The Tronosonic Experience – The Shadow Vol. IΙ

Sorry, this entry is only available in Greek.

[Apollon Records, 2022]

Intro: Dimitris Kaltsas

What would you prefer? A double album or two separate releases? If you think about it, the answer is not as easy as it might seem at first. The main reason that this year’s The Shadow by The Tronosonic Experience was released in two separate volumes was probably the fact that the entire material would not fit on one CD. The untimely passing of bassist and founding member Per Harald Ottesen may also have played a role, as these are the quartet’s last recordings with the lineup that hadn’t changed since the first record. The covers of the two releases have the same concept with a variation in colors and spotting any differences is an interesting task. Vol. I had us excited (check our reviews here). What about Vol. II?

[bandcamp width=100% height=120 album=459774694 size=large bgcol=ffffff linkcol=0687f5 tracklist=false artwork=small]


The same, in a different way

Listening to Volumes I and II of The Shadow in a row, it’s impossible to tell that these are two separate records. And it makes sense. A band split the sessions that resulted in a set of tracks into two records, right? Right, probably. The fact that this band is purely instrumental makes any differentiation even less likely. Especially when we talk about The Tronosonic Experience who, although Norwegian, although jazz/prog and Norwegian, do not like to indulge in endless experimentation. Their style is tight and dynamic, full of riffs and solos aiming to groove and develop the themes rather than escape from them.

However, it is worth trying is to listen to the two records separately a few times. Even if the original goal was indeed a single release, the separation of the material into the two volumes is not that random.

Vol. II starts off with Undertow (Slight Return), a brief introductory reference to the final track of Vol. I, before The Shadow of the New Praetorian kicks in, which is the closest to a title track of the two albums and at the same time this is the band’s longest track to date and the first over 10 minutes. Here the band departs for the first time from the pattern faithfully followed up to this point. The great heavy riff explodes redeemingly after two minutes of built anticipation. Per Harald Ottesen’s amazing dynamic phrasing and Jan Inge Nilsen’s slick drumming provide the ideal environment for the development of Øyvind Nypan’s guitar solo which is one of the band’s absolute highlights, when rhythm changes lead to the gradual delivery to an almost discordant setting before the final explosion with Ole Jørgen Bardal’s sax leading to the triumphant end.

Supernova is the calm after and perhaps before a new storm, with the background evoking drown situations, before the somewhat enigmatic jazz melody at the end. A masterpiece of simplicity that brings you to the edge of your seat. Beehive‘s opening riff lives up to the prediction and the typical Tronosonic Experience groove restores sonic order, before Bardal and Nypan’s heavy jazz/prog solo which is another brilliant moment.

Chiaroscuro is something of a farewell to the late great Per Harald Ottesen. His bassline is the foundation of the last composition of the record, a gentle ending that acquires a more ambient version in Dunes, with which an enjoyable listen is completed.

In summary, The Shadow Vol. II is a worthy continuation of the first part, with more adventurous parts and the bond of the four musicians being a guarantee for success. If I were forced to compare the two parts, I might prefer Vol. II a bit more. However, The Shadow is a single experience and overall the best The Tronosonic Experience has given us to date.

8 / 10

Dimitris Kaltsas


2nd opinion


The intro Undertow (Slight Return) acts as a link between the two volumes. It’s hard enough to write 12+ minutes of instrumental music and manage to keep the same tension every second of the way. The Shadow of the New Praetorian is one such accomplishment. Nightmarish and incredibly technical at the same time, with the saxophone themes sounding heavy and mournful, creating a doom feeling.

Beehive is a classic moment of the band, i.e. extroverted jazz / prog that flows beautifully. Definitely my least favorite on the album, but that doesn’t mean it’s bad. On the contrary. Especially the second half is impressive.

However, Supenova and Chiaroscuro are significantly different since they are soft jazz compositions, mellow and atmospheric, almost hypnotic. Ciaroscuro is an Italian term that describes the sharp contrasts of a painting. The bright and the dark. In this terminology if the first part of The Shadow is the light then the second part is the dark. These two compositions sonically tend towards the classic Norwegian jazz composers.

Objectively the two parts of The Shadow are on roughly the same level. But I believe darkness won out over light in this case, and in the future I will listen to the second volume more.

