσουμε εδώ ότι κατά την ακρόαση παρεισφρέουν «εικόνες» όπως αυτές των Emerson Lake & Palmer, Van der Graaf Generator και Metamorfosi, ακόμη και των Egg και Arzachel, μα εν τέλει δεν χρειάζεται να ετεροκαθοριστεί το αποτέλεσμα για να σε αγγίξει. Από άκρη σ’ άκρη του άλμπουμ, οι Ring Van Möbius φρόντισαν να διαμορφώσουν γενναιόδωρα και εκλεκτικά μια ευέλικτα και συχνά ευέξαπτα ρυθμική και ατόφια μελωδική μουσική, αξιοποιώντας εκστατικά τις ιδιότητες των φωνητικών, hammond, Fender Rhodes, ογκωδών synthesizer, theremin, ορχήστρας εγχόρδων, ποικίλων κρουστών και μπάσου.

8 / 10

Παναγιώτης Σταθόπουλος

 

2η γνώμη

 

Η δεύτερη ολοκληρωμένη δουλειά αυτού του symphonic power trio είναι άλλη μία αξιόλογο μουσική εμπειρία από την Νορβηγία. Από το ντεμπούτο τους μας είχαν δώσει τα διαπιστευτήρια μιας πολύ δυνατής retro-prog μπάντας και με την  φετινή παρουσία τους ενισχύουν αυτόν το χαρακτηρισμό.

Το τρίο κρατεί  τον ίδιο βασικό μουσικό πυρήνα του με πλήκτρα, μπάσο και ντραμς και μας παρουσιάζει την νέα του δημιουργία αποτελούμενη από τέσσερα μέρη. Η αρχή γίνετε με το  The Seven Movements of the Third Majesty που αποτελείται από επτά ενότητες και αποτελεί την  μερίδα του λέοντος με διάρκεια άνω των είκοσι λεπτών. Όργανο, πιάνο, mellotron και όλα τα υπόλοιπα πλήκτρα κυριαρχούν παντού. Μια πανδαισία από πολλές και έντονες αλλαγές. Ισχυρές γραμμές μπάσου και αστείρευτη ενέργεια στα πλήκτρα είναι τα δυνατά τους σημεία και τα προσφέρουν άφθονα. Έντονα και κάπως θεατρικά φωνητικά με έντονο το στοιχείο του Hammill δένουν σε αυτόν τον συμφωνικό οργασμό και το 70s στοιχείο των μεγάλων συγκροτημάτων της χρυσής εποχής του prog. Tα υπόλοιπα τρία κομμάτια διαρκείας από πέντε έως έντεκα λεπτών συνεχίζουν σε αυτό το μοτίβο απελευθερώνοντας όλη αυτήν την ενέργεια με άψογη εκτέλεση.

Απαραίτητη προσθήκη για τους φίλους του πολύ κλασικού prog ήχου.

7.5 / 10

Κώστας Ρόκας