Αrcane – Known/Learned

Sorry, this entry is only available in Greek. For the sake of viewer convenience, the content is shown below in the alternative language. You may click the link to switch the active language.

 [Sensory Records, 2015]

Arcane - Known-Learned

Εισαγωγή: Δημήτρης Καλτσάς
27 / 02 / 2015

Η σύγχρονη προοδευτική σκηνή της Αυστραλίας δεν αποτελεί πλέον μυστικό και προνόμιο ελαχίστων τυχερών. Έχοντας ως βάση το crossover/alt-prog, πολλά πλέον συγκροτήματα “from down unda” έχουν κάνει περισσότερο από αισθητή την παρουσία τους στον παγκόσμιο μουσικό χάρτη. Οι Karnivool, Dead Letter Circus, The Butterfly Effect, Voyager, Hibernal, Ne Obliviscaris, Breaking Orbit, The Third Ending, Alarum, Unitopia, Anubis, Tangled Thoughts Of Leaving, Cog, Mammal, Cydonia, Pirate και φυσικά οι Caligula’s Horse δεν αποτελούν κομμάτια ενός υποτιμήσιμου συνόλου. Ειδικά οι τελευταίοι μας συνεπήραν με το πανέμορφο ντεμπούτο τους το 2011 και εκτός του κιθαριστικού μεγαλείου του Sam Vallen, σημαντικό ρόλο σε αυτό έπαιξε φυσικά η φωνή του Jim Grey, ο οποίος ήταν ήδη τραγουδιστής σε μία μπάντα αδίκως άγνωστη εκτός Ωκεανίας.

Οι Arcane εδράζουν στο Brisbane της Αυστραλίας όπου και σχηματίστηκαν στις αρχές των 00s ακολουθώντας μια πορεία κατ’ ουσίαν προοδευτική, χωρίς να ταυτίζονται απόλυτα με κανένα από τα prog παρακλάδια. Prog metal κυρίως, heavy prog, alt-prog, με πολλή μελωδία, έντονη αφηγηματικότητα και πλήρη αδιαφορία για cliché και ευκολίες παντός είδους, οι Arcane ντεμπούταραν με το “Ashes” το 2007 και εντυπωσίασαν με το “Chronicles Of The Waking Dream” το 2009. Έξι ολόκληρα χρόνια μετά, το “Known/Learned” έρχεται ως ανταμοιβή για τη μακρά απουσία τους με πάνω από δύο ώρες μουσικής. Η Λίλα και ο Γιάννης αναλύουν μία ακόμα ευχάριστη έκπληξη, αν πρόκειται περί έκπληξης…


 

Άλλη μια έκπληξη από Αυστραλία!

Όσοι γνωρίζετε την μπάντα, καλό θα ήταν να ξεχάσετε ό,τι  είχατε ακούσει από παλαιότερες δουλειές της και να ακούσετε το “Known/Learned” χωρίς προκαταλήψεις. Όσοι πάλι δε γνωρίζετε, είστε τυχεροί… Παρότι η μεγάλη διάρκεια του διπλού αυτού album (γύρω στα 130 λεπτά!) μπορεί να είναι αποτρεπτική, αξίζει τον κόπο. Κι αυτό, γιατί οι Arcane παρέδωσαν έναν καλοπαιγμένο δίσκο γεμάτο μελωδικότητα και συναίσθημα, με πλούσιο υλικό που μπορεί να ικανοποιήσει το απαιτητικό προοδευτικό κοινό.

Οπαδοί των Opeth, Sieges Even, Dream Theater, Pain of Salvation, Karnivool, A Perfect Circle, Soen και Muse θα βρείτε εδώ πολλά αγαπημένα σας στοιχεία. Πρόκειται για έναν concept διπλό δίσκο, ένα «γλυκόπικρο τραγούδι αγάπης για τη ζωή», όπως λέει και το συγκρότημα, που πραγματεύεται τη σχέση μεταξύ πατέρας και κόρης και απαιτεί αφοσιωμένους ακροατές. Παρά την ενιαία θεματολογία θα συμβούλευα αρχικά να ακούσετε ξεχωριστά τους δίσκους, καθώς στέκονται αυτόνομα, χωρίς να χάνεται κάτι.

