Vincent Peirani – Living Being

Sorry, this entry is only available in Greek. For the sake of viewer convenience, the content is shown below in the alternative language. You may click the link to switch the active language.

 [ACT Music, 2015]

Layout 1

Εισαγωγή: Δημήτρης Αναστασιάδης
11 / 05 / 2015

Ακορντεόν.  Ένα παρεξηγημένο μουσικό όργανο. Γιατί αν και είναι ευρύτατα διαδεδομένη η χρήση του παγκοσμίως, έχει συνδεθεί με την λαϊκή παράδοση των διαφόρων χωρών κάνοντας ριψοκίνδυνη την χρήση του σε άλλα μουσικά συμφραζόμενα. Κι όμως, προσαρμόστηκε στις σπουδαίες ιστορικές εξελίξεις. Με τα μεγάλα μεταναστευτικά ρεύματα στα μέσα του 19ου αιώνα, όπου πλήθος Ευρωπαίων (ετερόκλητων εθνοτήτων) κατέκλυσαν κάθε γωνιά της αμερικάνικης ηπείρου (αυτό το μοναδικό πολιτισμικό χωνευτήρι) φέρνοντας τους πολιτισμικούς τους κώδικες, τις αξίες τους, τις ελπίδες και τους φόβους τους, αλλά και ένα εύκολα μεταφερόμενο αντικείμενο για να χρωματίζει τις δύσκολες μέρες τους: το ακορντεόν.                                                                                                                                                                 

Ενσωματώθηκε λοιπόν σε μουσικά είδη όπως τα Cajun, Zydeco (δημιουργήθηκαν από Γάλλους κρεολούς που ζούσαν στην Λουιζιάνα) και χρησιμοποιείται ακόμα και σήμερα στην folk και pop μουσική πολλών εθνών (από τη Βραζιλία και την Κολομβία ως τη Βοσνία Ερζεγοβίνη). Δε λείπουν και οι σπουδαίοι ακορντεονίστες της jazz, όπως ο Russ Mesina, o Mat Matthews, ο βιρτουόζος Tony Dannon, ο συγκλονιστικός Leon Rash (ο οποίος έχασε την όραση του στα 8 του χρόνια), ενώ τα παραδείγματα της χρήσης του ακορντεόν στην rock/pop μουσική είναι πολυάριθμα (από τον ιδιοφυή Garth Hudson των the Band ως το Squeeze Box των The Who) και είναι αδύνατο να αναφερθούν όλα εδώ. Αλλά και στον χώρο της προοδευτικής μουσικής τα ονόματα δεν είναι λίγα, προερχόμενα κυρίως από το Rock In Opposition (οι Samla Mammas Manna και ο Lars Holmer, οι Hamster Theatre, οι Panzerprappa, οι Σλοβένοι Begnagrad, οι Komintern κ.ά.).

Η παρουσίαση αυτή αφορά τον προσωπικό δίσκο ενός Γάλλου jazz/fusion ακορντεονίστα. Περίπτωση σπάνια και άκρως ενδιαφέρουσα. 


 

Living pioneer

Ο Vincent Peirani εντάσσεται στη γενεαλογία των σπουδαίων ακορντεονιοστών. O γεννημένος στην Nice της Γαλλίας Peirani αφομοιώνει εντέχνως στοιχεία από φαινομενικά ανόμοιες μουσικές παραδόσεις για να εμπλουτίσει το ιδιαίτερο ιδίωμα της Jazz που ακούμε στο “Living Being”.

Άλλοτε σκοτεινός και πειραματικός, παίζοντας με τις παύσεις και τις δυναμικές (στο εισαγωγικό “Suite en V Pt. 4”, “Some Monk”), άλλοτε σε πιο mainstream μονοπάτια (“On The Heights”) ή σε fusion και prog ξεσπάσματα (“Air Song #2” και στο υπέροχο “Suite en V.Pt. 1”) ακόμα και σε groove όργια (στο πραγματικά αριστουργηματικό “Workin’ Rhythm”), o Peirani είναι ένας εκπληκτικός μουσικός ο οποίος ανασημασιοδοτεί τον ρόλο του οργάνου στην jazz.  Είναι ένας πρωτοπόρος και ως τέτοιος περιδιαβαίνει τα μουσικά σοκάκια κάθε τόπου με το ακούραστο βλέμμα ενός νομάδα. Ως τέτοιος θεωρεί ότι η μουσική είναι μια αδιάσπαστη συνέχεια ηχοχρωμάτων, μια θάλασσα συχνοτήτων και αυτό το νιώθει ο ακροατής. Το νιώθει. Δεν το σκέφτεται. Γιατί το “Living Being” είναι ένας δίσκος (ο έβδομος προσωπικός) από έναν άνθρωπο που ζει και αναπνέει για τη μουσική. Δεν περιορίζεται, δεν περιχαρακώνεται από μουσικές συμβάσεις. Για αυτό τολμά να διασκευάσει το συγκλονιστικό “Dream Brother” του Jeff Buckley και να αφηγηθεί την δική του ιστορία με αυτό. Επίσης, το άλμπουμ περιλαμβάνει και το “Mutinerie” που είναι σύνθεση του Michel Portal και το “On The Heights” του Emile Parisien (σαξόφωνο), η συνεισφορά του οποίου είναι ανεκτίμητη στο “Living Being”.

