Prog συγκροτήματα με ένα album (1969-1979) – μέρος II

Από τους: Πάρη Γραβουνιώτη, Γιάννη Ζαβραδινό, Γιώργο Ζούκα, Δημήτρη Καλτσά, Κώστα Μπάρμπα, Πέτρο Παπαδογιάννη, Τάσο Ποιμενίδη, Θωμά Σαρακίντση, Παναγιώτη Σταθόπουλο, Λευτέρη Σταθάρα, Νίκο Φιλιππαίο

Μετάφραση: Αλέξανδρος Μαντάς, Βαγγέλης Χριστοδούλου, Λευτέρης Σταθάρας

 

Το πρώτο μέρος αυτού του αφιερώματος (κλικ) βρήκε μεγάλη ανταπόκριση στους αναγνώστες του Progrocks.gr και ήταν μία ακόμα κινητήρια δύναμη για τη δημιουργία του δεύτερου μέρους, όπως παρουσιάζεται παρακάτω.

Η βασική ιδέα είναι φυσικά η ίδια. Τα “one-album wonders” παρουσιάζονται χωρίς χρονολογική σειρά, αλλά τυχαία και όπως το πρώτο μέρος, αυτό το άρθρο είναι ένα αδιάκοπο ταξίδι μπρος και πίσω στο χρόνο, που ελπίζουμε να είναι συναρπαστικό στην ανάγνωση όσο ήταν κάθε κομμάτι στη συγγραφή του.


 

Yatha Sidhra – A Meditation Mass
[Brain, 1974]

Το άλμπουμ των Yatha Sidhra, A Meditation Mass (1974) αποτελεί μία μοναδική περίπτωση στον άλλωστε ετερόκλητο μουσικό χώρο του krautrock. Η μπάντα συγκροτείται από τα αδέρφια Fichter, τον περκασιονίστα Klaus και τον πολυοργανίστα Rolf που έχει αναλάβει τα synths, ένα μεγάλο μέρος των κιθαριστικών μερών, καθώς και το (ινδικό) φλάουτο. Τους δύο αδερφούς συνοδεύουν ο Mathias Nicolai στη δωδεκάχορδη ηλεκτρική κιθάρα και στο μπάσο, καθώς και ο Peter Elbracht στο φλάουτο. Το άλμπουμ κυκλοφόρησε στη περίφημη δισκογραφική Brain, υπό την επίβλεψη του σημαντικού Achim Reichel.

Το A Meditation Mass αποτελείται από μια λαβυρινθώδη και φυσικά διαλογιστική ορχηστρική σύνθεση. Η έναρξη γίνεται με πειραματικό ambient,  το οποίο σταδιακά μορφοποιείται σε μάντρες ακουστικού ψυχεδελικού ροκ, μπολιασμένου από την ινδική παράδοση που με τη σειρά τους κορυφώνονται σε prog-jazz-folk-blues αυτοσχεδιασμούς, αποκαλύπτοντας την έμπνευση και τη δεινότητα των  συμμετεχόντων. Ακούγοντας τους αδελφούς Fichter και την παρέα τους, στρέφεις το βλέμμα προς μια μακρινή βουνοκορφή, στη θάλασσα, στη στέγη ενός παλιού κτιρίου το ηλιοβασίλεμα ή στον ίδιο σου τον εαυτό…

Κλείνοντας, να σημειωθεί πως οι αδερφοί Fichter συνέχισαν τη πορεία τους κάτω από το όνομα Dreamworld, κυκλοφορώντας δύο άλμπουμ στις αρχές της δεκαετίας του 1980. Ενδιαφέρουσες δουλειές, αλλά οπωσδήποτε δεν φτάνουν την απόλυτη κορυφή του A Meditation Mass.

 

Room – Pre-Flight
[Deram, 1970]

Οι Room σχηματίστηκαν το 1968 στο Blandford. Το μοναδικό τους album με τίτλο Pre-Flight και το κλασσικό εξώφυλλο με το τριπλάνο κυκλοφόρησε από την Decca αφού κατέλαβαν τη δεύτερη θέση σε διαγωνισμό του Melody Maker. Τα πνευστά και τα έγχορδα υπό τη διεύθυνση του Steve Edge στο Tin Pan Alley και ό,τι ακούγεται στον δίσκο ηχογραφήθηκε σε δύο μόλις ημέρες αποτυπώνοντας αυθορμητισμό, αλλά κάθε άλλο παρά προχειρότητα.  Το ταλαντούχο κουιντέτο είχε ως ιδιαίτερα χαρακτηριστικά τα εμπνευσμένα κιθαριστικά σόλο του Chris Williams και τα ιδιαίτερα φωνητικά της Jane Kevern, ενώ στη μουσική τους αντανακλάται ο αναβρασμός στην underground βρετανική σκηνή την εποχή εκείνη. Το ύφος τους ήταν ένα μείγμα jazz, blues και progressive rock (το οποίο μορφοποιούνταν εκείνη την περίοδο) με μία ισορροπία που αφενός εντυπωσιάζει, αφετέρου δε προβληματίζει για τις πραγματικές προθέσεις της μπάντας. Σε κάθε περίπτωση όμως, το Pre-Flight έχει δικαίως μείνει στην ιστορία ως ένα υπέροχα ανεπιτήδευτο πρώιμο δείγμα prog rock λόγω του ταλέντου όλων των μουσικών αλλά κυρίως για την εντυπωσιακή ενέργεια που κάποτε αποτελούσε κοινό τόπο ειδικά στο ξεκίνημα των συγκροτημάτων. Μετά την κυκλοφορία του ντεμπούτου τους οι Room διαλύθηκαν και τα ίχνη όλων των μελών που παίζουν στο Pre-Flight χάθηκαν έκτοτε.

