2014: παρελθοντικοί όροι

Από τον Δημήτρη Καλτσά

14 / 01 / 2015

 

Η συνολική εικόνα του 2014 με βάση τις rock μουσικές κυκλοφορίες δεν διέφερε σημαντικά από τη γενική εντύπωση που είχε σχηματιστεί κατά τα πρόσφατα έτη. Σε μία εποχή στην οποία ευδοκιμούν οι μικρές δισκογραφικές, η DIY νοοτροπία δεν αφορά μόνο τον underground χώρο και οι ανεξάρτητες παραγωγές υπερβαίνουν πλέον κατά πολύ το αξιοπρεπές επίπεδο, η καλλιτεχνική ελευθερία είναι φανερά αυξημένη. Έτσι, εκτός του μερικού επαναπροσδιορισμού του εμπορικού στοιχείου, αυτή η συνθήκη άνοιξε το παράθυρο στον πειραματισμό, αν και σε πολλές περιπτώσεις η επιλογή δημιουργικού πεδίου εξακολουθεί, δυστυχώς, να οδηγεί στην «ασφάλεια» μουσικών υποειδών και τον αυτοπεριορισμό σε συνταγογραφημένες φόρμες και μη πρωτότυπες μίξεις.      

Τα νέα συγκροτήματα που εντυπωσίασαν ήταν και πάλι πολλά, συνεχίζοντας τη μικρή παράδοση των τελευταίων ετών με τα πολύ δυναμικά ντεμπούτα. Αυτό που μου έλειψε -ίσως εντονότερα σε σχέση με τα τελευταία χρόνια- ήταν η μεγάλη ποικιλία ειδών μεταξύ των κορυφαίων δίσκων της χρονιάς, καθώς και έστω ένα απόλυτο αριστούργημα. Το κοινό στοιχείο που κυριαρχεί και συνδέει περισσότερα από αυτά τα albums είναι το vintage ή ρετρό στοιχείο ή έστω η βαθιά επιρροή από μουσικά ρεύματα όπως συνέβησαν και όπως αποτυπώθηκαν στα χρόνια που ακολούθησαν μέχρι σήμερα. Όπως είναι γνωστό, το progressive rock διανύει μία δεύτερη νιότη και με την άνοδο του ψυχεδελικού, space, folk και 70s heavy rock, καθώς και του αναλογικού ηλεκτρονικού ήχου, το vintage, αλλά και πιο σύγχρονο στοιχείο εντός αυτών των ορίων κυριάρχησε ποιοτικά και το 2014. Το καινούργιο έρχεται από το παρελθόν, είτε άδοξα περιορισμένο σε μία εποχική τάση, είτε αποτελώντας σημείο των καιρών. Μια απόδειξη της κυκλικής πορείας της ιστορίας ή της αναγκαιότητας για ευφυή υβριδισμό ως μόνης κίνησης προς τα εμπρός. Κοιτάζοντας ξανά τις διακριθείσες κυκλοφορίες του 2014, διαπιστώνει κανείς ότι ανεξάρτητα της όποιας μονομέρειας ή της έκτασης ισχύος της παραπάνω διατύπωσης, η κατάσταση δεν είναι καθόλου δυσάρεστη και οι εκπλήξεις ουκ ολίγες, ακόμα και μεταξύ των κορυφαίων albums της χρονιάς.

Η ψυχεδέλεια, στην κλασική ή πιο motorik μορφή της, και η αναλογική acid ηλεκτρονική μουσική βρίσκονται σε περίοδο ακμής, έχοντας συχνά ελεύθερο πειραματικό ή/και προοδευτικό χαρακτήρα. Οι δίσκοι των Goat, Colour Haze, Gong, Electric Orange, Cosmic Ground, Node, Radar Men From The Moon, Verma, Black Bombaim, Space Debris, Seven That Spells, My Brother The Wind, Sleepy Sun και φυσικά των Ελλήνων Lemonade Influence αρκούν για να το αποδείξουν.

Οι κυκλοφορίες στο χώρο του fusion μπορεί να μην ήταν τόσο πολλές, αλλά αυτές που διακρίθηκαν ήταν πολύ ιδιαίτερες. Χαρακτηριστικά παραδείγματα αποτελούν τα albums των ελπιδοφόρων Tauk, των νεωτεριστών Mammoth, των «εξωγήινων» Marbin, το πειραματικό “The F Stands Four” των απρόβλεπτων Mister F και το “Uchi Naru Koe Ni Kaiki Seyo” των θρυλικών Kenso. Στο χώρο της πιο καθαρής -αλλά, ομοίως, κυρίαρχα πειραματικής- jazz ξεχώρισε δίχως αμφιβολία το καταπληκτικό “Mehliana: Taming the Dragon” των Brad Mehldau & Mark Guiliana, που σήμανε το ξεκίνημα μιας συνεργασίας γιγάντων που ελπίζουμε να συνεχιστεί.

Ένα από τα πιο ευχάριστα, αν και μάλλον αναμενόμενα, γεγονότα του 2014 ήταν η δυναμική επάνοδος του avant-prog/RΙΟ με κυκλοφορίες που ξεπερνούν κατά πολύ τα στενά όρια του ιδιώματος. Εκτός από τα αριστουργηματικά albums των Aranis, Ut Gret, Happy Family και Atomic Ape, η δυναμική επιστροφή των θρυλικών Univers Zero με το “Phosphorescent Dreams” (κλικ), το αρκετά jazzy ντεμπούτο των Άγγλων Blue-Eyed Hawk και το εντυπωσιακό “Viens des Quatre Vents” των Masal του Jean-Paul Prat είναι αδύνατο να περάσουν απαρατήρητα.  