8 / 10

Petros Papadogiannis

[Apollon Records, 2022]

Εισαγωγή: Δημήτρης Καλτσάς

Τι προτιμά κανείς; Ένα διπλό album ή δύο ξεχωριστές κυκλοφορίες; Αν το καλοσκεφτεί κανείς, η απάντηση δεν είναι τόσο εύκολη, όπως ίσως φαντάζει αρχικά. Πιθανότατα ο κύριος λόγος που το φετινό The Shadow των Tronosonic Experience βγήκε σε δύο ξεχωριστά volumes οφείλεται απλά στο ότι χρονικά δεν θα χωρούσε ολόκληρο το υλικό σε ένα cd. O θλιβερός πρόωρος χαμός του μπασίστα και ιδρυτικού μέλους Per Harald Ottesen ίσως να έπαιξε κι αυτός κάποιο ρόλο, καθώς αυτές είναι οι τελευταίες ηχογραφήσεις του κουαρτέτου με το lineup που δεν είχε αλλάξει από τον πρώτο δίσκο. Τα εξώφυλλα των δύο κυκλοφοριών έχουν το ίδιο concept με μία παραλλαγή στα χρώματα και οι όποιες διαφορές αποτελούν ενδιαφέρον task. Το Vol. I μας είχε ενθουσιάσει (οι κριτικές μας εδώ). Ισχύει το ίδιο για το Vol. II;

[bandcamp width=100% height=120 album=459774694 size=large bgcol=ffffff linkcol=0687f5 tracklist=false artwork=small]


Το ίδιο, αλλά με διαφορετικό τρόπο

Ακούγοντας τα Volumes I και II του The Shadow στη σειρά, είναι αδύνατο να διακρίνει κανείς ότι αυτοί είναι δύο ξεχωριστοί δίσκοι. Και είναι λογικό. Μία μπάντα χώρισε τα sessions που κατέληξαν σε ένα σύνολο κομματιών σε δύο δίσκους, σωστά; Σωστά, κατά πάσα πιθανότητα. Το γεγονός ότι η μπάντα αυτή είναι αμιγώς instrumental κάνει την οποιαδήποτε διαφοροποίηση ακόμα λιγότερο πιθανή. Ειδικά δε, όταν μιλάμε για τους Tronosonic Experience που αν και Νορβηγοί, αν και jazz/prog Νορβηγοί, δεν αρέσκονται στο να ενδίδουν σε ατέρμονους πειραματισμούς. Το παίξιμό τους είναι σφιχτοδεμένο και δυναμικό, γεμάτο riffs και solos με στόχο το groove και την ανάπτυξη των θεμάτων και όχι την διαφυγή από αυτά.

Αυτό όμως που αξίζει να δοκιμάσει κανείς είναι να ακούσει μερικές φορές ξεχωριστά τους δύο δίσκους. Ακόμα κι αν όντως αρχικός στόχος ήταν να είναι υλικό μιας ενιαίας κυκλοφορίας, ο διαχωρισμός του υλικού στα δύο volumes δεν είναι τόσο (ή καθόλου) τυχαίος.

Το Vol. II ξεκινάει με το Undertow (Slight Return), μία σύντομη εισαγωγική αναφορά στο τελευταίο κομμάτι του Vol. I, πριν το The Shadow of the New Praetorian, που είναι ό,τι πιο κοντινό σε ομώνυμο κομμάτι των δύο δίσκων και ταυτόχρονα το μεγαλύτερο σε διάρκεια κομμάτι της μπάντας μέχρι σήμερα και πρώτο άνω των 10 λεπτών. Εδώ η μπάντα αφήνεται για πρώτη φορά από το πρότυπο που έδειχνε να ακολουθεί πιστά μέχρι αυτό το σημείο. Το υπέροχο βαρύ riff έρχεται λυτρωτικά μετά από δύο λεπτά αδημονίας. Το καταπληκτικό δυναμικό φρασάριμα του μακαρίτη Per Harald Ottesen και το γλαφυρό drumming του Jan Inge Nilsen αποτελούν το ιδανικό περιβάλλον για την ανάπτυξη του κιθαριστικού solo του Øyvind Nypan που αποτελεί μία από τις κορυφαίες στιγμές της μπάντας, όταν το παιχνίδι με τον ρυθμό οδηγεί στη σταδιακή παράδοση σε σχεδόν δυσαρμονικό περιβάλλον πριν την τελική έκρηξη με το σαξόφωνο του Ole Jørgen Bardal να οδηγεί στο θριαμβευτικό τέλος.

