Mildlife – Automatic

[Heavenly Recordings / Inertia, 2020]

Εισαγωγή: Αλέξανδρος Τοπιντζής

Όταν οι Αυστραλοί συστήθηκαν στο κοινό με το ντεμπούτο άλμπουμ τους Phase το 2018 (διαβάστε την κριτική μας εδώ), προκάλεσαν άμεσα ενθουσιασμό σε όσους αρέσκονται στο καλοπαιγμένο funky krautrock τους. Η υψηλότατη τεχνική κατάρτιση σε συνδυασμό με τους άψογους ρυθμούς τους ήταν αρκετά στοιχεία ώστε να τους τοποθετήσουν σε μια κατηγορία ελάχιστων συγκροτημάτων του προοδευτικού χώρου που διατηρούν ελπίδες να έχουν εμπορική επιτυχία. Η φετινή επιστροφή τους με το κρίσιμο δεύτερό τους άλμπουμ Automatic, σε μια δύσκολη περίοδο για περιοδείες, αλλά με τρομερές ανάγκες για ευχάριστα, φιλικά ακούσματα, πιθανότατα θα τους απογειώσει.


 

Το Random Access Memories του rock

Ίσως στο μέλλον το Phase των Mildlife να αποτελέσει ένα album σταθμό για την προοδευτική μουσική, ίσως τελικά ξεχαστεί από την πλατιά μάζα των ακροατών της rock μουσικής. Οι λόγοι που καθορίζουν την υστεροφημία της τέχνης δεν είναι αντικειμενικοί και παρότι η πληροφορία διαχέεται πλέον πολύ εύκολα και γρήγορα, αντίστοιχα είναι τόσο μαζική που την καθιστά μη διαχειρίσιμη. Οι Αυστραλοί Mildlife είναι από τις περιπτώσεις που έκαναν ένα σχετικό buzz  με το ντεμπούτο τους, που κόπηκε αρκετές φορές σε βινύλιο, μιας και ούτε οι ίδιοι δεν πίστεψαν στις δυνατότητες του ήχου τους. Η αψεγάδιαστη μίξη της funk διάθεσης, των synths που αντλούν την μελωδικότητά τους από την krautrock σκηνή και ταυτόχρονα τα χειρουργικά jazz παιξίματα σε κάθε βήμα, είναι αρκετά για να εντυπωσιάσουν. Όμως πέρα από αυτά, οι Mildlife συνθέτουν ωραία τραγούδια. Αυτό που τελικά έχει και την μοναδική σημασία. Στο Automatic, όπου επιλέγουν πάνω-κάτω τα ίδια συστατικά, δεν ακολουθούν τον δρόμο του εντυπωσιασμού με νέα στοιχεία, αλλά ουσιαστικά κάνουν ένα είδος ενδοσκόπησης σε αυτό που δημιούργησαν στο Phase και δίνουν εκ νέου τα διαπιστευτήριά τους στη σύνθεση πολύ αξιόλογων κομματιών.

Για να αναλύσουμε λίγο το παραπάνω, το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι το Vapour, όπου γίνεται σοβαρή προσπάθεια να αποτελέσει μια original χορευτική σύνθεση. Το θετικότατο αποτέλεσμα, ενώ περιλαμβάνει τα αιθέρια φωνητικά του Kevin McDowe μέσα από το vocoder, ένα solo φλάουτο και διάφορα περάσματα από synths, διαθέτει έναν μοναδικό κορμό από μια κολλητική μελωδία που θα ζήλευε και ο Herbie Hancock. Ακριβώς το ίδιο συμβαίνει και ακριβώς στο επόμενο τραγούδι, το Downstream, μόνο που αυτή η μελωδία παίζεται στην κιθάρα, ενώ τα υπόλοιπα στοιχεία (synths, φλάουτα, φωνητικά) περιστρέφονται γύρω από αυτήν, προσθέτοντας αυτό που περιγράφω συνήθως ως «ανανέωση του ενδιαφέροντος». Σε μη pop τραγούδια, που δεν στηρίζονται στις απότομες μεταβολές μελωδιών ή ρυθμών και ξεπερνούν τα τρία λεπτά, αυτές οι ιδέες κρίνουν το τελικό αποτέλεσμα. Και οι Mildlife δεν αποτυγχάνουν σε κανένα σημείο του album.

