Persefone – Metanoia

[Napalm Records, 2022]

Intro: Tasos Poimenidis

Persefone from the small state of Andorra can now be proud to belong to the veterans of extreme prog and the wider progressive metal field. This is the band’s sixth album, five years after the excellent Aathma (check our reviews here) which by the way was created after an unbelievably successful crowdfunding. The band had shown great musical credentials with a plethora of influences, three consecutive amazing records and a growing underground dynamic that led them to sign with the mighty Napalm records.


The band’s magnum opus

Persefone are in a very good period in their career and unfortunately I think they are a bit underrated based on what they achieved especially on their last two albums. They are also great on stage, which raises the question why they have not made it big on the European death metal scene. The sextet from Andorra (now that’s unusual!) plays progressive death metal with a strong melodic element, but not in the style of the Swedish scene, as they have more symphonic influences. They are reminiscent of the Australians Be’lakor and Ne Obliviscaris, but they’re less epic, creating an original musical alloy that they perfectly serve.

In Metanoia which is their sixth full-length album, Persefone retain their basic features, but the prog element is even more intense here. This is evident from the use of the keys, which have always been a key to their sound, and now even more, as were in the music of Yes. Another common feature is the guitars, which are heavy, riffy, but also virtuoso (especially in the solos), while the rhythm section stands at the same (very high) technical level. The alternation from clean to extreme vocals, a typical feature of the band, remains here as well, but I think it is a bit uneven for the first time and this has to do with the guest singers who are really great. All of the above have been wrapped up in the greatest production of their career. When the disc is playing from the speakers, a warm clear sound comes out, loud and not digital. Well done!

Songs such as Architecture of the I and Merkabah are connecting links with the past because they are quite direct, while there are scattered atmospheric pieces that help the listener to relax and take a breath before the upcoming pounding. But the greatest tracks for me in Metanoia are songs like Katabasis (with the Aghora element) or Aware of Being Watched (with the jazz guitar reminiscent of Atheist), which perfectly combine the aggressive with their prog side, having mostly clean vocals and showing an aspect of the band that could be a death metal version of Leprous. On the other hand, the Dream Theater-ish Consciousness (Pt3) disappoints a bit (especially after the also instrumental Leap of Faith) because I honestly cannot understand what an eleven-minute instrumental song is for, especially when until then all the songs have plenty of ideas, styles and rhythms throughout. However, the modular Anabasis returns the train to the rails and closes the record loudly, bringing to mind the long compositions of Redemption, but much more aggressive. Now that’s an achievement!

In conclusion, Metanoia is better than its predecessors (which was not easy) and generally a very good progressive death metal record. It has all the elements to finally take them to the next level, but in my opinion it has elements (clear vocals and  rhythm play) which if worked on will change the band’s direction giving something new to the extreme metal field, reminiscent of a more metal version of Riverside.

8.5 / 10

Giannis Voulgaris


2nd opinion


Persefone took their time to record again (as usual) and the result justifies them. The extreme technique is much more restrained than in the past, the clean and brutal vocals show obvious improvement, the bass sounds louder than in their previous works and overall the compositions show maturity. The cinematic element that culminates in the instrumental Leap of Faith and Consciousness (Pt.3) is impressive, the guitarists Lozano, Baldaia and the drummer Verdeguer are top class players and the band’s biggest assets, while the keyboard / singer Espinosa is an important factor and very often backbone of this work. The restrained and dense lead guitar work reveals in points some modern fusion rock aspects that fit very well in the compositions. Persefone’s music is aimed at an audience that likes both the modern trend of technical death metal and progressive metal and is somewhat inaccessible to someone who does not like either of the two. But whoever gives them the necessary time will enjoy a high quality record that continues an excellent series for this great and underrated band.

