Black Midi – Cavalcade

[Rough Trade Records, 2021]

Εισαγωγή: Κώστας Μπάρμπας

Οι Black Midi έχουν από τα πρώτα τους βήματα τραβήξει τα βλέμματα των φίλων της indie μουσικής, καταφέρνοντας παράλληλα να εξιτάρουν και πολλούς λάτρεις του εν γένει πειραματισμού. Μάλιστα πριν καν κυκλοφορήσουν το αρκετά ενδιαφέρον studio ντεμπούτο τους με τίτλο Schlagenheim (2019), είχαν κυκλοφορήσει έναν ζωντανό δίσκο ως η μπάντα που συνόδευε τον Damo Suzuki σε ένα live στο club Windmill του Brixton. Γύρω από αυτό το club έχει δημιουργηθεί πρόσφατα μια σκηνή με νέες πολύ υποσχόμενες indie μπάντες, όπως οι Squid και οι Black Country, New Road. Η λονδρέζικη καταγωγή αυτών των μουσικών έχει δημιουργήσει αρκετό hype γύρω από το όνομα τους και το δεύτερο album των Black Midi υπό τον τίτλο Cavalcade, αν και προερχόμενο από το underground, είναι ήδη ένα από τα πιο πολυσυζητημένα της χρονιάς.


 

Ένα κλικ πιο μακριά

Το ντεμπούτο των Black Midi φέρει καταφανέστατα την στάμπα του πειραματισμού και της μίξης ειδών. Παρόλα αυτά οι επιρροές τους προερχόταν από έναν διευρυμένο μεν, αλλά αρκετά συναφές υποσύνολο του rock πειραματισμού, με βάσεις κυρίως στο noise rock και στο math rock. Στο Cavalcade, χωρίς να ακυρώνουν τις αρχικές τους προσλαμβάνουσες, κάνουν ένα πολύ μεγάλο και αρκετά θαρραλέο άλμα, διευρύνοντας κατά πολύ το ηχητικό πλαίσιο μέσα στο όποιο πλέον κινούνται και προσπαθώντας να φέρουν κοντά αντίθετα – κατά τα φαινόμενα – μουσικά ρεύματα, τα οποία έχουν όμως ως κοινή συνισταμένη τη διάθεση για πειραματισμό.

Από τις πρώτες νότες του δίσκου γίνεται σαφές ότι ακούμε indie μουσικούς, με τις βάσεις τους στις πιο πειραματικές εκφάνσεις του post-punk, να παίζουν μια μουσική στα όρια του avant-prog, έχοντας μάλιστα και κάποια στοιχεία από κλασικό progressive rock (King Crimson κυρίως). Δεν είναι καθόλου παράλογο πως σ’ αυτή την απόπειρα «συγκόλλησης» επικαλούνται το αναρχικό πνεύμα του Frank Zappa για να τους βοηθήσει, κάτι που γίνεται ξεκάθαρο με το εναρκτήριο φρενήρες John L, πιθανότατα το καλύτερο κομμάτι του δίσκου. Επίσης με μία φαινομενική άγνοια κινδύνου παρουσιάζουν δύο τραγουδιστικά κομμάτια με vocal jazz, cabaret και ακόμα και bossa nova απόηχους: το Marlene Dietriech και το υπερφιλόδοξο Ascending North. Από την άλλη το Slow είναι ένα κομμάτι που φέρνει πολύ κοντά του King Crimson με το math-rock, αφήνοντας την αίσθηση πως δεν ήταν και ποτέ τόσο μακριά. Επίσης συγκροτήματα όπως οι Cardiacs και κυρίως οι This Heat, αποτελούν επιρροές, αν και όχι τόσο άμεσες, πρωτίστως στο mindset ενοποίησης των ειδών που έχουν οι Black Midi, αλλά και στη γενικότερη υψηλή αισθητική στάθμη τους.

