Voyager – Ghost Mile

Sorry, this entry is only available in Greek.

[Self-Released, 2017]

Intro: Meletis Doulgeroglou
Translation: Niki Nikolakaki

23 / 05 / 2017

The Australian music scene constitutes the surprise of this decade and insists on giving the kiss of life to progressive metal which is gasping for innovation and diversification, either through prog metal bands such as Caligula’s Horse, Voyager and Teramaze, or through extreme progressive death bands such as Ne Obliviscaris, Psycroptic and many others. Voyager, who have developed their progressive metal for a decade and have brought out remarkable and interesting releases, are back again with Ghost Mile.


Directness in the service of prog

Τhose uninitiated in Voyager’s sound will possibly expect modern progressive metal, sporadically embellished with djent riffs, several pop (though arbitrary this term might be) influences and some dark / atmospheric parts. An important catalyst in the musical reaction named Voyager is Daniel Estrin’s unique and charismatic voice, which can make up a very melodic transmitter, but can also be tested out in more difficult paths. Of course, the musicians around Daniel are highly skilled and technically sufficient, as it is appropriate for a progressive band.

But what is really Ghost Mile about? Considering the comparison with his predecessor, V, as right, a release that advertised and strengthened Voyager’s name in the prog scene, the present release is more straightforward, perhaps even more digestible. Of course, some typical progressive structures embellish this release, such as the title track or some passages in the final As the City Takes the Night.

On the contrary, the catchy pop references are present in the lyrics, which are engraved in the memory of the listener and this is quite obvious in compositions such as Lifeline and This Gentle Earth. What is worth noting and approving, however, is that the mixing of sounds served by Voyager is fresh and vigorously executed by musicians who have not been saturated but show an appetite for recognition. Voyager have managed to acquire a musical identity through Ghost Mile and make their sound recognizable; and this is an element missing from the progressive metal community.

Voyager are talking about the misery and feelings in life that every person is identified with, deep inner lyrics that many progressive bands choose. The narration is done through a few more than the past djent choices of the guitar duo, who offer though a plethora of powerful, metal and progressive riffs that (like most of Ghost Mile material) are imprinted on the primary auditory cerebral cortex. Unfortunately, the lead guitar parts are very limited, a section in which the guitar duo could successfully meet. Additionally, the rhythm section functions like a polished gear with quite interesting bass lines. It would be a significant omission not mentioning the keys and the dark electro-pop atmosphere they sometimes develop, and even in the most remarkable compositions such as What A Wonderful Day and Disconnected. The progressive element is found in the structure of some songs but also in measurements and rhythms. Nevertheless, it is less obvious than what we have been used to in the past, without being renounced or regarded as an accompanying element.

It is likely that you’ll wonder about the often-mentioned pop element. Is it cheesy, remarkable, or does it hold a critical role in the musical outcome? The answer cannot be simple. Yes, partly it could be cheesy; it gives a more commercial tone. Yes, it has a relatively main role in Voyager’s music. No, it is not blameworthy, it is their musical vision. Although Ghost Mile does not have the compositional skill of Haken’s Affinity, however, the 80s pop experiment of the British sounded boring. On the contrary the Australians use it to facilitate the music flow. I consider that Voyager might bring progressive metal to the lounges that rejected it as elitist and incomprehensible.

8 / 10

Meletis Doulgeroglou


2nd opinion


In Ghost Mile, Voyager combine the experience of their previous albums with the inspiration and energy of a new band. Daniel Estrin, with his characteristic and expressive voice quality, gives us an excellent performance, while his playing the keys is the necessary touch of melody that perfectly balances with the heavy riffs and the technical rhythm. The big asset of the band, beyond their charismatic singer, is their compositional approach. Songs short in duration with an implicit air of knowledge of commerciality, while preserving the modern structures of contemporary progressive metal. The modern production -which for many bands can be a weight- is ideally used in this album. Voyager are not innovative but they definitely have their own identity and this alone is a medal. Compositions such as Disconnected, Ascension, Lifeline, As the City Takes the Night are gems and they will definitely stick with the listener.

