Pain of Salvation – Panther

[InsideOut, 2020]

Εισαγωγή: Δημήτρης Καλτσάς

Οι Pain of Salvation έχουν καταφέρει να μας κεντρίζουν το ενδιαφέρον με κάθε νέα κυκλοφορία τους και αυτό μόνο εύκολο δεν είναι για μία μπάντα που φέτος συμπληρώνει 23 χρόνια δισκογραφίας. Οι πειραματισμοί με νέους ήχους, η άρνηση συμβάσεων και τα ρίσκα που παίρνει το δημιουργικό όχημα του Daniel Gildenlöw σε κάθε νέο album φέρνει το σουηδικό σχήμα στο επίκεντρο, τις περισσότερες φορές δικαιολογημένα με βάση το αποτέλεσμα.

Η πρόσφατη περιπέτεια της υγείας του Gildenlöw, το concept του In the Passing Light of Day (το οποίο δικαίωσε τις προσδοκίες), η επεισοδιακή απόλυση του Ragnar Zolberg και η επάνοδος του Johan Hallgren έξι χρόνια μετά τη δική του αντικατάσταση, αλλά και το νέο concept που αφορά έναν κόσμο που κατοικείται από σκύλους (φυσιολογικοί) και πάνθηρες (απόκληροι) αύξησαν κατακόρυφα την αναμονή για το Panther.

 


 

Αξιοπρεπής νεωτερισμός χωρίς συνθετικό βάθος

Οι Pain of Salvation ως μια από τις πιο συνεπείς μπάντες της progressive metal σκηνής, τιμούν ακόμα μια φορά το γαλόνι της προοδευτικότητας, όχι γιατί δημιουργούν κάτι από το μηδέν (όπως περίπου έκαναν στην αρχή της καριέρας τους), αλλά γιατί αρνούνται πεισματικά να υποκύψουν στις επιταγές της εποχής και της λογικής εξέλιξης των συγκροτημάτων που υπάρχουν πάνω από 20 χρόνια. Ο σχεδόν 50χρονος πλέον Daniel Gildenlöw, μπορεί να φαίνεται πιο νέος από ποτέ, αλλά καλλιτεχνικά φαίνεται να περνά μια περίοδο «ανωριμότητας» που τον υποκινεί να δοκιμάζει νέα πράγματα στην μουσική που συνθέτει, με ή χωρίς επιτυχία. Στο Panther, φαίνονται να απουσιάζουν οι “εξωγενείς” επιδράσεις από άλλους συνθέτες (όπως δηλαδή δεν έγινε στο In the Passing Light of Day, όπου η συνεισφορά του Ragnar Zolberg ήταν σημαντική), με το αποτέλεσμα να έχει μια ηχητική συνοχή. Ο δημιουργός αυτή την φορά επέλεξε στις βασικές συνθέσεις του δίσκου να παραμερίσει τις μελωδίες και να ασχοληθεί κυρίως με τους ρυθμούς και την εξέλιξη τους, μέσα από ένα σύγχρονο PoS πρίσμα που περιλαμβάνει ηλεκτρονικούς ήχους και ρυθμικές κιθάρες, την Leprous προσέγγιση δηλαδή.

Το Accelerator ως πρώτη σύνθεση και απολύτως αντιπροσωπευτική του νέου ύφους, λουπάρει με έξυπνο ομολογουμένως τρόπο μια κεντρική ιδέα, μεταβάλλοντας την δυναμική της μέσα στο κομμάτι μέσω της συνεχούς αλλαγής της ενορχήστρωσης. Τραγούδι που είναι εξαιρετικό για έναρξη album, αλλά σιγά σιγά χάνει τις θετικές πρώτες εντυπώσεις που εύκολα κέρδισε, γιατί ουσιαστικά είναι μια επαναλαμβανόμενη μελωδία. Το Unfuture που ακολουθεί είναι μια πιο τυπική low tempo σύνθεση που στηρίζει την εξέλιξή της στις ερμηνευτικές εξάρσεις του Gildenlöw, οι οποίες θυμίζουν τις καλύτερες στιγμές του Be. Συγκριτικά με τον υπόλοιπο δίσκο, το εν λόγω κομμάτι διαθέτει την πιο safe δομή και πιθανώς θα ικανοποιήσει σε μεγάλο βαθμό τους φίλους των προηγούμενων δουλειών του group.

Οι δύο συνθέσεις που αποτέλεσαν το μεγαλύτερο ρίσκο του album είναι με διαφορά η ομώνυμη σύνθεση και το Restless Boy, αφού προσπάθησαν να μεταθέσουν σε μεγάλο βαθμό τον πυρήνα του γκρουπ από την μελωδία (που ήταν πάντα το μεγάλο όπλο των Σουηδών) στον ρυθμό. Και μέσα σε συγκεκριμένα πλαίσια επιτυγχάνουν τον σκοπό τους, αφού και οι δυο αποτελούν έξυπνα δομημένα τραγούδια που δεν ξεχειλώνουν τις σύντομες ιδέες που περιλαμβάνουν και κυρίως μέσα στον κορμό τους διαθέτουν αρκετές λεπτομέρειες που ταιριάζουν μεταξύ τους (synths, vocoder, rap φωνητικά και κυρίως το τρομερό παίξιμο του Léo Margarit στα drums). Αν και είναι πολύ νωρίς, η αποτίμηση των συνθέσεων αυτών φαίνεται ότι θα ξεπεράσει κατά πολύ την αντίστοιχη που είχε γίνει για το πείραμα του Disco Queen.