8.5 / 10

Tasos Poimenidis

[Napalm Records, 2022]

Εισαγωγή: Τάσος Ποιμενίδης

Οι Persefone από το μικρό κρατίδιο της Ανδόρα μπορούν πλέον να περηφανεύονται ότι ανήκουν στους βετεράνους του extreme prog και του ευρύτερου progressive metal χώρου. Έκτος δίσκος πια, πέντε χρόνια μετά το εξαιρετικό Aathma (διαβάστε τις κριτικές μας εδώ) το οποίο μάλιστα είχε δημιουργηθεί μετά από ένα τρομερά πετυχημένο crowdfunding. Η μπάντα είχε δείξει τα μουσικά της διαπιστευτήρια με μια πληθώρα επιρροών, τρεις σερί καταπληκτικούς για τον χώρο δίσκους και μια αυξανόμενη underground δυναμική που διαθέτουν τους οδήγησαν στην στέγη της κραταιάς Napalm records.


Το magnum opus της μπάντας

Οι Persefone είναι σε πολύ καλή περίοδο στην καριέρα τους και δυστυχώς νομίζω ότι είναι κάπως underrated βάσει των πεπραγμένων στους δύο τελευταίους ειδικά δίσκους. Επίσης είναι τρομεροί συναυλιακά, που αυξάνει την απορία μου πως δεν έχουν κάνει μεγαλύτερο γκελ στην ευρωπαϊκή death metal σκηνή. Το σεξτέτο από την Ανδόρα (άλλο πάλι και τούτο) κινείται στον χώρο του προοδευτικού death metal με έντονο το μελωδικό στοιχείο, αλλά όχι στο στυλ της σουηδικής σκηνής, αλλά περισσότερο συμφωνικό. Θυμίζουν τους Αυστραλούς Be’lakor και Ne Obliviscaris, αλλά λιγότερο επικοί, δημιουργώντας ένα πρωτότυπο μουσικό κράμα που το υπηρετούν άρτια.

Στο Metanoia που είναι το έκτο full-length album τους, οι Persefone διατηρούν τα βασικά τους χαρακτηριστικά, αλλά το prog στοιχείο είναι πιο έντονο στα κομμάτια. Αυτό είναι έκδηλο από την χρήση των πλήκτρων, που ανέκαθεν ήταν πολύ «μπροστά» τον ήχο τους όμως τώρα είναι πρωταγωνιστές, όπως ήταν τα πλήκτρα στους Yes. Ένα άλλο κοινό χαρακτηριστικό είναι οι κιθάρες, που είναι βαριές, riffάτες, αλλά και βιρτουοζιτέ (ειδικά στα σόλο), ενώ το rhythm section είναι αντάξιο της μουσικής και δεν υστερεί σε τίποτα. Η εναλλαγή καθαρών και ακραίων φωνητικών, γνώρισμα της μπάντας από το παρελθόν, παραμένει, αλλά εδώ νομίζω πως είναι κάπως άνιση για πρώτη φορά και αυτό έχει να κάνει με τους guest τραγουδιστές που είναι υψηλού επιπέδου. Όλα τα παραπάνω τα έχουν περιτυλίξει στην τελειότερη παραγωγή της καριέρας τους, με αποτέλεσμα όταν παίζει ο δίσκος από τα ηχεία να βγαίνει ένας ζεστός καθαρός ήχος, δυνατός και όχι ψηφιακός. Εύγε!