 

Et Cetera – Et Cetera
[Apostrophe, 1976]

Στα mid 70s η γαλλόφωνη prog rock σκηνή του Québec άνθισε βγάζοντας πολλές εξαιρετικές μπάντες με πιο χαρακτηριστικές τους Harmonium, Maneige και Sloche. Πέραν όμως από την εμπροσθοφυλακή υπήρχε και μια μεγάλη φουρνιά από σχήματα που πριν διαλυθούν πρόλαβαν να κυκλοφορήσουν μερικά μικρά αριστουργήματα. Μια τέτοια χαρακτηριστική περίπτωση είναι και οι Et Cetera από το Montreal με τον ομώνυμό τους δίσκο. Εδώ οι Καναδοί επιδίδονται σε πολύ υψηλού επιπέδου symphonic prog με πινελιές από fusion και folk θυμίζοντας έντονα Gentle Giant στις περισσότερες περιπτώσεις, ενώ οι ομοιότητες με την ιταλική και τη βρετανική σκηνή είναι αρκετές. Πολύπλοκο και τεχνικό, με αρκετές εναλλαγές ρυθμών και εξαιρετικές ενορχηστρώσεις, το Et Cetera παρουσιάζει μια μπάντα ώριμη και κατασταλλαγμένη που με τίποτα δεν σκέφτεσαι πως πρόκειται για πρωτοεμφανιζόμενο καλλιτέχνη. Τα μαγικά φωνητικά της Marie Bernard Page δένουν ιδανικά με το υπόλοιπο μουσικό σύνολο, ενώ η υπεροπλία οργάνων (κιθάρα, πλήκτρα, τσέλο, φλάουτο, σαξόφωνο, βιμπράφωνο) τους βοηθάει να εξερευνήσουν πολλές prog γωνίες χωρίς να φαίνεται πως το κάνουν επιτηδευμένα παρά μόνο να φθάσουν στο επιθυμητό καλλιτεχνικό αποτέλεσμα. Δυστυχώς μετά από το ντεμπούτο τους διαλύθηκαν, ενώ κανένα μέλος τους δεν ακολούθησε solo καριέρα ούτε εμφανίστηκε σε κάποιο άλλο εφάμιλλο σχήμα.

 

Berits Halsband – Berits Halsband
[Forsaljud, 1975]

Μέσα στον αναβρασμό της ακμάζουσας και επιδραστικής ηχητικής δημιουργικότητας των σουηδικών ’70s και με αφετηρία το 1974, οι Berits Halsband κατέθεσαν την ιδιοσυγκρασιακή τους άποψη περί jazz-rock. Μια αδίκως παραγνωρισμένη μουσική πρόταση, στην οποία κυριαρχεί η progressive λογική δόμησης, καθώς κι ένας αυθεντικό fusion χαρακτήρας, με την ενσωμάτωση παραδοσιακών ιχνοστοιχείων από τον τόπο τους, καθώς και αγγλοσαξωνικής προέλευσης.

Με ορμητήριο την πρωτεύουσα της χώρας, Στοκχόλμη, η εν λόγω δεκαμελής κομπανία υπέγραψε μια ειδυλλιακή αλληλουχία συνθέσεων. Οι Göran Frost (μπάσο), Michael Lindqvist (κρουστά), Jonas Lindgren (ηλεκτρικό πιάνο, βιολί, μετέπειτα και στους Fläskkvartetten και Fleshquartet), Mats Anton Karis (φλάουτο, μετέπειτα και στους Radio Balkan), Olof Söderberg (κιθάρα), Per Lejring (κλασικό πιάνο), Thomas Brandt (σαξόφωνο), Tommy Adolfsson (τρομπέτα, μέλος και των Archimedes Badkar και Iskra) και Bengt Ekevärn (τρομπέτα), Peter Carlsson (αργότερα και στους Peter Carlsson & Blå Grodorna) στήνουν ένα περιπετειώδες σκηνικό. Σε τέσσερις μακροσκελείς και καθόλα οργανικές πράξεις, το γκρουπ εκπέμπει μελωδική ζεστασιά σε μια αρμονική συνομιλία μεταξύ των διαφόρων οργάνων. Tα πνευστά λιώνουν μέσα στην groovy κάψα των εγχόρδων και των κρουστών, προσφέροντας στιγμές folk ξεγνοιασιάς και κολλητικών  εναλλαγών στους ρυθμούς.

 

Nicholas Greenwood – Cold Cuts
[Kingdom Records, 1972]

Πριν την κυκλοφορία του πρώτου του solo δίσκου, ο Nicholas Greenwood είχε ήδη προλάβει να συμμετάσχει σε δύο ιστορικές κυκλοφορίες: στο κλασσικότατο ντεμπούτο των Crazy World of Arthur Brown και στο Space Shanty των Khan, μια από τις σημαντικότερες στιγμές της σκηνής του Canterbury (δείτε αμέσως παρακάτω). Στo Cold Cuts μοιάζει να αντλεί την έμπνευσή του από την μέχρι τότε εμπειρία του. Εκτός του μπάσου εδώ αναλαμβάνει και τα φωνητικά, πατώντας στους ερμηνευτικούς δρόμους του Arthur Brown και αναδεικνύεται ως κάτι παραπάνω από απλά επαρκής τραγουδιστής. Αν και band leader δίνει πολύ χώρο στους υπόλοιπους μουσικούς και αναθέτει την ενορχήστρωση σε μουσικό εκτός της μπάντας (Charles Lamont). Στις κιθάρες συμμετέχουν οι Bryan Howarth και Chris Pritchard, ενώ έντονη είναι και η χρήση πνευστών, παιγμένων από τον Buck Gardner. Αυτός που κάνει την μεγαλύτερη εντύπωση παρόλα αυτά είναι ο άγνωστος μέχρι τότε Dick Heninghem, ο οποίος έχοντας ως βασική του επιρροή τον μεγάλο Vincent Crane αποδεικνύεται ως η κινητήριος δύναμη τους δίσκου. Το Cold Cuts θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως μια ευφάνταστη Canterbury εκδοχή των Atomic Rooster (ή και το αντίστροφο). Περιέχει δέκα εξαιρετικές συνθέσεις, που το άκουσμά τους δημιουργεί έντονη την απορία για την εξαφάνιση από το μουσικό κόσμο του Greenwood και του Heninghem μετά την κυκλοφορία του.

 

Khan – Space Shanty
[Deram, 1972]

Οι Khan υπήρξαν δημιούργημα του Steve Hillage και στο σύντομο διάστημα ύπαρξης τους, κυκλοφόρησαν έναν κορυφαίο δίσκο της σκηνής του Canterbury και άλλαξαν μια σειρά από μέλη για να διαλυθούν τελικά και καθένας τους να ακολουθήσει την δική του επιτυχημένη πορεία.

