Needlepoint – Walking Up That Valley

[BJK Music, 2021]

Εισαγωγή: Θωμάς Σαρακίντσης

Το εξ Όσλο ορμώμενο κουιντέτο (πάλαι ποτέ τρίο) δεν αποτελεί ένα αρτιφανές σχήμα. Με δεκαετή παρουσία στη δισκογραφία και με πέντε συνολικά κυκλοφορίες, έχουν το δικαίωμα, τουλάχιστον εμπειρικά, να αισθάνονται μουσικά κατασταλαγμένες οντότητες. Οι Needlepoint κυρίως από τον τρίτο τους δίσκο, επαναπροσδιόρισαν την υφολογική τους κατεύθυνση. Ενώ εκκίνησαν με το The Woods Are Not What They Seem το 2010 παίζοντας instrumental κιθαριστικό fusion rock, με όχι και τόσο μεγάλη επιτυχία, προχώρησαν στο Outside the Screen δύο χρόνια αργότερα, προσθέτοντας φωνητικά και επιπλέον τάσεις, αλλά δίχως την απεμπόληση των κυριαρχικών στοιχείων του πρώτου δίσκου. Σαφώς, όμως, προεκτάθηκαν σε πιο prog ατραπούς. Από το Aimless Lady του 2015 και μέχρι το πιο πρόσφατο The Diary of Robert Reverie, αρύοντο ύφος από το 70s prog, και δη του Canterbury. Έχει ενδιαφέρον να ακούσουμε αν με το νέο πέμπτο τους πόνημα Walking Up That Valley θα συνεχίσουν από εκεί που σταμάτησαν.


 

Βρετανικό prog από την Νορβηγία

Υπάρχουν prog σχήματα που αντλούν χαρακτήρα αποκλειστικά και μόνο από τη δεκαετία του ‘70, δίχως όμως να κομίζουν μία πρόταση προσωπική. Αυτά τα σχήματα τείνουν να αυτοαποκαλούνται, ή επιτρέπουν να τα αποκαλούν, ως progressive. Υφίστανται, επίσης, συγκροτήματα, τα οποία αναμειγνύουν στοιχεία από διαφορετικά μεταξύ τους είδη και πάνω σ’ αυτά προσθέτουν και την δική τους πινελιά. Τέλος, υπάρχουν και μπάντες που μεταβάλλουν ριζικά τον χώρο, φέρνοντας τα πάνω κάτω. Τέτοιου είδους σχήματα, προϊόντος του χρόνου, όλο και λιγοστεύουν. Οι Needlepoint, θα λέγαμε, ότι ακροβατούν μεταξύ των δύο πρώτων τάσεων. Παρόλο που πρόκειται για Νορβηγικό σχήμα, δεν υπάρχει τίποτα που να συνυφαίνει την καταγωγή τους με τη μουσική που συνθέτουν. Είναι πολύ British related η μουσική τους, τόσο που αν δε γνωρίζεις τον τόπο καταγωγής τους, θαρρείς πως χώρα προέλευσής τους αποτελεί μετά βεβαιότητας η Γηραιά Αλβιώνα. Υπάρχουν συνθέσεις που κάλλιστα θα μπορούσαν να αποτελέσουν μέρος της δισκογραφίας των Magic Bus (των δύο τελευταίων τους δίσκων και κυρίως του The Earth Years) ή τραγούδια που ανακαλούν την ατμόσφαιρα δίσκων θρυλικών Canterbury συγκροτημάτων. Αυτό δεν έχει μόνο αρνητικές πτυχές, δύναται όμως να αποτελέσει και μειονέκτημα.

Οι Νορβηγοί μετέρχονται πλήθος οργάνων για να επιτύχουν ένα πλουραλιστικό αποτέλεσμα. Οι συνθέσεις, χάρη στη ηχητική διαφορετικότητα που προσφέρουν τα όργανα, διαθέτουν επίπεδα, αν και η βάση παραμένει το Canterbury σχολής prog. Τοιουτοτρόπως, οι Νορβηγοί ενσωματώνουν folk και jazz στις συνθέσεις τους, ακόμη και ψήγματα από εγκεφαλική 60’s pop, και το πράττουν με σχετική επιτυχία. Αναφορικά με το jazz στοιχείο, να υπογραμμιστεί ότι ο ιθύνων νους και ένας εκ των δύο αυθεντικών μελών κιθαρίστας  – τραγουδιστής Bjørn Klakegg προέρχεται από αυτό το χώρο κι όχι από την ευρύτερη rock σκηνή.