8 / 10

Tasos Poimenidis

[Self-Released, 2017]

Εισαγωγή: Μελέτης Δουλγκέρογλου
Μετάφραση: Νίκη Νικολακάκη

23 / 05 / 2017

Η αυστραλιανή σκηνή αποτελεί την έκπληξη της δεκαετίας και επιμένει να δίνει το φιλί της ζωής στο ασθμαίνον από πλευράς καινοτομίας και διαφοροποίησης progressive metal, είτε μέσω prog metal σχημάτων όπως οι Caligula’s Horse, οι Voyager και οι Teramaze, είτε μέσω του ακραίου progressive death, όπως οι Ne Obliviscaris, οι Psycroptic και αρκετοί άλλοι. Οι Voyager ανδρωμένοι στο progressive metal για μια δεκαετία κι έχοντας παρακαταθήκη σημαντικές και ενδιαφέρουσες κυκλοφορίες, επανέρχονται με το Ghost Mile.


Η αμεσότητα στην υπηρεσία του progressive

Αρχικά, οι αμύητοι στον ήχο των Voyager θα πρέπει να περιμένουν μοντέρνο progressive metal, διανθισμένο σποραδικά με djent riffs, αρκετές pop (όσο αυθαίρετος κι αν είναι αυτός ο όρος) επιρροές και κάποια σκοτεινά / ατμοσφαιρικά σημεία. Σημαντικός καταλύτης στη μουσική αντίδραση που ονομάζεται Voyager είναι η ιδιαίτερη και χαρισματική φωνή του Daniel Estrin, που μπορεί να αποτελέσει έναν πολύ μελωδικό πομπό, αλλά και να δοκιμασθεί σε πιο δύσκολα μονοπάτια. Φυσικά, οι μουσικοί που πλαισιώνουν τον Daniel είναι ιδιαιτέρως καταρτισμένοι και τεχνικά επαρκέστατοι, όπως αρμόζει σε μια προοδευτική μπάντα.

Τι όμως πραγματικά μας κρύβει το Ghost Mile; Κρίνοντας ορθή τη σύγκριση με τον προπομπό του, το (οι κριτικές μας εδώ), μια κυκλοφορία που διαφήμισε και ενίσχυσε το όνομα των Voyager στο χώρο, η παρούσα κυκλοφορία είναι πιο άμεση, ίσως και πιο βατή. Φυσικά, κάποιες ανορθόδοξες προοδευτικές δομές κοσμούν την παρούσα κυκλοφορία, όπως το ομώνυμο κομμάτι ή και κάποια περάσματα στον επίλογο που ονομάζεται As the City Takes the Night.

Απεναντίας, οι πιασάρικες ποπ αναφορές είναι παρούσες στα κουπλέ τα οποία όμως χαράζονται στη μνήμη του ακροατή και αρκετά πιο επικίνδυνα φανερές σε συνθέσεις όπως τα Lifeline και This Gentle Earth. Το αξιοσημείωτο και επιδοκιμαστικό όμως είναι πως το μείγμα των ήχων που οι Voyager μας σερβίρουν ακούγεται φρέσκο, είναι εκτελεσμένο με σφρίγος από μουσικούς που δεν έχουν κορεσθεί αλλά ορέγονται την αναγνώριση τους. Οι Voyager έχουν καταφέρει και δια μέσου του Ghost Mile να αποκτήσουν μουσική ταυτότητα, να είναι αναγνωρίσιμος ο ήχος τους. Ένα γεγονός από το οποίο πάσχει έντονα η προοδευτική μεταλλική κοινότητα.