Κομμάτια όπως τα Architecture of the I και Merkabah είναι συνδετικοί κρίκοι με το παρελθόν γιατί είναι αρκετά άμεσα, ενώ διάσπαρτα υπάρχουν και ατμοσφαιρικά κομμάτια που βοηθούν στον να ξεκουράζεται το αφτί και να παίρνεις ανάσα για το επικείμενο σφυροκόπημα. Όμως το ζουμί για εμένα στο Metanoia είναι τραγούδια όπως τα Katabasis (με το Aghora στοιχείο) ή το Aware of Being Watched (με την jazz κιθάρα που θυμίζει Atheist), τα οποία συνδυάζουν τέλεια την aggressive με την prog πλευρά τους, έχοντας ως επί το πλείστον καθαρά φωνητικά δίνοντας μια πτυχή της μπάντας που θα μπορούσε να μια death metalίζουσα εκδοχή των Leprous. Από την άλλη όμως έρχεται το  Dream Theaterικό Consciousness (Pt3) και σε προσγειώνει / ξενερώνει κάπως (ειδικά μετά το επίσης ορχηστρικό Leap of Faith) γιατί ειλικρινά δεν μπορώ να καταλάβω σε τι αποσκοπεί ένα ενδεκάλεπτο ορχηστρικό τραγούδι, ειδικά όταν μέχρι τότε όλα τα τραγούδια έχουν μπόλικες ιδέες, ύφη και ρυθμούς στη διάρκειά τους. Βέβαια το σπονδυλωτό Anabasis επαναφέρει το τραίνο στις ράγες και κλείνει τον δίσκο δυνατά φέρνοντας στο μυαλό τις μακροσκελείς συνθέσεις των Redemption, αλλά στο πιο επιθετικό. Μεγάλο παράσημο! Kudos!

Εν κατακλείδι, το Metanoia είναι καλύτερο από τους προκατόχους του (πράγμα όχι εύκολο) και γενικότερα ένας πολύ καλός δίσκος στο προοδευτικό death metal. Έχει όλα τα στοιχεία να τους περάσει επιτέλους στο επόμενο επίπεδο, αλλά κατά την άποψή μου έχει σημεία που αν τα καλλιεργήσουν (καθαρά φωνητικά και «παιχνίδι» με τον ρυθμό) θα αλλάξουν μουσική κατεύθυνση δίνοντας μια νέα πρόταση στον ακραίο χώρο θυμίζοντας μια μεταλλική έκφραση των Riverside.

8.5 / 10

Γιάννης Βούλγαρης


2η γνώμη


Οι Persefone  όπως συνηθίζουν πήραν τον χρόνο τους ώστε να δισκογραφήσουν πάλι και το αποτέλεσμα τους δικαιώνει. Η άκρατη τεχνική είναι πολύ περισσότερο χαλιναγωγημένη σε σχέση με το παρελθόν, τα καθαρά και τα brutal φωνητικά δείχνουν εμφανή βελτίωση, το μπάσο ακούγεται παραπάνω σε σχέση με προηγούμενες δουλειές και συνολικά οι συνθέσεις δείχνουν μια μεστότητα. Το cinematic στοιχείο που κορυφώνεται στα instrumental Leap of Faith και Consciousness (Pt.3) εντυπωσιάζει, οι κιθαρίστες Lozano, Baldaia  και ο drummer Verdeguer και είναι παίχτες κορυφαίας κλάσης και τα μεγάλα ατού της μπάντας, ενώ ο πληκτράς / τραγουδιστής Espinosa αποτελεί σημαντικό παράγοντα και πολύ συχνά τη ραχοκοκαλιά της εν λόγω δουλειάς. Η μετρημένη και πυκνή lead κιθαριστική δουλειά φανερώνει σε σημεία κάποιες μοντέρνες fusion rock πτυχές που ταιριάζουν πολύ στις συνθέσεις. Η μουσική των Persefone απευθύνεται σε κοινό που του αρέσει τόσο η μοντέρνα τάση του τεχνικού death metal όσο και του progressive metal και είναι κάπως δυσπρόσιτη σε κάποιον που δεν αρέσκεται σε κάποια από τις δύο τάσεις. Όποιος όμως τους δώσει το απαραίτητο χρόνο θα βρεθεί μπροστά σε μια ποιοτικότατη δουλειά που συνεχίζει ένα εξαιρετικό σερί για αυτό το σπουδαίο και παραγνωρισμένο σχήμα.

8.5 / 10

Τάσος Ποιμενίδης