Trioscapes – Digital Dream Sequence

Sorry, this entry is only available in Greek. For the sake of viewer convenience, the content is shown below in the alternative language. You may click the link to switch the active language.

 [Metal Blade, 2014]

Trioscapes - Digital Dream Sequence

Εισαγωγή:  Δημήτρης Καλτσάς
28 / 09 / 2014

 

Το πειραματικό πεδίο της σύγχρονης προοδευτικής μουσικής συγκεντρώνει το ενδιαφέρον σεβαστού και συνεχώς αυξανόμενου τμήματος του αντίστοιχου ακροατηρίου και όχι μόνο. Περιέργως (ή και καθόλου), όλο και περισσότερες μπάντες με ιδιαίτερο και μη συμβατικό ήχο και παίξιμο εμφανίζονται σε διάφορες περιοχές του πλανήτη και ίσως είναι αυτή ακριβώς η σημαντικότητα της ύπαρξής τους και της ερευνητικής φύσης της μουσικής τους που τους «επιστρέφει» ανταπόκριση σε μια εποχή που πλέον «έχουν παιχτεί τα πάντα» μπλα μπλα μπλα…

Οι Trioscapes σχηματίστηκαν το καλοκαίρι του 2011 όταν ο μπασίστας Dan Briggs (Between Τhe Buried And Me) βρέθηκε με  τον σαξοφωνίστα / φλαουτίστα Walter Fancourt (Casual Curious, Brand New Life) και τον ντράμερ Matt Lynch (Eyris) για να δουλέψουν μαζί σε μία εκτέλεση του μεγαλειώδους “Celestial Terrestrial Commuters” των Mahavishnu Orchestra με την προοπτική να επεξεργαστούν μαζί μερικές πρωτότυπες ιδέες και να παίξουν ζωντανά μία και μόνο φορά. Μετά τις πρόβες αποφάσισαν να σχηματίσουν κανονική μπάντα και την πρώτη εβδομάδα του Οκτωβρίου του 2012 ηχογράφησαν το πρώτο τους άλμπουμ. Το “Separate Realities” των Trioscapes κυκλοφόρησε στις 8 Μαΐου του ίδιου έτους από τη Metal Blade (ελέω Between Τhe Buried And Me βέβαια) και εξέπληξε θετικά κοινό και κριτικούς με την απίστευτη ενέργεια και τη λιτή, αλλά και ηχητικά γεμάτη ενορχήστρωση του εντυπωσιακά δημιουργικού fusion / prog trio.

Το “Digital Dream Sequence” έρχεται ως φυσική συνέχεια ενός εξαιρετικού ντεμπούτου με την μπάντα να καλείται να εκμεταλλευτεί το αδιαμφισβήτητο momentum της και να ανταποκριθεί στις πολύ υψηλές προσδοκίες που δημιούργησε το ντεμπούτο.


Thrash In Opposition  

Οι Trioscapes δημιουργήθηκαν από τους Dan Briggs, Walter Fancour και Matt Lynch το 2011 και τους γνωρίσαμε ένα χρόνο μετά, μέσα από το πρώτο τους άλμπουμ με τίτλο “Separate Realities” από τη Metal Blade, η οποία εκπλήσσει ευχάριστα τον τελευταίο καιρό κάνοντας ξεκάθαρο άνοιγμα στον προοδευτικό χώρο της μουσικής. Στην τωρινή τους κυκλοφορία, με όπλο μία απίστευτη σε όγκο και καθαρότητα παραγωγή, ακούγονται πιο δεμένοι ως μπάντα κινούμενοι στα ίδια προοδευτικά μονοπάτια.

Είναι πραγματική πρόκληση το να αποδώσει κανείς μουσική ταμπέλα στο μουσικό εγχείρημα του συγκροτήματος. Το πιο εύκολο (και αρκετά σωστό πάντως) για κάποιον είναι να ονομάσει αυτό που ακούει fusion, όμως προσωπικά πιστεύω ότι αυτό δεν είναι αρκετό, όταν έχεις να κάνεις με μία μπάντα που κινείται σε progressive, jazz, post-rock, ενίοτε και space φόρμες, αποτελείται από μπάσο, σαξόφωνο, τύμπανα, εκτελεί τις συνθέσεις της με metal θράσος και attitude και ταυτόχρονα διάθεση για αχαλίνωτο πειραματισμό.