Η πρώτη εντύπωση που αφήνει η ακρόαση των δίσκων είναι ότι πρόκειται για μια καλή δουλειά, ή καλύτερα για μια πολύ καλή δουλειά, χωρίς όμως να πρόκειται για κάτι το πρωτότυπο ή εξαιρετικό και χωρίς να ξεχωρίζει ένα συγκεκριμένο κομμάτι. Όσο περισσότερες φορές παίξει ο δίσκος, τόσο περισσότερο «κολλάς» και τα αγαπημένα tracks δε θα αργήσουν να ξεπηδήσουν…

Το στήσιμο των κομματιών είναι λίγο περίεργο…για παράδειγμα ο πρώτος δίσκος ξεκινά με το κομμάτι Promise (Part 2) και ο δεύτερος δίσκος τελειώνει με το κομμάτι Promise (Part 1), ενώ ο δίσκος “Known” περιέχει το τραγούδι “Learned” και ο δίσκος “Learned” περιέχει το τραγούδι “Known”. Τα κομμάτια έχουν μεγάλη διάρκεια το καθένα (ένα μάλιστα, το  “Learned”, είναι διάρκειας 23 λεπτών!) και σε μερικά σημεία φαίνεται ότι αυτό δεν ήταν απαραίτητο. Τελικά όμως η ώρα περνά χαλαρά, αφού η ποιότητά τους κρατά την προσοχή αμείωτη. Προσωπικά βρήκα τον πρώτο δίσκο να έχει περισσότερο ενδιαφέρον, αλλά ήταν ο δεύτερος που με άγγιξε περισσότερο. Γενικά, προς μεγάλη μου ευχαρίστηση, οι συνθέσεις είναι σύγχρονες, ώριμες, με συνοχή, διανθισμένες από τεχνικά στοιχεία και prog metal πινελιές, με ποικίλα πολυρυθμικά περάσματα, ατμόσφαιρα και μαγευτική μελωδικότητα.

O Michael Gagen κάνει εξαιρετική δουλειά στις κιθάρες, τόσο στα πιο «βαριά» μέρη με riffs που εξιτάρουν, όσο και στις ακουστικές κιθάρες. Ο Matthew Martin δημιουργεί υπέροχες μελωδίες με τα πλήκτρα του, με αρμονίες που συγκινούν, ενώ το drumming του Blake Coulson είναι σε πολύ υψηλό επίπεδο με ακρίβεια και ρυθμό που συναρπάζει. Το rhythm section συμπληρώνεται αξιοπρεπώς  από τον  Brendan Brown (Ne Obliviscaris) στο “Known” και τον Mick Millard (Dead Letter Opener) στο “Learned”.

Αναμφισβήτητα όμως αυτό που εξυψώνει το δίσκο είναι τα φωνητικά του Jim Grey (επίσης τραγουδιστής στους Caligula’s Horse), τα οποία με μοναδικό εύρος, δυναμικότητα, αιθέρια αισθητική, καθαρότητα και κυρίως έντονο συναίσθημα συμβάλλουν καταλυτικά στην ανάδειξη της μουσικής των Arcane, προκαλώντας  θαυμασμό. Τολμώ να πω από τώρα πως έχουμε μία από τις καλύτερες φωνητικές ερμηνείες της χρονιάς.

Οι metallers μάλλον θα απογοητευτούν, καθώς ο δίσκος ξεκάθαρα δεν είναι metal. Βρισκόμαστε εντούτοις ενώπιον μιας heavy prog μπάντας που με αυτή τη δουλειά της αποκαλύπτει την πιο ευαίσθητη πλευρά της. Πιστεύω ότι τα εν λόγω τραγούδια θα με συντροφεύουν για πολύ καιρό. Δοκιμάστε το!

 

8.5 / 10

Λίλα Γκατζιούρα

 

High caliber Australian Prog

Για την καταπληκτική μουσική σκηνή της Αυστραλίας τα έχουμε ξαναπει, δε παύει όμως να χρήζει ειδικής και συνεχούς μνείας ένα μουσικό ιδίωμα που παρατηρείται μόνο σε αυτό το γεωγραφικό χώρο. Επηρεασμένο από το alternative rock, μπολιασμένο από την προοδευτικότητα των Tool και βασιζόμενο στη DIY λογική (ειδικά στην αρχή του), το alt-prog (γιατί περί αυτού πρόκειται) είναι τόσο συνυφασμένο με την Αυστραλία, όσο τα Kangaroos, η Ελλάς Μελβούρνης (sic) και το Uluru. Πάνω σε αυτή τη φόρμα πατούν και οι Arcane στον τρίτο τους δίσκο, μόνο που έχουν και έντονες επιρροές από το heavy prog, αλλάζοντας σχεδόν ολοκληρωτικά τον progressive metal ήχο των προηγούμενων albums τους.