Οι Uriel, η μπάντα με την οποία ξεκίνησαν όλα και αποτελεί τον ύστερο κορμό των Egg, μετονομάστηκε σε Arzachel για να κυκλοφορήσουν επίσης έναν και μοναδικό δίσκο και να καταλήξουν μεταξύ άλλων, στην δημιουργία των Khan και του Space Shanty. Ανάμεσα σε ανακατατάξεις, εισαγωγές και αποχωρήσεις, το line up των Khan διαμορφώνεται ως εξής: Steve Hillage (κιθάρες), Nick Greenwood (μπάσο), Eric Peachey (κρουστά – αντικατέστησε τον Pip Pyle) και Dave Stewart (όργανο – αντικατέστησε τον Dick Heninghem).

Ο δίσκος διακρίνεται για την συναισθηματικότητα των στίχων και το έντονο φλερτ με την προοδευτικότητα των συνθέσεων, σε αντίθεση με το συνηθισμένο fusion που παρατηρείται σε αντίστοιχους δίσκους της Canterbury σκηνής, αν και κάποια μαγικά θραύσματα από jazz που αναδύονται σε συγκεκριμένα σημεία-κλειδιά. Αυτό ωστόσο που απογειώνει τον δίσκο είναι το πάρε-δώσε μεταξύ κιθάρας και οργάνου, κατάσταση κατά την οποία δεν ξέρεις τι να περιμένεις σε κάθε επόμενο κομμάτι. Αυτός είναι ο δίσκος-σταθμός στον οποίο διακρίνουμε τα στοιχεία στην κιθάρα του Hillage που τον καθιέρωσαν στην μετέπειτα πορεία του, ως σαμάνο του ήχου των Gong.   

 

Vita Nova – Vita Nova
[Life Records, 1971]

Ιδιαίτερη, πολύ ιδιαίτερη περίπτωση μπάντας. Και για του λόγου το αληθές, πώς αλλιώς θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ένα σχήμα που αποτελείται από έναν Πολωνο-Γερμανό κιθαρίστα, έναν Ούγγρο πληκτρά γεννημένο στη Σερβία και έναν Ελβετό drummer, έχει βάση το Μόναχο και τραγουδάει στα λατινικά; Σίγουρα η γερμανική krautrock σκηνή στις αρχές των 70ς είχε όλα εκείνα τα στοιχεία (πολιτικά και καλλιτεχνικά) που την αποτελούσαν την ιδανική δημιουργική βάση ώστε να ενωθούν άνθρωποι διαφορετικών εθνικοτήτων με σκοπό τους ίδιους μουσικούς στόχους. Οι Vita Nova με τον ομώνυμο δίσκο τους, μας παρέδωσαν το 1971 ένα μικρό διαμάντι όπου συνδυάζουν symphonic prog a la ELP, jazz, psych, ethnic με τρόπο τολμηρό και ρηξικέλευθο θυμίζοντας αρκετά με την προσέγγισή τους τους μεγάλους Embryo. Ο δίσκος απαρτίζεται κυρίως από μικρής διάρκειας κομμάτια με εξαίρεση τα εξαιρετικά εναρκτήρια Quomodo Manet και Vita Nova Inventions που παρεμπιπτόντως είναι και τα προσωπικά αγαπημένα. Με τα δεδομένα που προαναφέρθηκαν καταλαβαίνει κανείς ότι οι Vita Nova είχαν ουσιαστικά project χαρακτήρα, οπότε μετά τη μάλλον αναμενόμενη διάλυσή τους την πιο αξιοσέβαστη πορεία είχε ο Eddy Marron με τους krautrockers Dzyan και με το jazz trio Giger Lenz Marron.

 

Panna Fredda – Uno
[Vedette Records, 1971]

Άλλη μία περιπτωσάρα obscure συνόλου που άφησε ένα και μοναδικό ηχητικό αποτύπωμα στην έναρξη της δεκαετίας του ’70. Η ιστορία ξεκινά στο δεύτερο μισό των 60s και το funky/blues σχήμα Vun Vun. Ο κιθαρίστας/τραγουδιστής Angelo Giardinelli προχώρησε στο σχηματισμό ενός νέου πολύ πιο φιλόδοξου σχήματος καλλιτεχνικά. Η Vedette, η εταιρεία που ανέλαβε τους Panna Fredda, έλπιζε σε κάτι πολύ πιο εμπορικό, αρνήθηκε να κυκλοφορήσει τον δίσκο ενώ ήταν ήδη έτοιμος το 1970 και το έκανε ένα χρόνο μετά μετά από απαίτηση του κοινού που είχε δει ζωντανά την μπάντα. Στο Uno αποτυπώνεται το συμφωνικό heavy prog που αργότερα έγινε σήμα κατατεθέν του Rock Progressivo Italiano που μπορεί να μην κορυφώνεται στο album αυτό, αλλά η επιδραστικότητά του ήταν μεγάλη για πολλά που επακολούθησαν. Όσο κι αν έχουν ιστορικά αδικηθεί, οι Panna Fredda ανήκουν στους πρωτοπόρους του ήχου αυτού μαζί με σπουδαία σχήματα όπως οι Le Orme, Osanna και The Trip. Οι «μονομαχίες» κιθάρας-πλήκτρων είναι χαρακτηριστικές, όπως και οι ιδιαίτερες μελωδίες σε ένα περιβάλλον αμιγώς underground. Μετά από συμμετοχές σε μερικά φεστιβάλ, η απουσία προώθησης και η αδυναμία εύρεσης εταιρείας τους ώθησαν στη διάλυση. Από τότε κανένα από τα μέλη δεν εμφανίστηκε ξανά σε άλλο σχήμα.

 

Atlas – Blå Vardag
[Bellatrix, 1979]

Σε μία περίοδο όπως το φινάλε της δεκαετίας του 1970, όπου μουσική βιομηχανία και κοινό είχαν γυρίσει την πλάτη τους στο progressive rock, underground κυκλοφορίες όπως το Blå Vardag έδιναν πνοή στους φίλους του προοδευτικού ήχου. Οι Atlas από το Malmö της Σουηδίας κυκλοφόρησαν τον μοναδικό τους δίσκο το 1979, σε μια χρονιά που το symphonic prog έδωσε μερικές από τις τελευταίες του ποιοτικές κυκλοφορίες. Instrumental στο σύνολό του, το Blå Vardag εμπεριέχει υλικό ποτισμένο στη μελωδία που χρωστάει σχεδόν τα πάντα στους Genesis, Camel και Focus, φέρνοντας πολλές φορές στο νου τους συμπατριώτες τους Kaipa. Με δύο πληκτράδες στη σύνθεσή τους, όπως είναι ευκόλως αντιληπτό, ο ήχος τους είναι κυρίως keyboard driven με τις απαραίτητες φυσικά κιθαριστικές πινελιές που εδώ είναι και αρκετά ουσιώδεις. Παραδόξως η βόρεια μελαγχολία που χαρακτηρίζει τα περισσότερα σκανδιναβικά σχήματα και η δραματική χροιά που παίρνουν αρκετές από τις αγαπημένες μας symphonic prog μπάντες εδώ απουσιάζει αρκετά, επενδύοντας κυρίως στις ματζόρε κλίμακες και σε έναν γενικά πιο soft χαρακτήρα που έχει επιρροές και από τη fusion περίοδο του Canterbury. Μετά τη διάλυση των Atlas τα 4 από τα 5 μέλη τους συμμετείχαν ως full band μέλη στη μοναδική κυκλοφορία των prog rockers Mosaik (1982).

