Black Crown Initiate – Violent Portraits of Doomed Escape

[Century Media, 2020]

Εισαγωγή: Μελέτης Δουλγκέρογλου

Οι Black Crown Initiate κατάγονται από την Pennsylvania, ιδρυμένοι το 2013 από τους Nick ‘Bass’ Shaw (μπάσο), Andy Thomas (κιθάρες, καθαρή φωνή) και James Dorton (brutal φωνητικά). Τα πρώτα διαπιστευτήρια τους τα κατέθεσαν με το EP Song of the Crippled Bull (2013) το οποίο θεωρείται από πολλούς ακόμα και σήμερα ως η πιο εντυπωσιακή δουλειά τους.

Η φήμη τους αυτή εξαργυρώθηκε με live πλαισιώνοντας τους Behemoth αρχικά και έπειτα τους Fleshgod Apocalypse και Septic Flesh μεταξύ άλλων. To 2014 αποφάσισαν να κυκλοφορήσουν το πρώτο LP με τίτλο The Wreckage of Stars στην eOne Music έχοντας προσθέσει άλλους δύο μουσικούς στη σύνθεση τους. Έπειτα από κάποιες ανακατατάξεις στο line-up τους κυκλοφόρησαν το Selves We Cannot Forgive (2016).

To death metal με τις προοδευτικές επιρροές είχε ήδη αρχίσει να αναγνωρίζεται, γεγονός που κεφαλοποιήθηκε με την υπογραφή στην Century Media και την κυκλοφορία του φετινού Violent Portraits of Doomed Escape (2020).


 

To prog death metal που αναζητούσαμε αλλά δε βρίσκαμε

Πόσο φρέσκο μπορεί να ακουστεί το progressive death metal εν έτει 2020; Η αλήθεια είναι πως μπορεί και μάλιστα με ιδιαίτερο σφρίγος. Για αυτό φρόντισαν οι Black Crown Initiate με το Violent Portraits of Doomed Escape. Ένα album που μαρτυράει τις διαθέσεις του από το εναρκτήριο Invitation. Απλά ακούστε το και δεν θα περιμένετε την αλλαγή ύφους και τη δυναμική του. Το επόμενο ερώτημα είναι τι κάνουν καλά οι Black Crown Initiate και γιατί κάποιος πρέπει να δώσει βάση στην εν λόγω κυκλοφορία.

Ας ξεκινήσουμε από τα βασικά του ιδιώματος που υπηρετούν, το progressive death metal με σαφείς επιρροές από τους βετεράνους του είδους Opeth, με λίγο μεγαλύτερη αγάπη στο Blackwater Park. Συστατικό 1: διπλά φωνητικά, με καθαρά και brutal, με την ειδοποιό διαφορά πως τα καθαρά είναι ποιοτικά εν αντιθέσει με πολλά σχήματα του χώρου και πως έχουν τη δική τους χαρακτηριστική χροιά, εναρμονισμένη με το μουσικό περιεχόμενο. Συστατικό 2: επιτυχημένες εναλλαγές ατμόσφαιρας με τρανό παράδειγμα το Invitation αλλά και το εξαιρετικό και αποκορύφωμα του δίσκου εν ονόματι Holy Silence, μια σύνθεση που θα έκανε περήφανο τον Åkerfeldt. Συστατικό 3: riffs κοφτερά και βαριά που δομούν ως επί το πλείστον το δίσκο. Αυτό ίσως είναι και το δυνατό σημείο των Black Crown Initiate, αξιομνημόνευτα και ποικίλα riffs. H προσθήκη του κιθαρίστα Ethan McKenna λειτουργεί καταλυτικά στη δημιουργία και στα γεφυρώματα, έναν κιθαρίστα που το συγκρότημα εξαρχής ήθελε να εντάξει στις τάξεις του. Ο ήχος τους σε αρκετά σημεία είναι τραχύς, αλλά φλερτάρει επιτυχημένα με την επικείμενη ηρεμία και το δυϊσμό της μουσικής τους.  Ουκ ολίγες φορές ξαφνιάστηκα με την αλλαγή μουσικής πλεύσης και το κράμα που κάθε σύνθεση κατέθετε. Επιπροσθέτως, τo rhythm section είναι σφιχτοδεμένο και ειδικά το παίξιμο του Gabe Seeber (session μουσικός) στα drums είναι αριστοτεχνικό.