Ο δίσκος αποτελείται από εννέα συνθέσεις που προσθέτουν το λιθαράκι τους στην jazz παράδοση, από έναν μουσικό που θα μας απασχολήσει έντονα τα επόμενα χρόνια. Όποιος θέλει να ακούσει μια ιδιαίτερη και πρωτότυπη ανάγνωση της jazz (και όχι μόνο) με όχημα το ακορντεόν, ας δεχτεί το κάλεσμα του “Living Being”.

 

8.5 / 10

Δημήτρης Αναστασιάδης

 

From France with love

Και ξεκινάει ένα ατμοσφαιρικό jazz υπόκωφο ταξίδι από τις πρώτες κιόλας νότες δείχνοντας μου από πολύ νωρίς ότι ο γράφων κακώς απαξιώνει -ηθελημένα βέβαια- τη σύγχρονη μουσική παραγωγή, καθώς αν το ψάξει κανείς ιδιαιτέρως θα βρει πραγματικά αξιόλογες προτάσεις σε όλα τα μουσικά ιδιώματα, σε όλα τα είδη.

Ήταν κυριολεκτικά από τις λίγες φορές που δεν με απασχόλησαν οι τίτλοι, η διάρκεια και η εν γένει ταυτότητα των κομματιών, καθώς o δίσκος μπαίνει κι ακούγεται τόσο ευχάριστα, τόσο ανάλαφρα, τόσο άνετα, που πλέον αυτή η τάση που είχα κάποτε να περνάω από ακτινογραφία κάθε νότα, κάθε στοιχείο και κάθε σημείο έχει πλέον φύγει.

Ο Vincent Peirani αποτελεί τα τελευταία χρόνια πολύ δυνατό χαρτί της γαλλικής jazz σκηνής κι εδω με τον επίσης ταλαντούχο σαξοφωνίστα Εmile Parisien δημιουργούν ένα πολύ επιτυχημένο κι άψογα εναρμονισμένο σύνολο με έμφαση στον αυτοσχεδιασμό, θυμίζοντας σε σημεία Herbie Hancock, Chick Corea  κι άλλες μεγάλες μορφές του jazz rock/fusion ήχου των ‘70s. Eννοείται ότι κυρίαρχο ρόλο παίζει το ακορντεόν, αλλά όσοι περιμένουν το tango ντελίριο στυλ Astor Piazzolla καλύτερα να προσανατολιστούν αλλού. H ιστοσελίδα μας αποφάσισε να ασχοληθεί με τη συγκεκριμένη κυκλοφορία ακριβώς επειδή το ύφος του δίσκου κλείνει το μάτι τόσο στο progressive rock όσο και στα είδη που ήδη έχω προαναφέρει. Επίσης, μου έκανε θετική εντύπωση η έλλειψη ατελείωτων solos ακορντεόν, αλλά κι άλλων οργάνων πράγματα που κυριάρχησαν δηλαδή στο παρελθόν κι από τα οποία πλέον δεν νομίζω ότι «τσιμπάει» ο κόσμος. Ναι μεν αυτοσχεδιασμός κι αποφυγή ένταξης σε νόρμες και κανόνες, αλλά δεν κουράζει ο Peirani και η μπάντα του.

Αυτό που μου έκανε εντύπωση είναι ότι οι μελωδίες και οι γραμμές που είναι παιγμένες από το ακορντεόν θα μπορούσαν κάλλιστα να είναι παιγμένες από πιάνο, κιθάρα, σαξόφωνο κι οποιοδήποτε άλλο μελωδικό μουσικό όργανο. Άρα αυτό αποδεικνύει ότι ο Peirani δεν φέρνει τη μουσική στο όργανό του, αλλά αντιθέτως φέρνει το όργανο στη μουσική που του αρέσει, βάζει δηλαδή το ακορντεόν μέσα στο fusion και κάνει άλλο ένα fusion στο ήδη υπάρχον.

Αν σας μπέρδεψα αξίζει όντως να ασχοληθείτε με το “Living Being”. Προσωπικά θεωρώ ότι η 70’s χροιά που επιτηδευμένα έχει ο δίσκος τόσο ηχητικά όσο και από άποψη ενορχήστρωσης δεν θα αφήσει ασυγκίνητους τους φίλους του είδους… 

Υ.Γ. Πάντως προσωπικά αυτό που με κέρδισε περισσότερο ήταν ο ήχος και οι μελωδίες των πλήκτρων, παρά το ακορντεόν…

 

8 / 10

Γιώργος Τσοποτός