Οι δύο συνθέσεις που κερδίζουν τις εντυπώσεις γιατί διατηρούν την «χρυσή» ισορροπία ανάμεσα στο τι κάνουν καλά από πάντα οι PoS και στο τι θέλουν να πετύχουν στον νέο δίσκο τους, είναι τα Wait και Icon. Η μεν πρώτη διαθέτει τις καλύτερες μελωδίες που έγραψε ο Daniel στον δίσκο αυτό, ενώ στη δεύτερη είναι η κλασική σταθερά που υπάρχει σχεδόν σε κάθε κυκλοφορία των Pain of Salvation: η μεγάλη σε διάρκεια, λυτρωτική τελευταία σύνθεση του δίσκου όπου ο Gildenlöw θα ρομαντζάρει λίγο, αλλά στο τέλος θα μας προσφέρει ένα υπέροχο crescendo αντάξιο της ποιότητας που έχει σαν συνθέτης. Ευτυχώς περιλαμβάνει και δύο (σύντομα) κιθαριστικά solo, τα οποία λείπουν αρκετά πλέον από την μουσική τους.

Και κάπου εδώ, με αφορμή την παραπάνω παρατήρηση, θα πρέπει να επεκταθούμε στην συγκριτική αξιολόγηση της μουσικής που έγραψε ο Gildenlöw. Στον τομέα της παραγωγής, των επιλογών των οργάνων, των ηλεκτρονικών ήχων και γενικότερα της αλλαγής της προσέγγισης, όντως οι Pain of Salvation κατάφεραν να επιτύχουν το αποτέλεσμα που ήθελαν, όμως δεν ακούσαμε καμία πραγματικά μεγάλη σύνθεση που θα καταφέρει να κοντράρει ο,τιδήποτε έχουν κυκλοφορήσει μέχρι το 2004. Όπως προανέφερα για το Accelerator, δυστυχώς η πενία ιδεών του βασικού συνθέτη, παρατηρείται περίτρανα και στο Keen to a Fault, αλλά και εν μέρει στο Species, τραγούδια που βασίζονται είτε σε αναμασήματα μιας μοναδικής ιδέας είτε περιλαμβάνουν ένα γνωστό συνθετικό μοτίβο που γνωρίσαμε στο Scarsick αλλά και στο In the Passing Light of Day. Όσο οι επιρροές του Gildenlöw παρέμειναν πλησίον των κλασικών rock και folk επιρροών ενός καλλιτέχνη της ηλικίας του, τα παραγόμενα αποτελέσματα ήταν το λιγότερο εξαιρετικά (Road Salt 1, 2 και μεγάλο μέρος του In the Passing Light of Day). Όταν θεώρησε ότι πρέπει να μπλέξει με νεωτερισμούς και σύγχρονους ήχους, κατάφερε μεν με αξιοπρέπεια να σταθεί αντάξιος της υπόλοιπης καριέρας του, αλλά δεν πέτυχε να ακουστεί καλύτερος από τους πραγματικά νέους της εκάστοτε εποχής.

6.5 / 10

Αλέξανδρος Τοπιντζής

 

2η γνώμη

 

Από την κυκλοφορία των singles του άλμπουμ έγινε φανερό ότι η μπάντα θα πειραματιστεί με τον ηλεκτρονικό ήχο περισσότερο από ποτέ. Στα Accelarator και Keen to a Fault αυτό μπολιάζεται με τη γνωστή επιθετική τους χροιά, ενώ στο Restless Boy τα α λα Air / Daft Punk φωνητικά συνυπάρχουν με τα γνωστά Mike Patton ραπαρίσματα. To κλασικότροπο πρελούδιο Fur τοποθετείται – υποθέτω σαρκαστικά – ως εισαγωγή στο πιο εύπεπτο, ομώνυμο τραγούδι του άλμπουμ που κραυγάζει τις Linkin Park επιρροές του. Τα Unfuture και Species συνεχίζουν στο ύφος των δύο Road Salt, με τις ακουστικές και τις  βαριές ηλεκτρικές κιθάρες,σε μεσαίες ταχύτητες πάντα. Στο πανέμορφο Wait με την τόσο ταιριαστή χρήση του autotune στα φωνητικά του Daniel, ο επαναλαμβανόμενος ρυθμός των πλήκτρων μου έφερε στο μυαλό την τεχνοτροπία σύνθεσης εποχής The Perfect Element. To Icon συνεχίζει την παράδοση των τραγουδιών που κλείνουν τα άλμπουμ τους. Δραματικό και σπαραχτικό συνάμα, με τα απαραίτητα ηλεκτρικά και ηλεκτρονικά πλέον ξεσπάσματα.

Το συναισθηματικό βάρος του In the Passing Light of Day φαίνεται ότι λειτούργησε εξαγνιστικά για τον ηγέτη της μπάντας Daniel Gildenlöw. Το Panther από τη μία φαντάζει σαν ένα σημείο επαναπροσδιορισμού της μπάντας, αλλά ταυτόχρονα καταφέρνει να κουβαλάει και όλα τα βιώματα της πολύχρονης πορείας τους.

8.5 / 10

Πέτρος Παπαδογιάννης