Να σημειωθεί όμως πως ο ήχος αυτός καθαυτός των drums είναι πιο ξερός από ότι θα έπρεπε και η μίξη γενικότερα είναι μάλλον πιο «θορυβώδης» από αυτή που θα άρμοζε. Επίσης, οι Black Crown Initiate θέλοντας να ενισχύσουν την ατμόσφαιρα ενέταξαν δύο συνθέσεις ως middle και outro. Παρόλα αυτά, οι γρυλισμοί τύπου Μογγόλων μοναχών στο Bellow είναι μάλλον περιττοί ενώ και το συνδεόμενο με το Invitation αλλά αχρείαστο outro στερεί τη δυνατότητα στο Holy Silence να αποτελέσει ένα επικό κλείσιμο ενός συνολικά πολύ καλού δίσκου. Τέλος, ναι μεν ο ήχος τους δεν είναι ο επανακαθορισμός του ιδιώματος, αλλά το παίξιμο και η αισθητική είναι τα στοιχεία που καθορίζουν την ταυτότητα τους χωρίς να χάνονται στον κυκεώνα της υπερπροσφοράς.

Παρότι η μουσική είναι το σημαντικότερο, η ιδιαίτερη κι αινιγματική αισθητική του εξωφύλλου ολοκληρώνει το παρόν πόνημα. Στιχουργικά, η αμφισβήτηση της νουνέχειας, το κακό που φυτρώνει στην ανθρώπινη ψυχή, η αλαζονεία της εξουσίας, ο χλευασμός του ανώτερου Όντος, ο μηδενισμός της ύπαρξης και η σήψη των συναισθημάτων είναι τα βασικά θέματα. Πεσιμιστικές ρήσεις που ντύνουν κατάλληλα το μουσικό περιεχόμενο. Σύμφωνα με την ίδια τη μπάντα το Violent Portraits of Doomed Escape συντέθηκε σε μια πολύ δύσκολη περίοδο για αυτούς και όλες αυτές οι εμπειρίες αποτυπώνονται στη δημιουργία.

Με το Violent Portraits of Doomed Escape, λοιπόν, οι Black Crown Initiate κάνουν μια βαρύγδουπη δήλωση πως ήρθαν για να μείνουν και αυτή η δήλωση μεταφράζεται στον πιο αξιόλογο ως τώρα ακραίο προοδευτικό δίσκο και έναν από τους πιο ενδιαφέροντες στην παρούσα χρονιά. Ένα album που προκαλεί μειδίαμα σε όσους από εμάς λησμονούμε το death prog των Opeth.

8.5 / 10

Μελέτης Δουλγκέρογλου

 

2η γνώμη

 

Η αλήθεια είναι πως τους Black Crown Initiate δεν τους γνώριζα και όταν άκουσα για πρώτη φορά τον δίσκο τους, δεν τρελάθηκα. Μου έδωσαν την εντύπωση πως προσπαθούν να παίξουν σαν τους Between the Buried and Me, ειδικά στο κομμάτι Sun of War. Ευτυχώς, όμως, δεν τον παράτησα τον δίσκο. Οι Αμερικανοί έχουν κυκλοφορήσει ένα grower album που κινείται στο χώρο του progressive death metal, όχι στο στυλ των Death ή των Obscura, αλλά περισσότερο μοιάζει στο τεχνικό death metal των Beyond Creation με progressive στοιχείο και κάποια καθαρά φωνητικά. Ο δίσκος είναι ιδιαίτερα προσεγμένος με απίστευτη παραγωγή, τεχνικά ρυθμικά μέρη (αλλά και πιο straightforward), εξόχως πωρωτικά riffs, καλοδουλεμένα solos και φοβερά φωνητικά (τα growls θυμίζουν Opeth και στα καθαρά έχουν αυτή την «τρελούτσικη» χροιά των Mastodon). Κάποια τραγούδια στο μέσο του δίσκου τα βρήκα σχετικά άνισα σε σύγκριση με τα Invitation, Sun of War, Holy Silence που ανοίγουν και κλείνουν τον δίσκο, αλλά αυτό δε σημαίνει πως χάνεται η συνοχή. Απλώς, στα μεγαλύτερης διάρκειας κομμάτια τους ξεδιπλώνουν καλύτερα τις progressive ιδέες τους και αυτό με αφήνει αισιόδοξο για το μέλλον της μπάντας. Το Violent Portraits of Doomed Escape είναι μια υπέροχη κυκλοφορία στον χώρο του ακραίου metale.

8 / 10

Γιάννης Βούλγαρης