Μέσα στην πληθώρα (κυρίως αδιάφορων) progressive metal κυκλοφοριών υπήρξαν μερικές λαμπρές εξαιρέσεις. Το “Horizons” των Anubis Gate (κλικ), το “Chain Reaction“ των Distorted Harmony (κλικ), το απρόσμενα εντυπωσιακό “In A Mirror Darkly” των γερόλυκων Mekong Delta (κλικ) και κυρίως το “Esoteric Symbolism” των Teramaze (κλικ) έλαμψαν τη χρονιά που πέρασε. Το ακόμα πιο ευχάριστο είναι οι πολλές αξιόλογες κυκλοφορίες από την ελληνική σκηνή στο συγκεκριμένο είδος. Οι δίσκοι των Agnosia, Psycrence, Mother Of Millions (πιο εναλλακτικά) και φυσικά των Need (αναλυτικότερα παρακάτω) εντυπωσίασαν μοιράζοντας ελπίδες για το μέλλον. Γενικότερα, οι κυκλοφορίες από ελληνικές μπάντες που ξεχώρισαν ήταν ίσως περισσότερες απ’ ό,τι είχαμε συνηθίσει τα τελευταία χρόνια. Εκτός των προαναφερθέντων, οι Hail Spirit Noir, οι Aenaon, οι Spiralmaze, οι Tuber και οι Lizardia μας απασχόλησαν απόλυτα δικαιολογημένα, ανεβάζοντας τον πήχη σε διεθνή επίπεδα.

Ακολουθεί η αντίστροφη μέτρηση των 20 μεγαλύτερων προσωπικών αδυναμιών από το 2014, όπως αυτές αποτυπώθηκαν πριν ολοκληρωθεί το έτος. Κυκλοφορίες που θα μπορούσαν άνετα να βρίσκονται εντός λίστας ήταν οι φετινοί δίσκοι των: Tim Bowness, Dream The Electric Sleep, Tune, Palefeather, Blue-Eyed Hawk, Teramaze.


 

  1. Black Bombaim – Far Out

Black Bombaim – Far OutΤο τρίο από την Πορτογαλία είχε προκαλέσει θετικά σχόλια άμα τη εμφανίσει του το 2009. Τρία albums μετά, το 2014 ανεβαίνουν απότομα επίπεδο με το “Far Out”. Η φόρμα των δύο πολύ μεγάλων κομματιών ακολουθείται κι εδώ, ο jamming χαρακτήρας διατηρείται κυρίαρχος, η χαοτικότητα μειώθηκε και έδωσε χώρο σε πιο στιβαρές στιγμές με συνθετικό βάρος και ένα groove που σπανίζει γενικά είναι αυτό που κάνει την ειδοποιό διαφορά. Το psychedelic / space / prog rock συνδυάζεται ιδανικά με το heavy stoner (κυρίως Colour Haze) σε ένα ηχητικό αποτέλεσμα που καταφέρνει να πείσει με άνεση τους λάτρεις όλων αυτών των ήχων. Το “Africa II” είναι ένα από τα καλύτερα κομμάτια της χρονιάς και το “Far Out” είναι πολύ παραπάνω από ό,τι καλύτερο έχουν κάνει οι Black Bombaim, οι οποίοι ενσαρκώνουν τα όνειρα τριών συμμαθητών που κάποτε ξεκίνησαν να ακούν μουσική μαζί.

                                                          

  1. Cosmic Ground Cosmic Ground

Cosmic GroundΟ Dirk Jan Müller (ιδρυτικό μέλος και ηγέτης των Electric Orange) μας είχε εντυπωσιάσει με το πειστικό krautrock παίξιμό του στα πλήκτρα. Αυτό εδώ όμως είναι κάτι ομολογουμένως πιο σπάνιο στις μέρες μας. Ηχοτοπικά ο Müller φαίνεται να επενδύει πολύ στη σκοτεινή πλευρά και το κάνει με επιτυχία, με τα «λυτρωτικά» σημεία, τις ήπιες εκρήξεις, τα στοιχεία Floyd-ικής ψυχεδελικής «ερημικότητας» καθώς και όλους τους φυσικούς ήχους που χρησιμοποιήθηκαν να δένουν άψογα στο εγκεφαλικότατο αποτέλεσμα. Τα «χαλιά» από mellotron και οι μελωδίες στο Rhodes piano ανακυκλώνονται εξελικτικά μορφούμενα σε μία αμιγώς kraut μετρικότητα. Εδώ η μουσική δεν κάνει το παραμικρό βήμα μπροστά, αλλά ένα γενναίο άλμα προς τα πίσω, σε απόλυτα αναλογικό περιβάλλον και σε φόρμες που -διάβολε- δεν ξεπεράστηκαν ποτέ.

