Black Midi – Hellfire

[Rough Trade, 2022]

Εισαγωγή: Παναγιώτης Σταθόπουλος

Σε δύο δίσκους (Schlagenheim και Cavalcade) στην τριετία 2019-21, οι οποίοι αποτυπώνουν δραματικά τους μπερδεμένους καιρούς που διασχίζουμε, οι λονδρέζοι Black Midi βρήκαν συγκλονιστικά στόχο και απέσπασαν προσοχή από εξαιρετικά ετερόκλητο κοινό χάρις στην πανσπερμία ιδεών και τις εναλλαγές στοιχείων και διαθέσεων. H δε διαφορετικότητα που εντοπίζει κανείς ανάμεσα στα μέρη των άλμπουμ τους όχι μόνο δεν διαταράσσει τη συνοχή αυτών αλλά συντελεί στο συναρπαστικό πρόσωπό τους. Post-punk, prog, math, jazz-fusion και πολλοί άλλοι προσδιορισμοί για το ύφος του γκρουπ πέφτουν στο κενό όταν η μια μετά την άλλη έμπνευσή τους ξεδιπλώνεται μπροστά στον σαστισμένο δέκτη. Αυτή η διαπίστωση λίγο-πολύ βλέπει φως και χαρακτηρίζει και το τρίτο πλήρους διαρκείας έργο τους που κυκλοφόρησε φέτος.


 

Εμπλουτίζοντας μια αμιγώς προσωπική και καλά εκτελεσμένη συνταγή

Πιάνοντας το νήμα από εκεί που το άφησαν στους ηλεκτρικούς στροβίλους του Cavalcade, οι προκείμενοι Βρετανοί δεν αρκούνται στο ανακάτεμα των μοτίβων του προκατόχου του νέου τους LP. Αντιθέτως, στο -όνομα και πράγμα- Hellfire διαμορφώνουν εκ νέου μια αλληλουχία από καταιγιστικούς ως επί το πλείστον ηχοσυνδυασμούς, μετατρέποντας την ακρόαση σε μια ζαλιστικά όμορφη συνθήκη.

Με το στηλιτευτικό τους πνεύμα να δίνει το στίγμα, το τριμελές πια σχήμα συντονίζεται με το παγκόσμιο χάος της εποχής, τραβώντας τεθλασμένες γραμμές που ενώνουν ποικίλες συναισθηματικές καταστάσεις που δύναται κανείς να βιώσει σήμερα. Στο κάδρο τους τοποθετούν εκστατικά τον οδοστρωτήρα του καπιταλισμού, την ομοφοβία, τον βίαιο ανταγωνισμό που επιβάλλει ο πρωταθλητισμός, τον αποχαιρετισμό που δήθεν οφείλει σαν κύκνειο άσμα ένας φτασμένος περφόρμερ. Σε όλες τους τις αφηγήσεις δείχνουν την προτίμησή τους σε φανταστικά γεγονότα, μα και την ανάγκη τους να συνομιλήσουν με εφικτές συγκυρίες. Αυτές είναι ξεκούρδιστες ιστορίες που θα μπορούσαν να συμβούν, σήμερα και αύριο…

Στα 38 λεπτά του Hellfire προφτάνουν με εκτελεστική δεινότητα να συγκεράσουν καμπαρέ παρακμή με avant μαστοριά που φέρνει σε Captain Beefheart-ικές μέρες, το ειδυλλιακό αποτύπωμα ενός flamenco με ηλεκτρονικές παρεκτροπές, αισθαντικές φωνητικές αρμονίες με καρναβαλίστικες εκφορές του λόγου, εξαγριωμένα metal blast τύμπανα με ατμοσφαιρικότητα και λυρικά πλούσιες ενορχηστρώσεις με τρικυμιώδη κιθαριστικά και πιανιστικά περάσματα διάστικτα σε αιχμηρότητα και σφοδρότητα. Φερ ειπείν, μια εξαιρετικά αποτελεσματική μείξη διαθέσεων, και στυλ κάνει κρότο στο κομμάτι The Race is About to Begin. Στο δέσιμο των επιμέρους συστατικών, ίδρωσε τη φανέλα η Ιταλίδα Marta Salogni, που θαρρείς πως λειτουργεί σαν τέταρτο μέλος πίσω από την κονσόλα της παραγωγής, αναλαμβάνοντας ένα τρομερά δύσκολο έργο: Χρίζεται συγκολλητική ουσία τόσο για τα κομμάτια του άλμπουμ ως ολότητες όσο και διάσπαρτα, στα σλάλομ που τα απαρτίζουν.

Σε κάθε στροφή αυτής της πορείας, οι Black Midi δείχνουν το δίχως άλλο πως αυτό που για εμάς μοιάζει με επιτυχημένο Δόγμα του Σοκ, για εκείνους είναι άλλη μια μέρα στη δουλειά. Παιδεία, αισθητική και επίπεδο είναι οι πυλώνες στους οποίους τούτοι οι φαινομενικά σαλεμένοι νεανίες χτίζουν με υπομονή και επιμονή τον ολοδικό τους βαβελικό πύργο, έχοντας πάντα αναμμένη γύρω τους μια σαγηνευτική Hellfire.

8 / 10

Παναγιώτης Σταθόπουλος

 

2η γνώμη

 

Η κυκλοφορία του Hellfire μόλις ένα χρόνο μετά το Cavalcade θα μπορούσε να είναι ο δίσκος που θα εδραίωνε του Black Midi ως την πιο hype μπάντα για κάθε μη συμβατικό music geek παγκοσμίως. Η αλήθεια είναι πως για πολλούς η μπάντα από το Λονδίνο απέδειξε πως είναι το next big thing, κάτι σαν νέοι Mars Volta. Φυσικά αυτό θα ήταν το ιδανικό για κάθε λάτρη του avant-garde προοδευτικού ήχου, αλλά για να επιτευχθεί απαιτείται συνθετικό βάθος χωρίς το άλοθι του πειραματισμού, με μελωδίες, δεμένο παίξιμο και φωνητικά που αναδεικνύουν τις συνθέσεις. Αν εξαιρέσουμε το πόσο καλά παίζουν μαζί οι τρεις μουσικοί, οι εκνευριστικές συνεχείς απαγγελίες του Greep και τα γενικά κάτω του μετρίου φωνητικά δείχνουν αδυναμία παρά άποψη, οι μελωδίες λείπουν ή εμφανίζονται κυρίως ως όχι πολύ εμπνευσμένα jazz στοιχεία, ενώ γενικά οι ιδέες, τα riffs και οι ρυθμοί εναλλάσσονται άτακτα. Ακόμα κι αν η έμπνευση ήταν σε υψηλότερα επίπεδα, το συμπέρασμα ότι οι Black Midi βιάστηκαν είναι το πιο αισιόδοξο σενάριο. Στο Hellfire υπάρχουν διάσπαρτες εξαιρετικές ιδέες που θα μπορούσαν να είχαν αναπτυχθεί διαφορετικά. Δυστυχώς, η ενέργεια μιας μπάντας που βρίσκεται στο prime της δεν είναι αρκετή και νομίζω πως εδώ η μπάντα εκτίθεται με τις επιλογές της.

3.5 / 10

Δημήτρης Καλτσάς