 

Weidorje – Weidorje
[Cobra, 1978]

Σκηνή από μια ταινία επιστημονικής φαντασίας: ένα διαστημόπλοιο εξερευνά τον γαλαξία και ξαφνικά από μέσα του βγαίνει ένα άλλο διαστημόπλοιο, το οποίο παίρνει τη δική του πορεία. Κάτι τέτοιο συνέβη κατά τη διάρκεια των ηχογραφήσεων του Üdü Ẁüdü των Magma. Οι Bernand Paganotti (μπάσο) και Patrick Gauthier (πλήκτρα) έπαιξαν στο κομμάτι Weidorje, με τον πρώτο να συνυπογράφει και τη σύνθεσή του. Κάπου εκεί αποφάσισαν να κάνουν τη δική τους προσπάθεια για εξερεύνηση του αχανούς μουσικού διαστήματος, αποχωριζόμενοι το mothership των Magma. Το Weidorje αποτελεί μια από τις πρώτες εκτός Magma δισκογραφικές δουλειές, υπό τη ταμπέλα του Zeuhl και σίγουρα μια από τις καλύτερες στην ιστορία του τόσο ιδιαίτερου αυτού είδους. Η μεγαλύτερη διαφοροποίησή τους παρατηρείται στα χορωδιακά φωνητικά, τα οποία  είναι κάπως μειωμένα και απουσιάζει από αυτά το γυναικείο στοιχείο. Ο δίσκος αρχίζει με το υπνωτιστικό διαστημικό έπος Elohim’s Voyage, με το παίξιμο του Paganotti στο μπάσο να αποτελεί ένα μνημείο από μόνο του, ενώ και οι άλλες δύο συνθέσεις (Vilna και Booldemug) στέκονται και αυτές σε αστρικά ύψη. Το Weidorje αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα του πως η κοινοβιακή και πολυσυλλεκτική λειτουργία πολλών 70s σχημάτων άνοιξε καινούργιους δρόμους. Δυστυχώς δεν υπήρχε συνέχεια στο project, εκτός από δύο live συνθέσεις που υπάρχουν στην επανέκδοση του δίσκου σε CD.

 

Sandrose – Sandrose
[Polydor, 1978] 

Οι Sandrose χρειάστηκαν μόλις μία βδομάδα για να ηχογραφήσουν έναν από τους αριστουργηματικότερους δίσκους του γαλλικού prog, όταν σύγχρονες μπάντες θέλουν καμιά δεκαετία για να θέσουν σε κυκλοφορία τον επόμενο δίσκο τους. Με επικεφαλής τον σπουδαίο και σημαίνοντα για την prog σκηνή της Γαλλίας κιθαρίστα Jean Pierre Alarcen ανασύστησαν επί της ουσίας τους Eden Rose, οι οποίοι έπειτα από αλεπάλληλους τριγμούς με το παραγωγό τους και την κυκλοφορία του αξιόλογου ορχηστρικού και μοναδικού τους album On the Way to Eden διέλυσαν πρόωρα. Πρόωρη διάλυση καθώς τα 4/5 των Eden Rose συγκρότησαν τους Sandrose. Εν τούτοις η οντότητα που θα προσέδιδε περαιτέρω μοναδικότητα ήταν η μετέπειτα Γαλλίδα pop star των 80’s Rose Podwojny ή Rose Laurens όπως ευρύτερα γνωστοποιήθηκε. Ο φερώνυμος δίσκος των Γάλλων είναι ένα διαχρονικό british prog related διαμάντι υψηλής καλλιτεχνικής έκφρασης ευρισκόμενο στο μεταίχμιο μεταξύ των Julian’s Treatment και Genesis. Το κειμήλιο αυτό περιέχει τα απαραίτητα ώστε να προκαλέσει τον θαυμασμό: απαστράπτουσα κιθαριστική λεπτοδουλειά, έπη επών (Underground Session), ανατριχιαστικά άσματα (Old Dom Is Dead, Never Good At Sayin´ Good-Bye), αειμνημόνευτο organ playing (Metakara), ιδιαίτερες και δυναμικές ερμηνείες από την μακαρίτισα πλέον Rose Podwojny, ιδανικό rhythm section και υποδειγματική δουλειά στο mellotron και στο organ από έναν εξαιρετικό Henri Garella. Αρτιστικό αραβούργημα αγγλοσαξονικής αισθητικής.


Buon Vecchio Charlie – Buon Vecchio Charlie
[Melos, 1990 – recored 1972]

Οι Βuon Vecchio Charlie δημιουργήθηκαν το 1970 στη Ρώμη και παρά το γεγονός ότι ηχογράφησαν το πρώτο τους άλμπουμ τους σε μορφή demo το 1972, έπρεπε να περιμένουν έως το 1990 για να δουν τη δουλειά τους σε επίσημη μορφή μέσω δισκογραφικής εταιρείας (που συμπεριλάμβανε δύο έξτρα κομμάτια). Η εξαμελής μπάντα με την ηγετική μορφή του αινιγματικού Ιταλοβρεττανού Richard Benson (κιθάρα/φωνή), θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως μία μίξη βρετανικού prog με jazz στοιχεία υπό το πέπλο της φινέτσας και του πομπώδους στοιχείου του ιταλικού prog.

Οι συνεχείς αυτοσχεδιασμοί, η ισότιμη χρήση του φλάουτου και του σαξόφωνου με τα ηλεκτρικά όργανα, τα κλασικά στοιχεία (το βασικό θέμα του κλασικού Peer Gynt διασκευάζεται στο άλμπουμ) και η χρήση της ιταλικής γλώσσας στα  φωνητικά, συνθέτουν ένα πολύ καλό άλμπουμ που πάντως δε στέκει στην πρώτη γραμμή του ιταλικού prog. Η συνέχεια δεν ξέρουμε ποια θα ήταν, πάντως τα δύο έξτρα κομμάτια φανέρωναν μία διάθεση στροφής σε πιο απλές φόρμες, μα και τα δύο είναι εξαιρετικά!