    

  1. Trioscapes – Digital Dream Sequence

Trioscapes - Digital Dream SequenceΤο δεύτερο album των Trioscapes δεν απευθύνεται σε όλους και με αυτό οι Trioscapes δε φιλοδοξούν να εκμαιεύσουν θετικά σχόλια από κανέναν εκτός του prog / fusion, προκαλώντας τους πάντες με την πρωτότυπη (και όχι και τόσο φιλική στο αυτί) πειραματική προσέγγισή τους. Η πρωτοτυπία και το καινούργιο στοιχείο στη μουσική της μπάντας βρίσκεται στην αύξηση των avant-prog και 80s King Crismon στοιχείων εξώκοσμου, ολοκληρωτικού prog στο fusion περιβάλλον, με τον jamming χαρακτήρα πότε να εντείνεται φαινομενικά από τα χαώδη επιθετικά ανοίγματα και πότε να τιθασεύεται με τη συνθετική ακρίβεια και τη γενική (ευχάριστη) απουσία jazz «χαλαρότητας». Σε αυτό το αποτέλεσμα συνέβαλαν τα μετρημένα αλλά καθοριστικά ηλεκτρονικά σημεία του Lynch, το ιδιοφυές παίξιμο του Fancourt και ο εκφραστικός πλουραλισμός του Briggs που ακυρώνει κάθε σκέψη για την απουσία κιθάρας.

                                                      

  1. Need – ORVAM (A Song For Home)

need-orvamΣε ένα είδος όπως το progressive metal, που περνά μια παρατεταμένη κρίση παραμένοντας ένα απαιτητικό είδος που σήμερα φαίνεται κορεσμένο, οι εξαιρέσεις του 2014 μας έδωσαν μεγάλη χαρά, γιατί μεταξύ των κορυφαίων κυκλοφοριών παγκόσμια ήταν το τρίτο album των Need. H πρόδηλα σκοτεινή ατμόσφαιρα και το υψηλό συνθετικό επίπεδο αποτελούν βασικά στοιχεία του “ORVAM”, με απόλυτη ισορροπία μεταξύ progressive και metal και συναρπαστική εκτελεστικότητα από όλα τα μέλη. Τα κομμάτια έχουν ανεξάρτητο χαρακτήρα όντας το ένα άμεση συνέχεια του άλλου, συναποτελώντας έτσι ένα υποδειγματικό concept album, με τον δέοντα συναισθηματισμό και μια τραχύτητα, όπου απαιτείται. Το όμώνυμο κομμάτι κλείνει το δίσκο ως ιδανικό encore και δικαιότατα ανήκει στα καλύτερα κομμάτια της χρονιάς. H ελληνική progressive σκηνή έχει πλέον αρχίσει να δικαιώνει το θεωρητικά υψηλό της επίπεδο. Το “ORVAM” δημιούργησε ήδη πολλές προσδοκίες για το μέλλον και το επόμενο album των Need θα το περιμένουν πώς και πώς πολλοί οπαδοί του προοδευτικού ήχου παγκόσμια και αυτό είναι παραπάνω από μια σπουδαία κατάκτηση.

                                                      

  1. Steve Rothery – The Ghosts Of Pripyat

Steve Rothery - The Ghosts Of PripyatΌταν μετά από 31 χρόνια δισκογραφικής πορείας με τους Marillion ο Steve Rothery ανακοίνωσε την κυκλοφορία του πρώτου προσωπικού του album, ήταν βέβαιο σε όσους γνωρίζουν καλά τον σπουδαίο μουσικό ότι το αποτέλεσμα δε θα απογοήτευε. Αυτό, όμως, που πιθανότατα δεν περίμεναν πολλοί ήταν ότι το “The Ghosts Of Pripyat” θα κέρδιζε σε τόσο μεγάλο βαθμό τις εντυπώσεις, όντας 100% ορχηστρικό, μελωδικό, «απλωμένο» και χωρίς να «εκβιάζει» το σύμπαν των οπαδών των Marillion, διαφοροποιούμενο προς ποικίλες μουσικές κατευθύνσεις. Είναι φανερό ότι ο Rothery ήθελε να κυκλοφορήσει υλικό του που (ένα μεγάλο κομμάτι του) ξεφεύγει από τον βαρύ χαρακτήρα της μπάντας του και έπραξε σοφά. Οι συμμετοχές των φίλων Steve Hackett και Steven Wilson προσέδωσαν ποικιλία στα κιθαροκρατούμενα κομμάτια, συμβάλλοντας σημαντικά σε μερικές κορυφώσεις που αποτυπώνονται σε κάθε ακρόαση (κυρίως ο κ. Hackett που βρίσκεται σε μόνιμη φόρμα από το 1971). Η εικονοπλαστική δύναμη των κομματιών και το μαγικό άγγιγμα του Rothery στη Stratocaster του παραπέμπουν φυσικά στον πρώτο διδάξαντα αυτού του στυλ (κλικ) και στην υπερμπάντα του, που φέτος μας τρόλαρε δυνατά με το “The Endless River”.

                                                          

  1. Clearlight Impressionist Symphony

Clearlight-Impressionist-SymphonyΣε μια εποχή που αναβιώνουν μεγάλες prog μπάντες των 70s με αφορμή τη γενική ακμή του είδους σήμερα, τα σχετικά αποτελέσματα το 2014 ήταν κυρίως απογοητευτικά (Amon Düül II, Caravan, Colosseum, Curved Air, Strawbs, Yes, Ian Anderson). Εκτός των Gong όμως, το album των Clearlight του Cyrille Verdeaux ξέφυγε από το λογικά αναμενόμενο. Η επέτειος των 40 ετών από το θρυλικό “Clearlight Symphony” σήμανε τη συμμετοχή και πάλι των Tim Blake, Steve Hillage και Didier Malherbe και φυσικά αυτό επηρέασε σημαντικά την απόδοση των εκπληκτικών συνθέσεων του Verdeaux. Το “Impressionist Symphony” είναι ένα από τα κορυφαία συμφωνικά prog album των τελευταίων ετών και κερδίζει με άνεση μια θέση στο βάθρο των 20 κυκλοφοριών των Clearlight. Πριν λίγες ημέρες ο ίδιος ο Verdeaux μου εξομολογήθηκε πως αυτός ήταν ο τελευταίος δίσκος της μπάντας, κλείνοντας μία ιστορική πορεία 40 ετών με μία σπάνια μεγαλειώδη έξοδο που δε θα ξεχάσουμε ποτέ.