Οι Black Midi μόλις στον δεύτερό τους δίσκο προσπάθησαν να κάνουν κάτι πολύ φιλόδοξο και εν μέρει το πέτυχαν. Πέτυχαν να δημιουργήσουν  έναν ναρκοπέδιο ιδεών και ήχων και να το περάσουν βγαίνοντας ζωντανοί, παρόλο που δεν βγήκαν από αυτό τελείως αλώβητοι. Η λαχτάρα τους να προσθέσουν όλο και περισσότερες στρώσεις στο ηχητικό τους όραμα είναι αξιέπαινη, αλλά δυστυχώς προηγήθηκε λίγο της ικανότητάς τους να αποδώσουν αυτό το όραμα. Σε κάποια σημεία η συγκόλληση μοιάζει κάπως άγαρμπη, ενώ, αν και είναι αρκετά καλοί παίκτες, υπάρχουν στιγμές που δεν μπορούν να ακολουθήσουν τις ίδιες τους τις ιδέες. Τα φωνητικά δεν ενοχλούν αλλά σε κάποια σημεία δεν μπορούν να αποδώσουν πλήρως το απαιτούμενο συναίσθημα. Χαρακτηριστικότερο παράδειγμα αποτελεί το προαναφερθέν Ascending North, στο οποίο μια άλλη φωνή ή ερμηνεία, θα αποκάλυπτε πλήρως την αρχική συνθετική ιδέα. Παρόλα αυτά το Cavalcade είναι ένας δίσκος που τραβάει άμεσα το ενδιαφέρον, έχει φοβερές στιγμές και σίγουρα καταφέρνει να βάλει τον ακροατή στο τρελό του rollercoaster.

Οι Black Midi εμφύσησαν στο Cavalcade τον ενθουσιασμό της νεότητάς τους, εκμεταλλευόμενοι πλήρως και ένα από τα προνόμια της γενιάς τους: την άμεση πρόσβαση σε οποιαδήποτε σχεδόν πληροφορία. Αυτό το μουσικό all-in που έκαναν οι Black Midi θυμίζει σε πρόθεση και τηρουμένων των αναλογιών, το ντεμπούτο των Mars Volta. Μόνο που οι Λονδρέζοι δεν φάνηκαν πανέτοιμοι για να υποστηρίξουν πλήρως το «εξτρά μίλι» που είχαν στο μυαλό τους. Υπό αυτή την έννοια το Cavalcade είναι ένας πολύ ενδιαφέρων και χρηστικός δίσκος, αλλά επ΄ ουδενί δεν μπορεί να χαρακτηριστεί αριστούργημα.

7.5 / 10

Κώστας Μπάρμπας

 

2η γνώμη

 

Μια διετία μετά το ντεμπούτο LP τους, οι Black Midi διατηρούν ακέραια την προοδευτική λογική τους, ισομοιράζοντας την τράπουλα των δομών τους μεταξύ αυτοσχεδιασμού και συγκροτημένης σύνθεσης. Κι είναι (ξανά) τέτοια η πανσπερμία ιδεών και οι εναλλαγές στοιχείων και διαθέσεων, που τα καταιγιστικά ηχητικά τους fractal στις εμπνεύσεις άλλων θα αποτύγχαναν παταγωδώς. Εν προκειμένω όμως, το σχήμα, που στερείται των κιθαριστικών υπηρεσιών Matt Kwasniewski-Kelvin, διατυπώνει ένα καθόλα ομοιογενές και συνεκτικό σύνολο, με τις μεμονωμένες συνθέσεις να στέκονται ως διαφορετικοί κόσμοι που γεφυρώνονται εν τέλει σε έναν ενιαίο. Η δραματουργία τους αποτυπώνει συγκλονιστικά την παράνοια του ξεκούρδιστου και μπερδεμένου καιρού μας, ελισσόμενη μεταξύ μελωδικής αισθαντικότητας (Marlene Dietrich), ασταμάτητα περιπετειώδους αλληλουχίας του συνθέτω-αποδομώ-ανασυνθέτω (John L), παιχνιδιών αρμονίας και δυσαρμονίας (Chondromalacia Patella), αέναου groove που στριφογυρίζει το πάτωμα (Dethroned). Η jazz είναι αρωγός σε όλο αυτό το ντελιριακό αλισβερίσι με rock κινητήρα και math συνάψεις, όχι με τη στενή έννοια ενός genre, αλλά περισσότερο σαν νοοτροπία που ξεκλειδώνει τις αναπτύξεις και την επικοινωνία των μουσικών με ελευθερία πνεύματος, κομίζοντας παράλληλα και μια ευάερη fusion φιλοσοφία. Το Cavalcade γίνεται η φωνή μιας παρέας 20χρονων και κάτι νέων που από κοινού και αδιαίρετα απηχούν με το δικό τους τρόπο τις τρικυμίες της εποχής τους.

8.5 / 10

Παναγιώτης Σταθόπουλος