Η σημαντικότητά του έγκειται στο ότι ο δίσκος (1972) συμπίπτει με τη δισκογραφική αρχή σπουδαίων ονομάτων όπως οι PFM, Banco και Quella Vecchia Locanda, κατατάσσοντας τους Buon Vecchio Charlie στο πρώτο κύμα της μαγικής ιταλικής prog σκηνής.

 

Hallelujah – Hallelujah Babe
[Metronome, 1971]

Η σύντομη ιστορία των Hallelujah άφησε πίσω της το πανέμορφο Hallelujah Babe και την υποψία οτι αν υπήρξε συνέχεια πιθανότατα θα ήταν εξίσου ενδιαφέρουσα. Ο Βρετανός (γεννημένος στην Γερμανία) κιθαρίστας/τραγουδιστής Paul Vincent ξεκίνησε τη μουσική του συνεργασία με τον συμπατριώτη του ταλαντούχο ντράμερ Keith Forsey (πρώην Μotherhood) στις αρχές της δεκαετίας του ’70, ενώ στο δίσκο συμμετείχαν επίσης οι Pete ”Fink” Wood (πλήκτρα) και Rick Kemp (μπάσο). Αποτέλεσμα; Υπέροχο -αν και τυπικό- heavy prog με ομοιόμορφα κατανεμημένες ψυχεδελικές υπόνοιες και μελωδικές pop ευαισθησίες που δεν επηρεάζουν την δυναμική του συνόλου. Μετά την κυκλοφορία του δίσκου και τη διάλυση της μπάντας, ο Kemp έχοντας αποκτήσει ήδη καλή φήμη στους folk rock κύκλους λόγω της συμμετοχής του σε δουλειές του Michael Chapman, κατέληξε στους Steeleye Span μετά από ένα σύντομο και ανεπιτυχές πέρασμα από τους King Crimson. O Wood συνεργάστηκε με σπουδαίους καλλιτέχνες όπως οι Al Stewart, Bob Dylan, Roger Waters, ενώ ο Vincent διατήρησε χαμηλό προφίλ με αρκετές προσωπικές κυκλοφορίες. Όσο για τον κύριο Forsey που συμμετείχε σε ηχογραφήσεις των Amon Düül II, κατάφερε να γίνει περιζήτητος ως παραγωγός και studio μουσικός, συνεργάστηκε μεταξύ άλλων και με τον Giorgio Moroder σε γνωστές επιτυχίες της Donna Summer και ως συνθέτης συνυπέγραψε τα What a Feeling (Irene Cara) και Don’t You Forget About Me (Simple Minds).

 

Quatermass – Quatermass
[Harvest, 1970]

Το βρετανικό trio των Quatermass σχηματίστηκε το 1969 από τους Peter Robinson (πλήκτρα), John Gustafson (μπάσο/φωνητικά) και Mick Underwood (ντραμς). Ο Underwood έπαιζε στους Outlaws του Ritchie Blackmore και μετά στους Episode Six, αντικαθιστώντας τον Roger Glover που πήγε στους Deep Purple. To όνομά τους το πήραν από τον καθηγητή Bernard Quatermass, τηλεοπτικό ήρωα τριών σειρών επιστημονικής φαντασίας του BBC στα 50s. Το μοναδικό τους album κυκλοφόρησε το 1970 από την Harvest και ήταν δυναμικό συμφωνικό progressive rock και hard rock με τον πρωταγωνιστικό ρόλο να ανήκει φυσικά στον Robinson που το στυλ του ήταν κάτι μεταξύ Jean-Jacques Kravetz, Dave Stewart και φυσικά Keith Emerson. Ο ίδιος διεύθυνε τα 16 βιολιά, 6 βιόλες, 6 τσέλα και 3 κοντραμπάσα για το κομμάτι Laughin’ Tackle, ενώ ο Underwood διατηρούσε επαφές με τους παλιούς του φίλους που ηχογραφούσαν τότε στα ίδια studio το In Rock. Δυστυχώς ένα χρόνο μετά η μπάντα διαλύθηκε. Ο Gustafson έπαιξε στους John Du Cann’s Daemon και την μπάντα του Ian Gillan και το 1994 σχηματίστηκαν οι Quatermass II με μέλη και τους Nick Simper και Don Airey. Για την ιστορία, το Black Sheep of the Family από το σπουδαίο album των Quatermass ήταν το πρώτο κομμάτι που ηχογράφησαν οι Rainbow, το οποίο είχε απορριφθεί για το Stormbringer των Deep Purple. 

 

Leviathan – Leviathan
[Mach Records, 1974]

H μπάντα από το Little Rock του Arkansas σχηματίστηκε το 1972 με μέλη τους Wain Bradley (μπάσο, κιθάρα, φωνητικά), Peter Richardson (φωνητικά, πλήκτρα) Don Swearingen (πιάνο), Grady Trimble (κιθάρα), John Sadler (mellotron) και Shof Beavers (κρουστά). Οι Leviathan  έπαιξαν ως support στους ELO και έχτισαν σπουδαία φήμη για τις συναυλίες τους φτάνοντας στο αποκορύφωμά τους να παίζουν μπροστά σε κοινό 8000 ατόμων.

Ο μοναδικός τους δίσκος κυκλοφόρησε το 1974 μετά από μεγάλο διάστημα δουλειάς στα κομμάτια εξαιτίας της τελειομανίας όλων των μελών και των αρκετών απόψεων για την καλλιτεχνική κατεύθυνση που θα ακολουθούσαν. Η μουσική τους είχε όντως έντονα προσωπικό χαρακτήρα, όντας κατά βάση μελωδικό αλλά και σκληρό progressive rock, διατηρώντας στοιχεία αμερικάνικου hard rock, με έντονη χρήση mellotron. Σήμερα το Leviathan θεωρείται ένα underground classic του US prog rock το οποίο έτσι κι αλλιώς ποτέ δεν βρήκε την ανταπόκριση που είχε το είδος στην Ευρώπη.