Προσωπικά το βρίσκω υπερβολικό το να βγάζεις ένα διπλό δίσκο σε μια κυκλοφορία, ειδικά όταν το ένα μέρος είναι σκληρό και το άλλο πιο ήρεμο (εδώ ολόκληροι Opeth και συγκρατήθηκαν), αλλά η κριτική γίνεται στο περιεχόμενο και όχι στην έκταση αυτής. Βέβαια, όταν κάθε μέρος είναι μεγαλύτερος σε διάρκεια από το Πειραιάς-Κηφισιά με τον ηλεκτρικό, πρέπει να σε προβληματίζει.

Το “Known” που ανοίγει και το δίσκο είναι το πιο σκληρό από τα δύο μέρη. Riffάτο και groovάτο heavy prog στα καλύτερά του. Τα τραγούδια έχουν βαριές ρυθμικές κιθάρες (σε κάποια σημεία φέρνουν σε djent, αλλά ευτυχώς δε παρασύρονται προς τα εκεί) με ελάχιστα solo, ενώ μπάσο παίζει ο Brendan Brown (Ne Obliviscaris) που μαζί με τα επί το πλείστον επιθετικά τύμπανα συνθέτουν ένα αρκετά aggressive rhythm section, χωρίς όμως να κουράζει. Αποκορύφωμα κατά την άποψή μου όμως είναι αφενός τα πλήκτρα που είναι πομπώδη και σκοτεινά (με lead διάθεση) και αφετέρου ο τραγουδιστής όταν τραγουδάει στο στυλ του ICS Vortex που προσδίδει αυτή την τρέλα των Arcturus στην όλη σύνθεση. Προσωπικά από εδώ ξεχωρίζω τα “Instinct”, “Selfsame” και το “Keeping Stone: Sound Of Fire”.

Στο “Learned” τα πράγματα είναι εντελώς διαφορετικά, μιας και οι ταχύτητες πέφτουν και προτεραιότητα δίνεται στη μελωδία και την ατμόσφαιρα του κομματιού. Κάποια samples και ηλεκτρονικά σημεία φέρνουν στο νου τους Dead Letter Circus, αλλά νομίζω ότι η λογική εδώ είναι η σύνθεση στα πρότυπα των μακροσκελών κομματιών του Asymmetry των Karnivool. Ήρεμα τραγούδια που αναδεικνύουν τη ζεστή φωνή του Jim Grey (Caligula’s Horse), σχεδόν voice driven, τα οποία πλαισιώνονται από κιθάρες με ελάχιστη παραμόρφωση, ενίοτε και ακουστικές, αρκετά αρπίσματα, μπάσο πρωταγωνιστικό που ορίζει τη μελωδία (άλλος μπασίστας εδώ από το Known), λιτά τύμπανα και όλα αυτά να συνοδεύονται από ατμοσφαιρικά πλήκτρα. Μαγεία! Δεν είναι υπερβολή ότι παρά τη μεγάλη έκταση των κομματιών το Learned ακούγεται απνευστί. Από αυτό το μέρος ξεχώρισα τα “Impatience And Slow Poison”, “Nightingale’s Weave” και “Keeping Stone: Water Awake”.

Οι Arcane σε αυτό το τρίτο τους πόνημα μας παρέδωσαν έναν δίσκο ικανό για το breakthrough στο ευρύτερο κοινό της προοδευτικής μουσικής, που ξεφεύγει από τα όρια του underground ενισχύοντας την ποιότητά του, αναμιγνύοντας ωραία τις Porcupine Tree και Opeth επιρροές τους με τις αυστραλιανές μουσικές καταβολές τους, χωρίς fillers αλλά με μόνο μια ένσταση. Την τεράστια έκτασή του, που καθιστά το όλο άκουσμα δύσκολο, από πλευράς χρόνου. Κατά τα άλλα, αν και είναι πολύ νωρίς, πιστεύω ότι θα παίξει αρκετά στις λίστες με τα καλύτερα του 2015.

 

8.5 / 10

Γιάννης Βούλγαρης