Το Supernova είναι η ηρεμία μετά και ίσως πριν μία νέα καταιγίδα, με το υπόβαθρο να παραπέμπει σε drown καταστάσεις, πριν την τρόπο τινά αινιγματική jazz μελωδία στο τέλους. Ένα αριστούργημα λιτότητας που σε φέρνει στην άκρη του καθίσματός σου. Το riff του Beehive δικαιώνει την πρόβλεψη και το τυπικό groove των Tronosonic Experience επαναφέρει την ηχητική τάξη, πριν το heavy jazz/prog solo των Bardal και Nypan που είναι άλλη μία λαμπρή στιγμή.

Το Chiaroscuro είναι κάτι σαν ο δέων αποχαιρετισμός στον σπουδαίο Per Harald Ottesen. Η μπασογραμμή του δίνει την έναρξη στην τελευταία σύνθεση του δίσκου, μία ήπια κατάληξη που αποκτά μία πιο ambient εκδοχή στο Dunes, με το οποίο ολοκληρώνεται μία απολαυστική ακρόαση.  

Συνοψίζοντας, το The Shadow Vol. II είναι μία αντάξια συνέχεια του πρώτου μέρους, με πιο περιπετειώδη μέρη και το δέσιμο των τεσσάρων μουσικών να αποτελεί εγγύηση για την επιτυχία. Αν ήμουν υποχρεωμένος να συγκρίνω τα δύο μέρη, ίσως θα προτιμούσα λίγο παραπάνω αυτό, αλλά ας μη γελιόμαστε, το The Shadow είναι μία ενιαία εμπειρία και συνολικά ό,τι καλύτερο μας έχουν δώσει οι Tronosonic Experience μέχρι σήμερα.

8 / 10

Δημήτρης Καλτσάς


2η γνώμη


Το εισαγωγικό Undertow (Slight Return) λειτουργεί ως συνδετικός κρίκος των δύο The Shadow. Είναι αρκετά δύσκολο να γράψεις 12 και πλέον λεπτά instrumental μουσικής και να καταφέρεις να κρατήσεις την ίδια ένταση σε κάθε δευτερόλεπτο της ακρόασης. Το The Shadow of the New Praetorian αποτελεί ένα τέτοιο κατόρθωμα. Ταυτόχρονα εφιαλτικό και απίστευτα τεχνικό, οι μουσικοί φαίνεται να βρίσκονται μεταξύ τους με κλειστά μάτια. Τα θέματα του σαξοφώνου ακούγονται βαριά και πένθιμα, δημιουργούν μία doom αίσθηση.

Το Beehive είναι μία κλασική στιγμή της μπάντας, δηλαδή εξωστρεφές jazz / prog που ρέει όμορφα. Σίγουρα το λιγότερο αγαπημένο μου στο άλμπουμ, χωρίς όμως να σημαίνει ότι είναι κακό. Κάθε άλλο. Ειδικά από τη μέση του και μετά είναι εντυπωσιακό.

Ωστόσο, τα Supenova και Chiaroscuro διαφοροποιούνται σημαντικά μιας και πρόκειται για ήπιες jazz συνθέσεις, μειλίχιες και ατμοσφαιρικές, σχεδόν υπνωτικές. Ciaroscuro είναι ένας ιταλικός όρος που περιγράφει στη ζωγραφική τις έντονες αντιθέσεις ενός πίνακα. Τις φωτεινές και τις σκοτεινές. Με αυτή την ορολογία αν το πρώτο μέρος του The Shadow είναι το φωτεινό τότε το δεύτερο μέρος είναι το σκοτεινό. Οι δύο αυτές συνθέσεις τείνουν ηχητικά προς τους κλασικούς Νορβηγούς jazz συνθέτες.

Αντικειμενικά τα δύο μέρη του The Shadow βρίσκονται στο ίδιο περίπου επίπεδο. Πιστεύω όμως ότι το σκοτάδι κέρδισε το φως σε αυτή την περίπτωση και στο μέλλον θα αναζητήσω περισσότερο τη συντροφιά του δεύτερου μέρους.

8 / 10

Πέτρος Παπαδογιάννης