Η μπάντα ηχογράφησε και ένα δεύτερο album με τίτλο The Life Cycle, αλλά όταν είχε ολοκληρωθεί το ενδιαφέρον για το progressive rock στη χώρα τους είχε μειωθεί σε μεγάλο βαθμό και καμία εταιρεία δεν έδειξε ενδιαφέρον για την κυκλοφορία του.

 

Saturnalia – Magical Love
[Matrix Records, 1973]

Αν και κουιντέτο, πρoεξάρχοντες αυτής της μπάντας-σέκτας ήταν μία χορεύτρια-μοντέλο γερμανικής καταγωγής, η Aletta Lohmeyer και ο κιθαρίστας-τραγουδιστής Adrian Hawkins (γνωστός από το προτυπικό για τους Saturnalia σχήμα Horse). Στο Magical Love, δίσκος με επίσημο έτος κυκλοφορίας το 1973 (οι ηχογραφήσεις πράγματι χρονολογούνται περί του 1969, η δε κυκλοφορία λανθασμένα θεωρείται από διάφορους διαδικτυακούς και μη κύκλους ότι επετεύχθη το ίδιο έτος) αποτυπώνεται εναργώς ένα θεσπέσιο σκοτεινό κιθαριστικό psychedelic prog folk που ακροβατεί στο διαχωριστικό σημείο μεταξύ του west coast και british pre-prog κύματος, αν και σε αρκετά σημεία πόρρω απέχει από την βρετανική σχολή ευρισκόμενο σε ευεξήγητη παραλληλία με την Καλιφορνέζικη αισθητική των πρωτοστατούντων τότε σχημάτων όπως τους Jefferson Airplane (οι Saturnalia φαίνεται πως είχαν σε ιδιαίτερη εκτίμηση τα albums Volunteers και Crown of Creation). Επιδραστικοί για το σχήμα φαίνεται πώς ήταν και οι Renaissance και λιγότερο το ντεμπούτο album των Coven. Στιχουργικά οι Saturnalia τραγουδούν με την ίδια ζηλευτή ευχέρεια για το μεταφυσικό με επίκεντρο την αστρολογία και τον έρωτα εκπεφρασμένο μέσα από τις χίπικες αξίες. Η εκ των υστέρων κατάταξη των Βρετανών Saturnalia στη λεγόμενη obscure τάξη δεν μπορεί να δικαιολογεί και την επ’ αόριστον άγνοια των θεωρητικά ενδιαφερόμενων ακροατών για τέτοιου είδους δίσκους-κοσμήματα.

 

Brave New World – Impressions οn Reading Aldous Huxley
[Vertigo, 1972]

To ομώνυμο άλμπουμ του σχήματος από το Αμβούργο σκαρώθηκε με μοναδικό σκοπό να διοχετεύσουν αυτοί στουντιακά τις εμπνεύσεις τους. Έτσι, το 1972 εκδίδεται ένα υβριδικό παζλ, όχι με την έννοια μιας δύστροπης κολλάζ αισθητικής με δήθεν εξυπνάδα, μα με εκείνη που θέλει τις πολυάριθμες αναφορές να σφιχταγκαλιάζονται αρμονικά γύρω από ένα ενιαίο θεματικό άξονα.

Στο Impressions οn Reading Aldous Huxley, οι Herb Geller (διάφορα πνευστά, όργανο, έχει παίξει με τον Max Roach, τον Benny Goodman κ.α.), John O’Brien-Docker (κιθάρες, φωνή, όργανο, κρουστά, φωνητικά, με καριέρα κι ως αυτόνομος τραγουδοποιός), Lucas Lindholm (μπάσο, κοντραμπάσο, όργανο, πιάνο, έχει παίξει και με τον Hawkey Franzén), Reinhart Firchow (φλάουτο, οκαρίνα, στυλόφωνο, recorders, κρουστά, φωνητικά, και στους Kaarst), Dicky Tarrach (κρουστά, και στους The Rattles, Randy Pie, Wonderland), πράττουν ακριβώς στο πνεύμα του τίτλου που έδωσαν στο δίσκο τους. Φτιάχνουν ένα διαλογιστικά φευγάτο αμάλγαμα ήχων που δένει με την αίσθηση παρακμής και ψυχοσυναισθηματικής παράκρουσης στη συγγραφική δυστοπία του Aldous Huxley, Brave New World. Το άλμπουμ δίνει χώρο σκέψης και δράσης στον ακροατή, μέσα από θέματα με ηλεκτρονικό, folk, rock, jazz στίγμα, με την ψυχεδέλεια να καθοδηγεί την πνευματική συγκέντρωση και τη ρυθμική εκτόνωση. Μια πραγματική και διαχρονική kraut τελετουργία.

 

Il Paese dei Balocchi – Il Paese dei Balocchi
[CGD, 1972]

Οι Ιταλοί Il Paese Dei Balocchi σχηματίστηκαν το 1971 στην Ρώμη σαν συνέχεια της μπάντας με το όνομα Under 2000. Η μουσική οδηγείται κυρίως από το Hammond και τα κλασσικά έγχορδα και συνδυάζει τους rock ήχους των ELP και των Camel, με τις συμφωνίες του Vivaldi ή του Bach. Το γενικό αίσθημα του δίσκου είναι αρκετά πεσιμιστικό, ατμοσφαιρικό με μερικά ξεσπάσματα ενέργειας. Τα φωνητικά βοηθούν σε αυτό το πεσιμιστικό και μυστικιστικό κλίμα του δίσκου αφού ηχογραφήθηκαν σε αίθουσα εκκλησίας και προσδίδουν αρκετό reverb. To μοναδικό τους album ήταν φανερά μπροστά από την εποχή του και μέχρι σήμερα αποτελεί ένα από τα χαρακτηριστικότερα παραδείγματα άψογου RPI με εκπληκτική ενορχήστρωση και αυτόνομο καλλιτεχνικό χαρακτήρα.

Ενώ δεν είναι αυστηρά concept δίσκος, η κοινή αίσθηση μιας ατμοσφαιρικής γραμμής που κυλάει στο δίσκο, τον κάνει λίγο δύσκολο στο να τον ακούσεις σαν ξεχωριστά κομμάτια αλλά μόνο σαν ένα ενιαίο έργο. Η μπάντα είχε γράψει και ηχογραφήσει σε κασέτα τον δεύτερο της δίσκο, με σκοπό μάλιστα η μουσική να είναι πιο εύπεπτη, αλλά η συνέχεια της ζωής τους δεν τους έφερε όλους στο ίδιο γεωγραφικό μέρος και έτσι δεν το ηχογράφησαν ποτέ και διαλύθηκαν το 1974.