Το album διακρίνεται για τον smooth χαρακτήρα του και τις λίγες αλλά ξεχωριστές δαιδαλώδεις διαδρομές του. Αντηχεί την ατομική και συλλογική δεινότητα του group, κυρίως εκτελεστικά. Υπάρχουν πολύ δουλεμένες συνθέσεις που δικαιωματικά θέλγουν με την ποιότητά τους, όπως τα I Offered You the Moon, Where the Ocean Meets the Sky και το ομώνυμο. Οι εν λόγω αποτελούν τις ακραιφνώς prog / jazz στιγμές υποδειγματικής συνθετικής και εκτελεστικής ικανότητας, με τους Nikolai Hængsle (μπάσο), Bjørn Klakegg (πλήκτρα) και Olaf Olsen (τύμπανα) να αποτελούν τους δυνατούς παίκτες του σχήματος. Κυρίως, oι επικές διαστρωματώσεις του φερότιτλου και το απίστευτο keyboard σόλο εν τω μέσω του I Offered You the Moon, είναι στιγμές κάτι παραπάνω από αξιομνημόνευτες. Μέσα σ’ αυτές συγκαταλέγεται το εξαίσιο Web of Worry, μία συνόψιση στο φαινόμενο του Canterbury prog, με την προσάρτηση και folk στοιχείων (ο Nikolai Hængsle χειρίζεται επιτυχώς βιολί, τσέλο και φλάουτο). To So Far Away ισορροπεί μεταξύ folk / prog (ο προσεκτικός ακροατής εδώ θα θυμηθεί την εισαγωγή του Reasons for Waiting των Jethro Tull) και 60’s folk που παραπέμπει ευθέως στην απέναντι πλευρά του Ατλαντικού. Το Another Day κυλά και αυτό σε πολύ ήπιους τόνους, με το ευμνημόνευτο refrain να ξεχωρίζει. Στο Rules of a Mad Man μεταβολίζουν τον Canterbury ήχο από τους Magic Bus. Παρεμπιπτόντως, σε μία post-covid κοινωνία αυτό το δίδυμο θα συνέθετε ένα προσιδιάζον συναυλιακό δρώμενο.

Δεν επιδέχεται αμφισβήτησης ότι συνολικά ο δίσκος είναι πολύ καλός. Σαφώς υπάρχουν αδυναμίες, κι αυτές επί της ουσίας εντοπίζονται σε επίπεδο έμπνευσης. Εν απουσία πλειάδας σχημάτων που να αντιπροσωπεύουν τον Canterbury ήχο, τέτοιες μπάντες καθίστανται απαραίτητες. Οι Needlepoint δύναται να σμιλέψουν ακόμη περισσότερο τον προσωπικό τους χαρακτήρα, ώστε να διαχωριστούν προς το καλύτερο από τους ομογάλακτούς τους. Η τεχνική κατάρτιση είναι δεδομένη, το μόνο που απομένει είναι η εύρεση ταυτότητας και τραγουδιών που να συνθέτουν ένα ξεχωριστό album.

7.5 / 10

Θωμάς Σαρακίντσης

 

2η γνώμη

 

Υποδεχόμαστε την νέα μουσική χρονιά με ένα πραγματικό διαμάντι από τους Νορβηγούς Needlepoint, την πέμπτη ολοκληρωμένη δουλειά των Needlepoint που τους εισάγει στη δεύτερη δεκαετία της ζωής τους. Το Canterbury progressive rock που παίζουν αισθητικά μας θυμίζει και λίγο τις τελευταίες στιγμές των ‘60s. Με γερή ρυθμική βάση αλλά και πολύ χαλαρές μελωδίες ανεβάζουν ταχύτητες και απλώνουν μια μουσικότητα με πολύ υψηλά standards, τονίζοντας έντονα τα μουσικά στοιχεία που τους χαρακτηρίζουν. Καταφέρνουν να μας μεταδίδουν μια απίστευτη ενέργεια  χάρις την τόλμη που δείχνουν στην ποικιλία των οργάνων. Πλήκτρα, φλάουτο, έντονα κρουστά και psych κιθάρες υπάρχουν σε αφθονία συμπυκνώνοντας και μεταδίδοντας ενέργεια μέσα από τετράλεπτα τραγούδια. Εξαίρεση αποτελούν το δεκάλεπτο ομώνυμο κομμάτι και το Ι Offered You the Moon όπου οι jazz αυτοσχεδιασμοί αναπτύσσονται με ψυχεδελικούς ήχους και απαλά pop φωνητικά, ανακατεύονται όλα μαζί και καταλήγουμε σε ένα απόσταγμα σύγχρονου Canterbury prog ήχου.

Ακούγοντας ξανά και ξανά το  Walking up the Valley, διαπιστώνουμε πώς πρέπει να ηχεί ένα σύγχρονο και καλοδουλεμένο συγκρότημα. Ο φρέσκος Canterbury ήχος είναι εδώ στην καλύτερη εκδοχή του.

8.5 / 10

Κώστας Ρόκας