Μάλιστα, στις δύο μεγαλύτερες συνθέσεις του album, το συγκλονιστικό ομώνυμο τραγούδι που κλείνει τον δίσκο και στο ατμοσφαιρικό spacey Citations, το group αφοσιώνεται λίγο παραπάνω στην πειραματική του φύση και αφήνει τις συνθέσεις να εξελιχθούν πιο ελεύθερα, όχι βέβαια στα επίπεδα ενός jazz αυτοσχεδιασμού, αλλά πιο κοντά στην ψυχεδελική κλιμάκωση που είχε το The Magnificent Moon, το εναρκτήριο κομμάτι του ντεμπούτου τους και πλέον σήμα κατατεθέν του ήχου τους. Εάν σε όλα αυτά προστεθεί η original disco ρυθμολογία, δεν βλέπω απολύτως κανέναν λόγο να μην καταταχθεί ο δίσκος στους πιο danceable rock δίσκους που έχουν κυκλοφορήσει πρόσφατα.

Με το Automatic να επιτυγχάνει σε όλους τους τομείς που αναμένεις να έχουν σημασία σε έναν τέτοιο δίσκο, είναι φυσικό να μπαίνει στην συζήτηση για το αν ξεπέρασαν τον εαυτό τους. Και εύκολα μπορείς να πεις ότι τον ισοφάρισαν, γιατί ήδη είχαν καταφέρει το τέλειο. Ο χρόνος και κυρίως το δίπτυχο των επιλογών και συγκυριών θα τους προσφέρουν αυτό που τους αξίζει και λέγεται παγκόσμια αναγνώριση. Το Automatic είναι το Random Access Memories του rock, αν με ρωτάτε σήμερα.

9 / 10

Αλέξανδρος Τοπιντζής

 

2η γνώμη

 

Οι Mildlife αποτελούν μία σπουδαία εξαίρεση σε μία εποχή όπου λείπει το προσωπικό ύφος και ο signature ήχος. Το σημαντικότερο είναι ότι αυτό επιτυγχάνεται με μία γενναία μίξη φαινομενικά ετερόκλητων στοιχείων που υπηρετούν πειστικά – παρά απλά συναποτελούν – το ηχητικό κράμα αυτής της σπουδαίας νέας μπάντας. Αυτό θα ήταν αρκετό ακόμα κι αν το συνθετικό επίπεδο δεν ήταν τόσο υψηλό, ακόμα κι αν δεν επρόκειται για έναν έντονα χορευτικό δίσκο. Electronica, jazz, psych rock, krautrock, disco, balearic, funk, jazz και indie συνυφαίνονται σε έναν ρυθμικό, αναλογικό, ρομποτικό prog rock ιστό που χρωστά στα 70s τα 80s και τα 90s, αλλά ανήκει στο σήμερα και μόνο.     

Το Automatic αποτελεί μία φυσική συνέχεια του Phase κι αυτό όχι μόνο δεν είναι αρνητικό, αλλά αποδεικνύει πόση αυτοπεποίθηση έχει το Αυστραλιανό κουαρτέτο. Επενδύοντας στη σπουδαία μοναχική τους πορεία και το ήδη αποκρυσταλλωμένο ολοδικό τους ύφος, οι Mildlife μας αποκαλύπτουν νέα σημεία σύνδεσης μουσικών ειδών, που εκτός της αισθητικής τους ασπίδας θα ακούγονταν τουλάχιστον παράτολμα.

Αγαπημένα κομμάτια: Rare Air, Automatic.

8.5 / 10

Δημήτρης Καλτσάς