             

 

Dashiell Hedayat – Obsolete
[Shandar, 1971]

Η συνεργασία Dashiell Hedayat και Gong μουσικά αποτελεί χαρακτηριστικό δείγμα της διαμορφωτικής περιόδου των δεύτερων πριν εμπνευστούν τo σύμπαν της θρυλικής τριλογίας Radio Gnome Invisible. Πρόκειται για την ίδια σύνθεση που ηχογράφησε τα Camembert Electrique και Continental Circus και φέρει αρκετές ομοιότητες με το παρόν, παρόλο που παρουσιάζεται ως υποστηρικτικό σχήμα του Dashiell Ηedayat στον οποίον πιστώνεται το Obsolete. Ο Ηedayat  ήταν συγγραφέας, ποιητής και λάτρης της rock μουσικής, δοκίμασε να ταυτίσει την τότε μουσική φάση των Gong με την Beatnik κουλτούρα που τον χαρακτήριζε, κάτι που ασπαζόταν βέβαια και ο Daevid Allen ούτως ή άλλως. Το καλλιτεχνικό του όνομα προήλθε από τον Dashiell Hammett (Αμερικανός συγγραφέας αστυνομικών μυθιστορημάτων, θεατρικός συγγραφές και πολιτικός ακτιβιστής) και τον Sadegh Hedayat (Ιρανός συγγραφέας, μεταφραστής και διανοούμενος). Εδώ η απόδοσή του κυμαίνεται μεταξύ αφήγησης και απαγγελίας, χωρίς να πείθει ιδιαίτερα, με αποτέλεσμα να επισκιάζεται από την φρενήρη αυτοσχεδιαστική διάθεση των υπολοίπων που οδηγεί στην κεκτημένη τους εκτόξευση προς το space rock σύμπαν. Συμπερασματικά, το Obsolete πέρα από την αδιαμφισβήτητη συλλεκτική του αξία δεν αποτελεί κάποιο σημαντικό εξελικτικό κρίκο στην πορεία των Gong. Ο Dashiell Hedayat που συγκεντρώθηκε στην λογοτεχνία (και δεν ασχολήθηκε ξανά με μουσική) αυτοκτόνησε το 2013, ταλανισμένος από χρόνια κατάθλιψη.

 

Machine – Machine
[Polydor, 1970]

Μετά την κυκλοφορία του Through the Eye (1969) από τους Swinging Soul Machine που έπαιζαν nederbeat (η ολλανδική εκδοχή του βρετανικού beat), η μπάντα από το Rotterdam μετονομάστηκε το 1970 σε Machine και το στυλ τους μετατοπίστηκε στο bluesy hard rock / psych-prog με soul-funk στοιχεία που ακούγονται στο ομώνυμο και μοναδικό δίσκο τους. Ηχητικά θα μπορούσε να πει κανείς πως ισορροπούν μεταξύ Deep Purple, Irish Coffee, Chicago και Blood Sweat and Tears (όσο παράδοξο κι αν ακούγεται ένα τέτοιο μείγμα). Οι Machine ήταν μία οκταμελής μπάντα με trio πνευστών, ακολουθώντας την brass τάση της εποχής. Το αποτέλεσμα είναι πολύ σφιχτοδεμένο, με πολύ ωραία φωνητικά από τον John Caljouw (πρώην Dragonfly), groove σε υψηλές ποσότητες και εξαιρετικά κομμάτια. Ίσως το γεγονός πως δεν είχαν ένα ξεκάθαρο ύφος και η απουσία ενός hit τους στέρησαν την επιτυχία. Σήμερα το Machine παραμένει μυστηριωδώς αγνοημένο αν και αποτελεί ένα άψογο δείγμα μιας μεταβατικής φάσης της rock μουσικής που δυστυχώς δεν μπόρεσε να διατηρήσει το brass στοιχείο στην τότε κυρίαρχη prog τάση. Δυστυχώς λίγο μετά την κυκλοφορία του η μπάντα διαλύθηκε το 1972. Ο Paul Vink (μπάσο) ήταν στη συνέχεια ο πρώτος κιμπορντίστας των θρυλικών Finch, αλλά αντικαταστάθηκε πριν την κυκλοφορία του ντεμπούτου τους Glory of the Inner Force (1975).

 

Ακρίτας – Ακρίτας
[Polydor, 1973]

Οι Ακρίτας ήταν ένα trio που ιδρύθηκε το 1972 από τον τραγουδιστή, μπασίστα και κιθαρίστα Σταύρο Λογαρίδη, τον ντράμερ Γιώργο Τσουπάκη και τον κιμπορντίστα Άρη Τασούλη. Μετά τους flower power Poll, ο Λογαρίδης αποφάσισε θέλει να φτιάξει πιο περίπλοκη μουσική κι έτσι σχημάτισε τους Ακρίτας. Στο ένα και μοναδικό άλμπουμ τους παρουσιάζουν πολλές επιρροές από τους Yes των πρώτων ετών και τους ELP, αλλά συνδυασμένα με πολλά ελληνικά παραδοσιακά και βαλκανικά στοιχεία. Οι στίχοι και το libretto είναι γραμμένα από τον σπουδαίο Κώστα Φέρρη ο οποίος έγραψε και τα κείμενα στο εμβληματικό 666 των Aphrodite’s Child. Χωρίς καμία ιδιαίτερη έκπληξη, δεδομένου της εποχής που ηχογραφήθηκε ο δίσκος, η παραγωγή έχει κάποια προβλήματα με τα ντραμς να είναι αρκετά θαμμένα σε σημεία, αλλά αυτό δεν αλλοιώνει ιδιαίτερα την μοναδική εμπειρία που είναι το άκουσμα του δίσκου.

Μέσα σε μόλις 30+ λεπτά η μουσική σαγηνεύει τον ακροατή με αλλαγές από μελωδικά σημεία σε περίπλοκες και δυνατές prog/jazz εκρήξεις που σε κάνουν να θέλεις να ξαναγυρίσεις την βελόνα στην αρχή του δίσκου με το που τελειώσει. Δυστυχώς, η μπάντα διαλύθηκε λίγο καιρό μετά την κυκλοφορία του δίσκου αφήνοντας τον κόσμο (ακόμα και δεκαετίες αργότερα) να θέλει και άλλο.