                                                      

  1. Lapis LazuliAlien/Abra Cadaver

Lapis LazuliΣτο album των απολαυστικών Lapis Lazuli οι βασικές συνθέσεις είναι δύο και ίσως ριψοκίνδυνα διαφορετικές στη δομή και το ύφος τους. Αυτό που πριν το “Alien / Abra Cadaver” φαινόταν σαν άγνοια κινδύνου, στο συγκεκριμένο album ακούγεται ως σχηματοποιημένο, πολυποίκιλο ύφος με τον παραγωγικό πειραματισμό να έχει κάνει το θαύμα του και πάλι στο Canterbury. Το “Alien” είναι μία σουίτα 38μιση λεπτών, που θα μπορούσε ανετότατα να ήταν το magnum opus μιας 70s μπάντας του Canterbury. Οι αιχμηρές κιθαριστικές μελωδίες συχνά απαντώνται φραστικά από σαξόφωνο και τρομπέτα, με τα πλήκτρα να μεταβάλλουν το περιβάλλον σε διακυμάνσεις μεταξύ Canterbury-flavored fusion και space / psych-prog. Το 25λεπτο “Abra Cadaver” είναι ενιαίο με σαφώς πιο έντονο jamming χαρακτήρα. Εδώ η συνθετική αυστηρότητα είναι μειωμένη, αλλά όχι και η απόδοση της μπάντας, που επενδύει στο βασικό της πλεονέκτημα. Ξεκινώντας από έντονο latin rock, η αγγλική ψυχεδέλεια και η βαλκανική folk αναμιγνύονται ιδανικά (υπάρχει και ελληνικό χρώμα εδώ), ενώ οι δόσεις world music αυξάνονται και η Βalkan folk δίνει τη θέση της σε ινδιάνικη παραδοσιακή μουσική. Progressive rock, psychedelia, space rock, world music, folk (από 3 ηπείρους), latin, ethnic, jazz fusion, afrobeat, carnival music, swing jazz… Δύσκολο να το πιστέψεις, όντως. Κι όμως…

                                                      

  1. Robert Plant & The Sensational Space Shifters – Lullaby Αnd… The Ceaseless Roar

Robert_Plant_Lullaby_and_the_Ceaseless_Roar_coverΤο μεγαλύτερο παράδοξο της σύγχρονης εποχής δεν είναι το ότι νέοι μουσικοί δημιουργούν με παρελθοντικούς όρους, αλλά ότι σε κάποιες μεμονωμένες περιπτώσεις το πραγματικά καινούργιο έρχεται από καλλιτέχνες που εκπροσωπούν το παρελθόν αυτό. Το φετινό album του αιώνιου Robert Plant είναι εμπνευσμένο από τη σχέση του με την τραγουδίστρια και πρώην συνεργάτιδά του Patty Griffin, την απώλεια και την πολιτισμική απομόνωσή του στο Texas. Η εσωστρέφεια και ο έντονα προσωπικός χαρακτήρας είναι κυρίαρχα, εκφρασμένα σε ένα συγκρουσιακό μουσικό περιβάλλον μεταξύ των δύο ακτών του Ατλαντικού, με στιγμές γνώριμα Βρετανικές και πειραματικά Αμερικανικές. Ο ερωτισμός έχει πλέον άρωμα ώριμου ρομαντισμού και ο μυστικισμός είναι και πάλι παρών, χωρίς όμως να χρησιμοποιείται κάποια παλιά συνταγή. Οι καταπληκτικοί Sensational Space Shifters είναι η πλέον κατάλληλη μπάντα για τον κορυφαίο τραγουδιστή, που δεν αρκείται στην αναλλοίωτη πανάκριβη φωνή του ούτε σε δάφνες του παρελθόντος. Όταν ένας 66χρονος δείχνει το δρόμο προς το μέλλον, ποιος έχει ανάγκη τους Led Zeppelin το 2014;

                                                      

  1. Burnt Belief – Etymology

Burnt Belief - EtymologyΗ δισκογραφική επιστροφή του project των Jon Durant και Colin Edwin ήταν πολύ περισσότερο από εντυπωσιακή. Αυτό που επιχειρήθηκε πολλάκις στα 90s φαίνεται να πραγματώνεται πλήρως στο “Etymology”. Η ατμοσφαιρική απόδοση μουσικής συναφούς με την παράδοση (folk/ethnic/world) γίνεται χωρίς το rock ή το jazz-fusion δίχτυ ασφαλείας και με πειραματικό χαρακτήρα. Τα κομμάτια ακούγονται ομόρριζα πατώντας και στους δύο κόσμους, χωρίς τη χρήση δομικών στερεότυπων και με την υποψία γνώριμης ψυχεδέλειας (90s Porcupine Tree) να καραδοκεί σταθερά. Η επιτηδευμένα «στεγνή» ενορχήστρωση αφήνει στο επίκεντρο την ατμοσφαιρικότητα, που χτίζεται με λιτή jazz/fusion, ambient ή ethnic και new-age στα όρια του space. Η βαθιά συνθετική εγκεφαλικότητα και οι «ασηπτικές συνθήκες» που οφείλονται κυρίως στην παραγωγή και το ακαδημαϊκό, πολυποίκιλο παίξιμο του Durant, αντιτίθενται μερικώς στο jazzy / space-prog groove του Edwin, συνθέτοντας μια εικόνα ιδιοφυούς δίπολου. Το “Etymology” είναι ένα εξόχως εγκεφαλικό, «χαλαρό» άκουσμα με πολλούς αποδέκτες που μεγαλώνει σε κάθε ακρόαση, επιβεβαιώνοντας την αρχική υποψία.