Οι Voyager αφηγούνται τη μιζέρια, τη ζωή και τα συναισθήματα που νιώθει κάθε άνθρωπος, εσωτερικοί στίχοι που βέβαια πολλές προοδευτικές μπάντες επιλέγουν. Η αφήγηση γίνεται διαμέσου λίγων παραπάνω από το παρελθόν djent επιλογών του κιθαριστικού διδύμου, το οποίο όμως προσφέρει αφειδώς μια πληθώρα δυνατών, μεταλλικών και προοδευτικών riffs τα οποία (όπως και το περισσότερο υλικό του Ghost Mile) εντυπώνονται στον πρωτεύοντα ακουστικό εγκεφαλικό φλοιό. Δυστυχώς όμως τα lead κιθαριστικά μέρη είναι πολύ περιορισμένα, ένας τομέας στον οποίο θα μπορούσε να ανταποκριθεί επιτυχώς το κιθαριστικό δίδυμο. Επιπροσθέτως, το rhythm section λειτουργεί ως ένα λειασμένο γρανάζι με τις μπασογραμμές να είναι αρκετά ενδιαφέρουσες. Θα ήταν σημαντική παράλειψη η έλλειψη αναφοράς στα πλήκτρα και στην dark electro-pop ατμόσφαιρα που χτίζουν ενίοτε και μάλιστα στις πιο αξιόλογες συνθέσεις What A Wonderful Day και Disconnected. Το προοδευτικό στοιχείο συναντάται στη δομή ορισμένων τραγουδιών αλλά και σε μετρήματα και ρυθμούς, παρόλα αυτά είναι λιγότερο εμφανές από τα όσα μας έχουν συνηθίσει στο παρελθόν, χωρίς όμως να αποκηρύσσεται ή να θεωρηθεί συνοδευτικό στοιχείο.

Είναι πιθανό ο αναγνώστης να αναρωτηθεί σχετικά με το πολλάκις αναφερόμενο pop στοιχείο. Είναι cheesy, είναι αξιοκατάκριτο, κατέχει κομβικό ρόλο στο μουσικό αποτέλεσμα; Η απάντηση δεν είναι λιτή. Ναι, σε σημεία είναι cheesy, δίνει έναν πιο εμπορικό τόνο. Ναι, κατέχει σχετικά κεντρικό ρόλο στη μουσική των Voyager. Όχι, δεν είναι αξιοκατάκριτο, είναι το μουσικό τους όραμα. Παρότι, το Ghost Mile δεν έχει τη συνθετική δεινότητα του Affinity των Haken, εντούτοις το 80s pop πείραμα των Βρετανών ακουγόταν βαρετό, αντίθετα οι Αυστραλοί το χρησιμοποιούν για τη διευκόλυνση της μουσικής ροής. Οι Voyager μπορούν θεωρώ να φέρουν το progressive metal (όσο κι αν δεν είναι η επιτομή του ο παρών δίσκος) σε σαλόνια που το απέρριπταν ως ελιτίστικο και ακατανόητο.

8 / 10

Μελέτης Δουλγκέρογλου


2nd opinion


Στο Ghost Mile οι Voyager συνδυάζουν την εμπειρία των 6 πλέον στουντιακών έργων τους με την έμπνευση και την ενέργεια που θα είχε ένα νεοφερμένο σχήμα. Ο Daniel Estrin με την τόσο χαρακτηριστική και εκφραστική χροιά που διαθέτει, μας χαρίζει μια εξαιρετική ερμηνεία ενώ τα πλήκτρα του ίδιου αποτελούν τις απαραίτητες πινελιές μελωδίας που ισορροπούν απόλυτα με τα βαριά riffs και τους τεχνικούς ρυθμούς. Το μεγάλο ατού της μπάντας, πέραν του χαρισματικού της ερμηνευτή, είναι η συνθετική της προσέγγιση. Μικρά σε διάρκεια κομμάτια με διάχυτο αέρα καλώς εννοούμενης εμπορικότητας, διατηρώντας ταυτόχρονα τις μοντέρνες δομές του σύγχρονου progressive metal. Η μοντέρνα παραγωγή που για πολλές μπάντες αποτελεί βαρίδι χρησιμοποιείται ιδανικά σε αυτό το album. Οι Voyager δεν καινοτομούν αλλά σίγουρα έχουν δική τους ταυτότητα και αυτό  από μόνο του είναι παράσημο. Όπως παράσημα είναι και συνθέσεις σαν τα Disconnected, Ascension,  Lifeline, As the City Takes the Night που σίγουρα θα μείνουν στον ακροατή.

8 / 10

Τάσος Ποιμενίδης

Be the first to comment

Leave a Reply