Artificial Eden – Artificial Eden

[Boersma Records, 2020]

Εισαγωγή: Goran Petrić, Δημήτρης καλτσάς

Η ελληνική prog metal μπάντα των Artificial Eden μόλις κυκλοφόρησε το ομώνυμο ντεμπούτο της μέσω της γερμανικής εταιρείας Boersma Records. Το συγκρότημα σχηματίστηκε το 2002 από τους κιθαρίστες Αντώνη Παναγόπουλο και Θανάση Παπαρίδη και τέσσερα χρόνια μετά κυκλοφόρησαν το πρώτο τους demo το 2006 (αρχικά υπό το όνομα Quadra το οποίο άλλαξαν σε Artificial Eden για λόγους πνευματικών δικαιωμάτων).

Η μπάντα παίζει progressive metal παλιάς σχολής το οποίο είναι πολύ κοντά στο στυλ του είδους στα 90s, αλλά έχουν επίσης προσθέσει μερικά μοντέρνα στοιχεία, ειδικά στο κομμάτι της σύνθεσης. Το Artificial Eden είναι μία πραγματική εξαίρεση στον σύγχρονο prog metal ήχο, μία επένδυση στο ύφος που γιγάντωσε το συγκεκριμένο είδος είδος πριν σχεδόν 30 χρόνια.


 

Νοσταλγώντας  το prog metal των 90s

Το ομώνυμο δισκογραφικό ντεμπούτο των Artificial Eden περιλαμβάνει έξι τραγούδια και όλα τους είναι γενικά προσβάσιμο και ευκολομνημόνευτο prog metal. Η μουσική εδώ είναι υπέροχη και αυτό το στοιχείο ξεχωρίζει περισσότερο. Όλα τα μέλη παίζουν πάρα πολύ καλά και δεν υπάρχει αμφιβολία ότι τεχνικά είναι εξαιρετικοί μουσικοί. Ιδιαίτερη αναφορά αξίζει να γίνει στον τραγουδιστή, Rob Lungren. Η απόδοσή του εδώ είναι γεμάτη αυτοπεποίθηση και είναι φανερό πως διαθέτει μεγάλες δεξιότητες και την ικανότητα να επιδρά συναισθηματικά στον ακροατή. Ο ήχος στις κιθάρες είναι καθαρός, μερικές φορές πολύ τεχνικός και ταυτόχρονα πολύ συναισθηματικός. Φαίνεται ότι οι σπουδαίοι guitar heroes, όπως ο Satriani και ο Petricci, ήταν οι κύριες πηγές έμπνευσης για τη δημιουργία αυτού του κιθαριστικού ύφους από τους Αντώνη Παναγόπουλο και Θανάση Παπαρίδη.

Από την αρχή του album είναι προφανές ότι η μπάντα είναι πολύ επηρεασμένη από τους Fates Warning. Συναισθηματικά και δομικά, οι Artificial Eden ακολουθούν το μονοπάτι των Fates στη σύνθεση τραγουδιών αλλά και την εκτέλεση ολόκληρου του υλικού που παρουσιάζεται εδώ. Το συγκρότημα ξέρει ακριβώς πώς να ισορροπεί μεταξύ προοδευτικής τεχνικής, απαλών περασμάτων ή απλά πιασάρικων μελωδιών. Δεν υπάρχει ούτε ένα δευτερόλεπτο από αυτά τα βαρετά και ατέρμονα ορχηστρικά περάσματα με αδιάφορα περιττά παιξίματα όπως στα τελευταία albums των Dream Theater. Αντίθετα, το συγκρότημα είναι προφανώς πιο επικεντρωμένο στο πώς να συνθέσει κάθε κομμάτι και όχι απλά να επιδοθεί σε επίδειξη τεχνικών ικανοτήτων (το οποίο φυσικά είναι πολύ πιο εύκολο).

Higlights του δίσκου είναι το Poor Desire, ένα ενδιαφέρον heavy κομμάτι με εξαιρετικό ρεφρέν και δεύτερα φωνητικά και το Land of Depression που είναι πιθανώς το καλύτερο κομμάτι του άλμπουμ. Ξεκινά με στοιχειωμένους ήχους από τα πλήκτρα και στη συνέχεια μετατρέπεται σε mid-tempo κομμάτι. Είναι προφανές ότι η έμφαση εδώ δίνεται περισσότερο στην εξέλιξη και όχι μόνο στη βαρύτητα και στο συναίσθημα. Εκεί μπορεί κανείς να να βρει επίσης μερικά τμήματα και στιγμές δυναμικών αλλαγών που επηρεάζονται από την jazz / fusion, με βαρύτερα ή τραχύτερα riffs να έρχονται για να συμπληρώσουν τις ήρεμες μελωδίες.

Ωστόσο, το album κατά κάποιο τρόπο στερείται τη μαγεία και το πολύ υψηλού επιπέδου συνθετικό επίπεδο και πάσχει επίσης λόγω της επίπεδης παραγωγής, πιθανώς λόγω χαμηλού προϋπολογισμού. Το ντεμπούτο των Artificial Eden δεν είναι ένας τέλειος δίσκος, αλλά οφείλω να πω ότι η μπάντα είναι καλύτερη από τις περισσότερα σύγχρονα prog metal σχήματα και αυτό το album είναι ένα καλό σημείο εκκίνησης για αυτούς τους ταλαντούχους μουσικούς να αποκτήσουν ευρύτερη αναγνώριση στη σημερινή progressive metal κοινότητα. Συνιστάται ανεπιφύλακτα σε όλους τους οπαδούς του prog metal της δεκαετίας του ’90.

7.5 / 10

Goran Petrić

 

2η γνώμη

 

Οι Artificial Eden παρουσιάζουν το πρώτο τους ομώνυμο δίσκο που ισορροπεί ανάμεσα στο hard rock και το προοδευτικό metal της δεκαετίας του ‘90. Με πλοηγό την αυξημένη αίσθηση της μελωδίας καταφέρνουν να χωρέσουν την έμπνευση τους σε μικρά κομμάτια όπως το à la Theater Poor Desire, αλλά και σε μακροσκελείς συνθέσεις, όπως το Land of Depression. Χωρίς να παίζουν κάτι το τρομερά πρωτότυπο, έχουν δώσει ιδιαίτερη έμφαση στον κιθαριστικό τομέα ο οποίος εντυπωσιάζει αλλά και στις φωνητικές μελωδίες με τη φωνή του Rob Lundgren να τραγουδάει όμορφα και πιασάρικα refrain όπως στο ομότιτλο κομμάτι. Πολλά στοιχεία στο δίσκο αποπνέουν την ατμόσφαιρα της δεκαετίας του ‘90 στην οποία η μπάντα προσθέτει σκληρά riffs και μια αμεσότητα που παραπέμπει στο σκληρό rock της δεκαετίας του ‘80. Μια ωραία μίξη που αφενός γεννάει ένα αίσθημα νοσταλγίας και αφετέρου δίνει μια σχετική επικαιροποιήση ενός μακρινού για τα σημερινά δεδομένα ήχου. Σαν ντεμπούτο, είναι σαφώς μια πολύ αξιόλογη προσπάθεια.

7 / 10

Χρήστος Μήνος