                                                      

  1. Motorpsycho Behind The Sun

behind-the-sunΟ 19ος δίσκος των ζωντανών θρύλων από τη Νορβηγία δεν επιφύλασσε καμία έκπληξη: η μπάντα βρίσκεται σε παρατεταμένο δημιουργικό οργασμό, ειδικά κατά τη δεκαετία που διανύουμε, δίνοντάς μας τέταρτο συνεχόμενο album απαράμιλλου κάλλους. Το “Behind The Sun” είναι άτυπο sequel του “Still Life with Eggplant” [2013], καταφέρνοντας αντί μια συλλογή από leftovers των ίδιων jam sessions να ξεπερνά τον προκάτοχό του και μάλιστα με σχετική άνεση. Το heavy psych-prog με το κυρίαρχο Motorpsycho jamming πνεύμα αναδεικνύει τις συνθέσεις με πολύ ζωντανό (one take) feel, ζεστό, απελευθερωμένο από άγχη και τολμηρά vintage με τρόπο που λίγοι τολμούν και ελάχιστοι επιτυγχάνουν (να τα λέμε…). Όλοι τους είναι εξαιρετικοί, αλλά νομίζω πως αξίζει ιδιαίτερη μνεία στον σπουδαίο Kenneth Kapstad, το drumming του οποίου κάνει την μπάντα να «ίπταται». Οι συνέχειες τoυ “Hell” μέχρι το “Part 7” που κλείνει το δίσκο (εύχομαι να εκατοστήσουν τα μέρη του) έχουν απροσδόκητη πλοκή με βάση το κέντρο του ελεύθερου χαρακτήρα των Motorpsycho, ενώ τα “Cloudwalker” και “Kvæstor” προστίθενται στον μακρύ κατάλογο επών της μπάντας. Στη Νορβηγία συμβαίνουν θαύματα τα τελευταία χρόνια και οι παλαιότεροι και σημαιοφόροι αυτής της νέας σκηνής είναι αυτοί οι κύριοι από το Trondheim.

                                                      

  1. Mastodon – Once More ‘Round The Sun

Mastodon 2014Το έκτο album της τελευταίας (πιο πρόσφατης) τεράστιας μπάντας ήρθε μάλλον ξαφνικά και καρφώθηκε στις playlists πολλών εξ ημών, απλούστατα γιατί η αγαπημένη τρελοτετράδα από την όμορφη Atlanta (GO HAWKS!) τα κατάφερε και πάλι. Συνεχίζοντας να ακολουθούν τη δομή των μικρών αυτόνομων κομματιών που παρουσίασαν στο αριστουργηματικό “The Hunter”, έδωσαν μεγαλύτερο βάρος στα σόλο και το αποτέλεσμα ήταν και πάλι περιπετειώδες και όχι άμεσα εύληπτο. Σπάνια διαμάντια της σκληρής μουσικής, όπως τα “Ember City” και “High Road” αποδεικνύουν με την πρώτη ακρόαση γιατί οι Mastodon θεωρούνται το πιο «καυτό» metal group στον πλανήτη. Κι αυτό, γιατί δεν είναι απλώς πολύ μεγάλη μπάντα, αλλά και μία από τις ελάχιστες που καταφέρνουν να γράφουν σπουδαία κομμάτια χωρίς να υποκύπτουν σε υφολογικές εκπτώσεις. Με οδηγό ένα καταιγιστικό riff και με κλειδί το groovy ρεφραίν, το “Motherload” στοίχειωσε το 2014 και δίχασε με το πανέμορφο video clip του (δικαίωμα σε όσους έχουν συνειδησιακές τύψεις και βαφτίζουν τον συντηρητισμό ως αντισεξισμό…). Κι όλα αυτά με ένα album που δεν είναι καν το καλύτερο (ούτε 2ο καλύτερο) του συγκροτήματος. Ζωντανά, εξακολουθούν να είναι σχεδόν χάλια.