Οι πέντε συνθέσεις του άλμπουμ, έντονα heavy και πολύπλοκες στη δομή, απαιτούν αρκετές ακροάσεις ώστε: α) να ξεπεράσει κανείς το σοκ του «τι ακούω τώρα;», ειδικά όταν μιλάμε για έναν ακροατή όχι εξοικειωμένο με τέτοιου είδους ακραία ακούσματα και β) να καταλάβει κάποιος «προς τα πού πάει η δουλειά»…

To σαξόφωνο με τις έντονες RIO / avant-garde επιρροές στο παίξιμο έχει κυρίαρχο ρόλο στα βασικά θέματα των συνθέσεων. Ο Walter Fancourt χρησιμοποιεί τα pedals και τα special effects για τα πνευστά με τρόπο παρόμοιο με αυτόν του Omar Rodriguez-Lopez για την κιθάρα. Όταν δε, πιάσει το φλάουτο, προσφέρει στιγμές 70’s prog φρασεολογίας – μαγείας, όπως εκείνη στο θριαμβευτικό κλείσιμο του “From The Earth To The Moon”. Ο Dan Briggs χρησιμοποιεί το πεντάχορδο μπάσο του σαν Chapman Stick, άλλοτε ριφφάρει ανηλεώς λες και παίζει σε άλμπουμ των Korn, και άλλοτε σολάρει, κάνοντας οποιονδήποτε κιθαρίστα να αισθανθεί μειονεκτικά. Στα drums, ο Matt Lynch, μία μίξη του Phil Collins των Brand X και του Dave Lombardo, απλά σκοτώνει. Με λίγα λόγια, η μπάντα αντί για Trioscapes άνετα θα μπορούσε να λέγεται και Threesome.

Μοναδικό μειονέκτημα του όλου εγχειρήματος είναι πως, λόγω πολυπλοκότητας και πειραματισμού σε κάποια σημεία μπορεί να σε κουράσει. Αγαπημένη στιγμή στο δίσκο είναι σίγουρα το “The Jungle”, το οποίο διασχίζει τη ζούγκλα του progressive rock με εισαγωγή και κλείσιμο να αποτελούν άμεση αναφορά και φόρο τιμής ταυτόχρονα στους King Crimson των 80’s. Καθόλου δεν υστερούν σε αξία τα “Digital Dream Sequence”, με τη δαιδαλώδη εισαγωγή-ξέσπασμα,το οποίο καταλήγει σταδιακά σε minimal space μοτίβο όπως και το “From The Earth To The Moon”, που θυμίζει σύμπραξη King Crimson και Soft Machine όχι στα 70’s,αλλά την εποχή του post-rock.

Οι Trioscapes στο νέο τους άλμπουμ εκτελούν και καταδικάζουν, παίζουν με το μυαλό και προκαλούν τον δείκτη ευφυίας. Συστήνεται ανεπιφύλακτα.

8 / 10

Ηλίας Γουμάγιας

  Το prog / fusion του μέλλοντός μας  

Αν και απαιτούνται αρκετές ακροάσεις για την ολοκληρωμένη αποκωδικοποίηση του “Digital Dream Sequence”, αυτό που γίνεται σαφές εξαρχής είναι ότι το δεύτερο άλμπουμ των Trioscapes αποτελεί άμεση συνέχεια του “Separate Realities”, χωρίς όμως την παραμικρή υποψία επανάληψης. Εξάλλου, είναι ηλίου φαεινότερο ότι η μπάντα κατέβαλε κάθε προσπάθεια να ξεπεράσει σε συνθετικό και τεχνικό επίπεδο το ντεμπούτο και να ικανοποιήσει τις προσδοκίες των όσων (όχι λίγων) έχουν κερδίσει το ενδιαφέρον.

