Intervals – Circadian

[Intervals Inc., 2020]

Εισαγωγή: Γιάννης Βούλγαρης

Οι Καναδοί Intervals είναι το μουσικό όχημα του κιθαρίστα Aaron Marshall και με το Circadian έφτασαν αισίως στην τέταρτη full-length κυκλοφορίας τους. Ανέκαθεν είχαν βαρύτητα στο χώρο του μοντέρνου κιθαριστικού metal, διότι ο Marshall είναι ένας καταπληκτικός μουσικός, όμως πλέον έχουν και την αναγνώριση ως μπάντα γιατί έχουν μια συνέχεια καλών δίσκων. Συνεχίζουν όμως από εκεί που μας άφησαν με το πολύ καλό The Way Forward; Αυτό το ερώτημα-ευχή δημιουργεί συνήθως ένα έξτρα βάρος σε μη one-man-band συγκροτήματα, εδώ όμως αυτό δεν ισχύει. Ο δίσκος είναι μια κυκλοφορία του μουσικού οίστρου του κιθαρίστα και αυτό που πρέπει να δούμε αν είναι ευχάριστο και ποιοτικό αυτό που ακούμε και όχι αν ταιριάζει με τη δισκογραφία τους.


 

Ένα χαμένο momentum

Όταν πρωτοείχα ακούσει τους Intervals στο A Voice Within πίστευα ότι θα εξελίσσονταν σε ένα από τα μεγαλύτερα ονόματα του modern prog metal, όμως έπεσα έξω διότι η μπάντα από το αμέσως επόμενο The Shape of Color, έκανε στροφή στο κιθαριστικό metal με prog πινελιές. Το ίδιο και εδώ πλέον όπου τα φωνητικά είναι άφαντα, η δομή των κομματιών περιστρέφεται γύρω από κιθαριστικά leads και solos και το rhythm section είναι πιο περιορισμένο στην ελευθερία του. Μου μοιάζει σαν να έχει ηχογραφηθεί σε Η/Υ και μετά να ζητήθηκε από τον Nathan Bulla (τύμπανα) και Jacob Umansky (μπάσο) να παίξουν τα μέρη τους, για ένα πιο «ανθρώπινο» feeling. Αυτό δεν σημαίνει ότι το rhythm section δεν είναι απίστευτο τεχνικά και ηχητικά, απλώς στα τραγούδια δεν βγαίνει αυτό το αίσθημα μπάντας και διαφορετικών ιδεών που ενώθηκαν. Αυτή είναι και η κριτική στη σύγχρονη κιθαριστική σκηνή, συγκριτικά με αυτή των 80s.

Βέβαια, ο Aaron Marshall είναι ένας πραγματικός guitar hero, επιπέδου Plini και Tosin Abasi και αυτό από μόνο του είναι αρκετό για να κρατήσει έναν ακροατή σε όλη τη διάρκεια του Circadian. Οι djenty ρυθμικές κιθάρες μπλέκονται ωραία με μοντέρνα licks και τεχνικά solos διατηρώντας την κλασσική συνταγή κομματιών των Intervals. Όμως ο δίσκος είναι λίγο διαφορετικός συγκριτικά με τους προηγούμενους, μιας και έχει μειώσει την prog διάθεση και δίνει βάση στο εύκολο παίξιμο με χαρακτηριστικά παραδείγματα τα Vantablack και Signal Hill. Αυτό νομίζω πως κάνει τον ακροατή να μην επιζητά το δίσκο ξανά και ξανά. Μια άλλη διαφοροποίηση στο Circadian είναι οι guests, αφού στα Lock & Key και String Theory παίζουν solos οι Joshua De La Victoria και Marco Sfogli, αντίστοιχα. Και τι solos Θεέ μου! Επίσης, το D.O.S.E. διανθίζεται από το σαξόφωνο του Saxl Rose, το οποίο δίνει το κάτι παραπάνω στο κάπως pop κομμάτι και είναι από τι στιγμές που με τη διαφορετικότητα τους σου μένουν στο δίσκο. Ένα άλλο κομμάτι που ξεχωρίζει είναι το Luna[r]tic, που είναι ταξιδιάρικο (στα μέτρα των Intervals πάντα) με jazzy τύμπανα, υπέροχη μελωδία και μια Caligula’s Horse διάθεση. Πολύ ωραίο.