                                                      

  1. Atomic Ape Swarm

Atomic Ape - SwarmΟ άνθρωπος-κλειδί εδώ είναι ο Jason Schimmel, ο εξαιρετικός κιθαρίστας από την California, ο οποίος είναι επίσης συνθέτης, ενορχηστρωτής, ηχολήπτης, παραγωγός, και όλα τα υπόλοιπα (είναι γνωστός αθεόφοβος multi-instrumentalist και εκτός όλων των μορφών κιθάρας, παίζει μεταξύ άλλων: μπάσο, οτιδήποτε με πλήκτρα, banjo, sitar, μαντολίνο, βιμπράφωνο, μπουζούκι, λαούτο, πάρα πολλά κρουστά, ενώ χρησιμοποιεί τη φωνή του κάνοντας ΚΑΙ beatbox). Φέροντας την κληρονομία των Estradasphere, των Secret Chiefs 3 και των Orange Tulip Conspiracy, οι Atomic Ape ήρθαν ως φυσική συνέχεια, όντας ένα ακόμα πιο φιλόδοξο εγχείρημα (συνολικά συμμετέχουν 26 μουσικοί!). Έχοντας ως βασικό χαρακτηριστικό την πρωτοφανή ισορροπία jazz και κλασσικής μουσικής με την παραδοσιακή μουσική (κυρίως) από τα Βαλκάνια και αρκετά gypsy και latin στοιχεία και όλα αυτά υπό το άγρυπνο βλέμμα και το αναπόδραστο χιούμορ του θείου Frank, το ντεμπούτο τους, “Swarm” ήταν ένα από τα καλύτερα δείγματα RIO των τελευταίων ετών. Συνοπτικά, το αποτέλεσμα κινείται προς prog / fusion, oriental, swing και avant-prog, αλλά χωρίς στεγανά, το οποίο εκτείνεται προς surf-rock, προς klezmer-jazz ή οπουδήποτε ενδιάμεσα (!), διατηρώντας όμως σταθερά μία ιδιάζουσα κινηματογραφική instrumental αφηγηματικότητα.

                                                      

  1. Seven Impale – City Of The Sun

Seven Impale - City Of The SunΟι Seven Impale από το Bergen της Νορβηγίας εμφανίστηκαν εντός ενός ήδη διαμορφωμένου φιλοπροοδευτικού κλίματος ή ακόμα καλύτερα μιας ήδη υπάρχουσας σκηνής με underground υπόβαθρο και δεν αποτελούν μία εξεζητημένη εξαίρεση και -το σημαντικότερο- δεν φέρουν ίχνη καημού και μισαλλοδοξίας. Το καλοδουλεμένο full-length ντεμπούτο τους τους έβαλε ήδη στην πρώτη γραμμή του σύγχρονου νορβηγικού prog, ξεχωρίζοντας για το δέσιμο, τη φρεσκάδα, τον δυναμισμό, τη γνησιότητα και την ειλικρίνεια των προθέσεων των έξι νεαρών που συνλειτουργούσαν ως μέλη ενός σώματος. Οι έντονες επιρροές από τους King Crimson και Van τους Der Graaf Generator είναι πλήρως αφομοιωμένες, ενώ τα υψίφωνα, καθαρά prog, μελωδικά και λυρικά φωνητικά προσδίδουν μία ιδιαίτερη θεατρικότητα και οι heavy εκρήξεις αγγίζουν το metal, σε μελωδίες και μέτρα χαρακτηριστικά του avant-prog με jazz αυτοσχεδιασμούς. Παρά την ποικιλία ειδών και τον πλούτο μελωδιών, το “City Of The Sun” είναι μία ακατάπαυστη progressive επίθεση με μεταβολές ύφους που γοητεύουν για το επίπεδο, τον απρόβλεπτο χαρακτήρα και τη φυσική ροπή της μπάντας σε prog epics. Νορβηγία δηλαδή…

                                                      

  1. Happy Family Minimal Gods

Happy Family - Minimal GodsΗ αντισυμβατικότητα, οι δύστροπες φράσεις και ο ιδιαίτερος πειραματισμός που φτάνει στα όρια εκφραστικής ακρότητας, συχνά με αποκαλυπτική πρόθεση προοδευτικής σκληροπυρηνικότητας συναντώνται σε όλο το εύρος της ιαπωνικής prog σκηνής και ιδιαίτερα, όπως είναι λογικό, στον avant-prog κλάδο. Οι Happy Family είναι ένας από τους σημαντικότερους εκπροσώπους της μετά 70s ιαπωνικής προοδευτικής σκηνής, κατακτώντας μια θέση ανάμεσα στα κλασικά avant-prog σχήματα με τα υπέροχα “Happy Family” [1995] και “Toscco” [1997]. Δεκαεπτά ολόκληρα χρόνια μετά, το κουαρτέτο επέστρεψε με το “Minimal Gods” και οι διαφορές είναι σαφείς. Η μουσική τους έχει σκληρύνει (κι άλλο) και τα ανέκαθεν προσφιλή τους heavy περάσματα απέκτησαν πρωταγωνιστικό ρόλο, μπαίνοντας και σε αμιγώς metal χωράφια, χωρίς όμως να εγκαταλείπουν τα βασικά συστατικά του ήχου τους. Βασισμένοι σε καταιγιστικά Fripp-οειδή riffs και απότομες μεταβολές ρυθμών, οι τέσσερίς τους συμβάλλουν εξίσου δίνοντας την εντύπωση μαζικής επίθεσης. Οι Happy Family ένωσαν τις κυριότερες επιρροές τους σε ένα αποτέλεσμα όπου συνδυάζεται ισόποσα η πειραματική φιλοσοφία των King Crimson με το RIO των Univers Zero και φυσικά το zeuhl των Magma. Το “Minimal Gods” είναι βαρύ, σκληρό, πυκνό, δύσπεπτο, απότομο, προκλητικό και «ανθρωποδιωκτικό» από πρόθεση, με φράσεις που έχουν μεγάλο εκτόπισμα. Δίσκος για λίγους και τυχερούς.