Η συνέχιση της συνεργασίας της μπάντας με τον Jamie King αποδείχθηκε σοφή επιλογή (εκτός σοβαρότατου απροόπτου τα συγχαρητήρια πηγαίνουν στον ηγέτη Dan Briggs). Ο έμπειρος King (έχει συνεργαστεί μεταξύ άλλων με τους: Electric Wizard, Cro-Mags, The Contortionist, The Human Abstract, Canvas Solaris, Devin Townsend, Scale The Summit και φυσικά τους Between Τhe Buried And Me) εκσυγχρόνισε γενναία τον ήχο της μπάντας, προσδίδοντάς του όγκο και στιβαρότητα, στοιχεία που λειτούργησαν θριαμβευτικά υπέρ των Trioscapes, παρά το ότι ο ήχος αυτός, θεωρητικά τουλάχιστον, δεν ταιριάζει στη μουσική που παίζουν και κυρίως στην έντονη jazz πλευρά της. Η ερμηνεία αυτής της παραδοξότητας βρίσκεται στο ύφος και την εκτελεστική ορμή των Τrioscapes. Αν και επί της ουσίας δεν υπάρχουν metal στοιχεία στη μουσική τους, η επιθετικότητα του παιξίματος κυρίως των Briggs και Lynch ξεφεύγει από τα fusion στεγανά και έχει τις ρίζες της στην εκτός Trioscapes δραστηριότητα των δύο μουσικών.

Η πρωτοτυπία και το καινούργιο στοιχείο στη μουσική της μπάντας βρίσκεται στην αύξηση των avant-prog και 80s King Crismon στοιχείων εξώκοσμου, ολοκληρωτικού prog στο fusion περιβάλλον, με τον jamming χαρακτήρα πότε να εντείνεται φαινομενικά από τα χαώδη επιθετικά ανοίγματα και πότε να τιθασεύεται με τη συνθετική ακρίβεια και τη γενική (ευχάριστη) απουσία jazz «χαλαρότητας». Σε αυτό το αποτέλεσμα συνέβαλαν τα μετρημένα αλλά καθοριστικά ηλεκτρονικά σημεία του Lynch, το ιδιοφυές παίξιμο του Fancourt και ο εκφραστικός πλουραλισμός του Briggs που ακυρώνει κάθε σκέψη για την απουσία κιθάρας.

Ένα στοιχείο που εντυπωσιάζει στο συγκεκριμένο album είναι η ασταμάτητη ροή των πέντε κομματιών που έχουν ως κοινό στοιχείο τον επιθετικό -«πιάσιμο απ’ τα μούτρα»- χαρακτήρα. Από το θεσπέσιο ομώνυμο fusion κομμάτι με τον urban groove χαρακτήρα και τo space κλείσιμο, μέχρι το “The Jungle”, ένα ιδανικό encore που κλείνει τον δίσκο με τρόπο ανάλογο του τίτλου του, το “Digital Dream Sequence” έχει τη μορφή ενός περιπετειώδους ταξιδιού. Στο “Stab Wounds”, το “hit” του δίσκου (τα 3:49 του έχουν ισόποση πλοκή με δισκογραφίες κάποιων-κάποιων) και στο epic “From The Earth To The Moon”, ίσως την πιο προσβάσιμη στιγμή του album, ακούγεται και το φλάουτο του Fancourt, προσδίδοντας ατμoσφαιρικότητα και μελωδία στο μακελειό που επιτυγχάνουν οι τρεις σπουδαίοι μουσικοί. Το “Hysteria” που ακολουθεί είναι πιθανότατα το πιο Canterbury-ζον κομμάτι, μια τέλεια προετοιμασία για το “The Jungle” εν είδει RIO / avant-prog σπαζοκεφαλιάς, ως αμιγές προϊόν ατελείωτου jamming, λίγο πριν ξεκινήσουν οι απότομες μεταβολές ρυθμού και ύφους στο progressive jazz magnum opus της μπάντας.

Το “Digital Dream Sequence” αποτελεί άξιο διάδοχο και άμεση συνέχεια του “Separate Realities”. Δεν απευθύνεται σε όλους και με αυτό οι Trioscapes δε φιλοδοξούν να εκμαιεύσουν θετικά σχόλια από κανέναν εκτός του fusion / prog, προκαλώντας τους πάντες με την πρωτότυπη (και όχι και τόσο φιλική στο αυτί) πειραματική προσέγγισή τους. Έχω την υποψία πως είναι ικανοί να μας χαρίσουν ένα αριστούργημα στο εγγύς μέλλον. Μέχρι τότε, το παρόν αποτελεί μία ιδανική πρόταση για όλους όσους αρέσκονται σε ακομπλεξάριστες προοδευτικές περιπέτειες.

8 / 10

Δημήτρης Καλτσάς