Στο τέταρτο πόνημά του ο Marshall μας παρουσιάζει μια πιο επιφανειακή έκφανση του εαυτού του, η οποία όμως νομίζω πως δε του πάει ιδιαίτερα. Το μεγάλο του ατού είναι η καταπληκτική του τεχνική και οι ιδιάζουσες μελωδίες που του επιτρέπει αυτή η τεχνική να φτιάχνει. Παίζοντας όμως πιο άμεση μουσική, αυτομάτως χάνει το κάτι το διαφορετικό που περιμένεις από αυτόν. Επίσης, το Circadian λόγω του ότι υστερεί σε «περιπέτεια» (ή progressiveness για να είναι πιο δόκιμος ο όρος) νομίζω πως απευθύνεται σε ένα πολύ περιορισμένο ακροατήριο, τους λάτρεις της κιθάρας και αυτό υποτιμά τους Intervals, γιατί έχουν δείξει ότι μπορούν να ξεφύγουν από τα στενά όρια της κιθαριστικής μουσικής. Δεν είναι δίσκος πισωγύρισμα κατά την άποψή μου, αλλά δεν στέκεται και στο ίδιο επίπεδο με την υπόλοιπη δισκογραφία τους.

6 / 10

Γιάννης Βούλγαρης

 

2η γνώμη

 

Οι  Intervals ξεκίνησαν από σόλο project εξελίχθηκαν σε full time μπάντα και τώρα έχουν κλείσει τον κύκλο σαν σόλο project ξανά. Ο Aaron Marshall είναι ο κινητήριος μοχλός των Intervals με μερικά μέλη σαν «μισθοφόρους» για να ηχογραφήσουν ντραμς και μπάσο στο στούντιο. To Circadian είναι σίγουρα ένας κιθαριστικός δίσκος με τα πλέον γνώριμα grooves και leads που θυμίζουν Steve Vai. Αυτό που ξεχωρίζει σε αυτόν τον δίσκο είναι η αίσθηση αισιοδοξίας που υπάρχει διάχυτη στα κομμάτια. Υπάρχουν φυσικά και οι πιο άγριες στιγμές (το Vantablack είναι μάλλον το πιο heavy κομμάτι της μπάντας), αλλά υπάρχουν αρκετές στιγμές ηρεμίας στο χάος. Πολλές φορές, κιθαριστικά άλμπουμ είναι αρκετά εγωκεντρικά χωρίς να προσφέρουν κάτι άλλο πέρα από τεχνική ευφυΐα. Ευτυχώς, δεν ισχύει κάτι τέτοιο με αυτή τη κυκλοφορία αφού οι συνθέσεις είναι αρκετά δεμένες με πολλές εύπεπτες μελωδίες και αρκετό χώρο ανάμεσα στα heavy grooves. Η διάρκεια επίσης λειτουργεί στα υπέρ του δίσκους αφού σε μόλις 35 λεπτά δεν υπάρχει αρκετός χρόνος για τα πράγματα να γίνουν επαναλαμβανόμενα ή κουραστικά. Το εναρκτήριο 5-HTP είναι ένα ωραίο παράδειγμα της θετικής ενέργειας που υπάρχει στα κομμάτια, ενώ το D.O.S.E. έχει ωραία ισορροπία μεταξύ groove και μελωδίας με ωραίο guest σαξόφωνο από τον Saxl Rose (ναι διάβασες σωστά). Λίγο παραπάνω προσοχή στο rhythm section ίσως να ανέβαζε τον δίσκο ακόμα παραπάνω αλλά σίγουρα υπάρχει κάτι εδώ για κάθε prog metal φαν αλλά και για τους κιθαρίστες.

8 / 10

Λευτέρης Σταθάρας