                                                      

  1. Ut GretAncestorsTale

Ut Gret - Ancestor's TaleΑναζητώντας λογική και ερμηνεία πίσω από μία αναπάντεχη ευχάριστη έκπληξη μερικές φορές χρειάζεται να πάει κανείς πολύ πίσω. Η μπάντα του Joee Conroy που ξεκίνησε ως παράσταση τέχνης και ελεύθερου πειραματισμού με αυτοσχέδια όργανα, ενώ η μουσική στηριζόταν στο avant-garde ως εκφραστικό στοιχείο με free jazz κώδικα, εξελίχθηκε ασταμάτητα στα 30 χρόνια από την ίδρυσή της. Η μίξη του progressive rock με διάφορα «ασυνήθιστα» (όπως περιγράφουν οι ίδιοι) οδήγησε σε μία μορφή αρκετά εγκεφαλικού RIO, όπου το χιούμορ ισορροπεί σχεδόν ανεξήγητα με το (ημι)πομπώδες ίδιον του προοδευτικού rock κλάδου. Κι όλα αυτά με το αυστηρό και (θα ανέμενε κανείς) ξενέρωτα συγκεκριμένο στοιχείο να κερδίζει παραδόξως τις εντυπώσεις, εκφρασμένο με δυναμικό χαρακτήρα και πλουραλιστική ενορχήστρωση στο σημείο τομής του avant-prog με το Canterbury, εκεί όπου η Zappa χαλαρότητα ισορροπεί ιδανικά με τη συμφωνική απολυτότητα. Κι όμως, ναι. Το ανέλπιστα εντυπωσιακό “Ancestors’ Tale” ήρθε για να μας καταπλήξει και να επιβεβαιώσει πως σε ένα μουσικό είδος όπως το progressive rock 30 και βάλε χρόνια ιστορίας δεν είναι αρκετά για να δημιουργήσουν έστω μία βάσιμη υποψία. Αναζητώντας τη λογική πίσω από μία αναπάντεχη ευχάριστη έκπληξη, συμπεραίνει κανείς πως μερικές φορές αυτή απλώς απουσιάζει. Ευτυχώς.

                                                       

  1. Blues Pills – Blues Pills

ArtΑυτό δεν είναι απλώς αψεγάδιαστο vintage rock. Είναι το καλύτερο δείγμα από ευθύ rock με blues βάση εδώ και πολλά χρόνια. Στο τόσο ειλικρινές και παθιασμένο ντεμπούτο των Blues Pills συνοψίζεται η μαγεία της απλότητας, ένα στοιχείο που λείπει σε μεγάλο βαθμό τα τελευταία χρόνια από τη rock δισκογραφία. Ενώ σε πολλά υποείδη, κυρίως αυτά με πειραματικές προεκτάσεις, οι διακριθείσες κυκλοφορίες είναι πολλές, δεν ισχύει το ίδιο για την πρωτόλεια και απλούστερη μορφή του rock. Ακούγοντας το album των Blues Pills ο πρώτος συνειρμός είναι η εκκωφαντική απουσία ανταγωνιστή σε τέτοιο επίπεδο αμεσότητας. Τα 10 κομμάτια αποτελούν ένα ομοιογενές σύνολο και οι συνθέσεις εκπλήσσουν με την ενέργειά τους. Οι blues μελωδίες, το άλλοτε «χαλασμένα» και άλλοτε Blackmore-ικά σόλο του Dorian Sorriaux, η επιλεγμένη απλότητα στη μερική κορύφωση σε κάθε τέλος και η αποφυγή υπερβολών ενισχύουν την προσβασιμότητα, με τη φωνή της Elin Larsson να ακούγεται αληθινή, εξομολογητική και πικραμένη και όχι υπερβολική ή εύκολα σαγηνευτική. Ποιος δεν την πιστεύει;

                                                          

  1. TuataraUnderworld

Tuatara - UnderworldΗ επιστροφή της -σήμερα επταμελούς- χαρούμενης παρέας με το “Underworld” ήταν πιθανότατα η μεγαλύτερη και πιο ευχάριστη έκπληξη στο 2014. Mετά από επτά albums και σιγή πέντε ετών, η όγδοη κυκλοφορία του πειραματικού supergroup των Barret Martin, Peter Buck, Justin Harwood, Skerik και DJ Megman με την προσθήκη του Mike McCready των Pearl Jam, έχει όλα εκείνα τα χαρακτηριστικά που τους ξεχώρισαν εξαρχής στη συνείδηση των ακροατών του cinematic world / fusion από τα 90s και -χωρίς καμία υπερβολή- πολλά παραπάνω. Οι ίδιοι προσδιορίζουν τη μουσική τους ως “instrumental soundscape” και η περιγραφή είναι ασαφής όσο και ορθή. Tα ορχηστρικά ηχοτοπία των Tuatara στο κυρίαρχα κινηματογραφικό, πειραματικό και εξόχως μινιμαλιστικό “Underworld” παραπέμπουν σε έναν πολυπολιτισμικό τελετουργικό χαρακτήρα. Rock, jazz, world music, (βορειο)αμερικανική folk, afro, blues και latin είναι εντυπωσιακά ευδιάκριτα στην κυρίαρχα κινηματογραφική και πειραματική μουσική των Tuatara και τα 20 αυτοτελή και ασυνεχή μεταξύ τους κομμάτια, το soundtrack κατακερματισμένων σκηνών μιας ταινίας που σκηνοθετείται σε κάθε ακρόαση.

                                                      

  1. Aranis Made In Belgium ΙΙ

Aranis - Made in Belgium 2(2)Κρίνοντας από πρώτο μέρος, το “Made In Belgium II” ήταν βέβαιο πως θα εντυπωσίαζε, αλλά εδώ οι Φλαμανδοί τα παραέκαναν. Οι press release αναφορές σε βαλκανική Klezmer-punk και 100% desert tango από τις Βρυξέλλες ίσως τελικά να μην ήταν ακριβώς αστείο. Πλήκτρα, ακορντεόν, φλάουτο, βιολί, κλασσική κιθάρα, ακόμα και το κοντραμπάσο του σπουδαίου Joris Vanvinckenroye έχουν εξίσου πρωταγωνιστικό ρόλο, ερωταποκρινόμενα, επιτιθέμενα μαζικά ή συνυφαίνοντας μελωδικά νέφη. Το χιούμορ είναι έντονο και αιχμηρό και τα φωνητικά προσθέτουν μυστήριο στον λυρισμό των Aranis. Η σκοτεινή ατμόσφαιρα και οι κλιμακούμενες εντάσεις κορυφώνονται σε ατόφιο rock παίξιμο, καθώς η εικονοπλαστική ισχύς της μουσικής των Aranis υπερισχύει των πάντων. Το τελικό αποτέλεσμα, σκοτεινό, δύστροπο και δαιδαλώδες ακούγεται ως η ιδανική επένδυση μουσικής δωματίου για (δυνητικά extravagant) θέατρο τρόμου, κυρίως χάρη στην ασταμάτητη ροή των κομματιών. Με το “Made In Belgium II” ορίζεται ένα επίπεδο που χωρά μόνο τους ίδιους του Aranis, στην κορυφή της σύγχρονης chamber music και στο πάνθεον του πιο απαιτητικού RIO.

                                                        

  1. AgusaHögtid

AgusaΕδώ και χρόνια η κατάσταση στα μουσικά πράγματα της Σκανδιναβίας μυρίζει μπαρούτι. Το κυριότερο χαρακτηριστικό στην όλη κατάσταση είναι ότι αυτή η άνθιση οφείλεται κατά κύριο λόγο στην underground σκηνή και τις εσωτερικές εκρήξεις εντός της. Με αφετηρία το πρωτόλειο prog-folk των Kama Loka, η μουσική των Σουηδών Agusa δημιουργήθηκε στο ομώνυμο δάσος. Εκεί το prog folk και το psych-prog αντίστοιχα των Σουηδών «πατέρων» Kebnekajse και Panta Rei συνασπίστηκαν με επιρροές από τον αφρό του progressive rock και Krautrock των 70s, με κυριότερες ίσως τους Focus και τους Amon Düül ΙΙ. Το “Högtid” είναι ένα κυρίως instrumental, αριστουργηματικό αποτέλεσμα που μουσικά δεν έχει καμία σχέση με οτιδήποτε μετά το 1974. Οι ρυθμοί είναι ως επί το πλείστον αργοί και ο γνώριμος 70s σκανδιναβικός τελετουργικός χαρακτήρας είναι παρών, ενώ οι βασικές μελωδίες σπανίζουν, αφήνοντας τον jam χαρακτήρα με ασταμάτητη ροή να πρωταγωνιστεί υπό την κυριαρχία του Hammond που αφήνει στην κιθάρα ένα μεγάλο κομμάτι των μελωδιών. Το “Högtid” αποτελεί σημείο των καιρών μας και θρίαμβο του σύγχρονου underground.

                                                            

  1. MessengerIllusory Blues

Messenger - Illusory BluesΗ αλήθεια πίσω από τις νότες και τους στίχους των Messenger είναι (παραδόξως ίσως) σχετικά απλή και αυτό ίσως κάνει την επιλογή των κατάλληλων λέξεων λίγο πιο δύσκολη. Το “Illusory Blues” δεν είναι ρετρό, αλλά αποτελεί άμεση συνέχεια της psych / prog / folk ιστορίας σχεδόν μισού αιώνα στην Αγγλία. Οι μελωδίες που αυτομάτως δίνουν την εντύπωση του κλασικού και η βρετανικότατη prog αφηγηματικότητα εντυπωσιάζουν εξίσου σε όλα τα κομμάτια, κυρίως χάρη σε αυτή την ιδιοφυή μεταβολή της ισορροπίας μεταξύ των στοιχείων psych, prog και folk, τα οποία συνυπάρχουν παντού. Το δυσθεώρητα υψηλό συνθετικό επίπεδο, η εκφραστική ευθύτητα, η παντελής απουσία άγχους και η «εκνευριστική» ευκολία με την οποία επιτυγχάνεται η συναισθηματική ταύτιση δημιουργών και ακροατών σπάνια συναντώνται στις μέρες μας. Η απλότητα και η ειλικρίνεια, που εντυπωσιάζουν από την αρχή μέχρι το τέλος στο δίσκο των Messenger εκτιμώνται δεόντως, όταν σε κάθε ακρόαση γίνεται ξανά και ξανά η διαπίστωση της γενικής σπανιότητάς τους. Η παραδοξότητα των καιρών μας είναι συναρπαστική. Το κορυφαίο album μιας χρονιάς μπορεί να είναι ντεμπούτο και να προέρχεται από μία prsych-prog μπάντα μουσικών με προϋπηρεσία στο ακραίο metal. Άψογα.

                                                      

Be the first to comment

Leave a Reply