 

Logan Dwight – Logan Dwight
[PDU, 1972]

Το 1970 σχηματίστηκε στη Ρώμη το trio των Genesi in Rome από τους Donatella Luttazzi (φωνητικά), Francsco Ventura (κιθάρα) και Gianni Mereu (ακουστική κιθάρα). Με την προσθήκη των Federico D’Andrea (φωνητικά) και Claudio Barbera (μπάσο) μετονομάστηκαν σε Logan Dwight και ηχογράφησαν το μοναδικό τους album που κυκλοφόρησε το 1972. Στο δίσκο συμμετείχαν πολλοί guest μουσικοί μεταξύ των οποίων και ο σπουδαίος Toto Torquati, ενώ σε τέσσερα από τα επτά κομμάτια ακούγεται συμφωνική ορχήστρα. Ο έντονα βρετανικός ήχος οφείλεται σε μεγάλο βαθμό από τρεις Βρετανούς μουσικούς που συμμετείχαν στο σχήμα (Alex Ligertwood-φωνητικά, Mike Fraser-ντραμς και Derek Wilson-μπάσο). Η αλήθεια είναι ότι ο D’Andrea αντικατέστησε κατά τις ηχογραφήσεις τoν Ligertwood, o οποίος προσχώρησε στους Oblivion Express του Brian Auger (ο οποίος λάτρευε τους Logan Dwight). Η αρχική επιτυχία δεν είχε συνέχεια και τα οικονομικά προβλήματα οδήγησαν στη διάλυση της μπάντας. Το Logan Dwight παραμένει μέχρι σήμερα παραγνωρισμένο, ίσως γιατί δεν αποτελεί τυπικό RPI δείγμα, αλλά αυτό είναι που το κάνει μοναδικό. Στα μόλις 30 λεπτά του εμπεριέχεται μία υπέροχη άποψη επί του πιο groovy και μελωδικού prog, με hard rock, soul, funky και συμφωνικά στοιχεία. Ο τραγουδιστής Federico D’Andrea υπήρξε στη συνέχεια ο frontman των proggers Libra συμμετέχοντας στα δύο πρώτα albums τους.

 

Arachnoïd – Arachnoïd
[Divox, 1979]

Στα τέλη των 70s το progressive rock είχε ξεκάθαρα περάσει τη πρώτη νιότη του. Οι κυκλοφορίες του είδους προερχόταν είτε από ήδη καταξιωμένα σχήματα, είτε από χώρες που η εξέλιξη του είδους έμεινε κάποια χρόνια πίσω. Η περίπτωση του μοναδικού δίσκου των Γάλλων Arachnoïd είναι πολύ ιδιαίτερη. Σε ένα πλαίσιο με έντονη τη μυρωδιά του underground, τοποθετούν μια μεγάλη γκάμα επιρροών από πολλά ρεύματα του progressive rock, με τη Βρετανία και τη χώρα τους ως τις δύο βασικότερες πηγές άντλησης. Στο Arachnoïd συναντούμε το παράδοξο μιας συμφωνικής μουσικής πρότασης με βάση τα πλήκτρα, που βασίζεται κυρίως στους King Crimson και VDGG παρά στους Genesis και Yes. Παράλληλα στις βάσεις των συνθέσεων υποβόσκει έντονα ο avant-garde χαρακτήρας μπαντών όπως οι Magma και οι Univers Zéro, ενώ σίγουρα οι Ange και οι Pulsar αποτελούν άμεση επιρροή λόγω εντοπιότητας. Κάπως έτσι καταφέρνουν να παραδώσουν έναν από τους πιο σκοτεινούς δίσκους στην ιστορία του συμφωνικού prog. Έναν δίσκο που μπορεί να μην είναι τέλειος ούτε συνθετικά, ούτε ηχητικά, αλλά η ατμόσφαιρά και η ιδιαιτερότητά του τον τοποθετούν στο πάνθεον των «δεύτερης διαλογής» κυκλοφοριών της ιστορίας του progressive rock. Η ακρόαση του εμβληματικού εναρκτήριου Le Chamadere αποτελεί ξεκάθαρο πειστήριο της παραπάνω  πρότασης.

 

Zakarrias – Zakarrias
[Deram, 1971]

Το ομώνυμο και μοναδικό album των Zakarrias ηχογραφήθηκε στο καλοκαίρι του 1971 και κυκλοφόρησε την ίδια χρονιά από την Deram. Ηγετική μορφή του συγκροτήματος ήταν ο Αυστριακός Robert Haumer (φωνητικά, κιθάρα, μπάσο, καζού), ενώ τα υπόλοιπα μέλη ήταν από την Αγγλία όπου και η δραστηριοποιήθηκε η μπάντα. Η μουσική τους ήταν ένα μοναδικό και υπέροχο στεγνό hard prog / blues / folk με έντονα ακουστικό στοιχείο, αριστοτεχνική ενορχήστρωση και απόλυτα προσωπικό χαρακτήρα. Ίσως το μόνο πράγμα με το οποίο μοιάζει μέχρι ενός σημείου είναι οι πειραματισμοί των Led Zeppelin στο III, κυρίως γιατί ο Haumer είναι εμφανώς επηρεασμένος από τον Plant φωνητικά. Όλες οι συνθέσεις είναι εμφανώς πολυδουλεμένες και το επίπεδο του δίσκου συνολικά δεν αντιστοιχεί σε καμία περίπτωση σε obscure oddity ή underground κυκλοφορία.

Η μπάντα διαλύθηκε με τραγικό τρόπο όταν δεν εγκρίθηκε η άδεια εργασίας του Haumer στην Αγγλία. Αυτό είχε ως συνέπεια να αποσύρει αμέσως η Deram όλες τις κόπιες με συνέπεια η πρώτη έκδοση του δίσκου να είναι σπανιότατη (μία από αυτές πωλήθηκε το 2013 έναντι £2249). Απόλυτα δικαιολογημένα, σήμερα αποτελεί μεγάλη αδυναμία όχι μόνο των συλλεκτών αλλά και συνολικά των φίλων του βρετανικού 70s prog / blues rock ήχου.

 

Mogul Thrash – Mogul Thrash
[RCA Victor, 1971]

Οι Mogal Thrash σχηματίστηκαν από τον εξαιρετικό κιθαρίστα James Litherland όταν απολύθηκε από τους Colosseum με αρχικό όνομα James Litherland’s Brotherhood. Ο Brian Auger, ο οποίος έκανε και την παραγωγή στο δίσκο και παίζει πιάνο σε ένα κομμάτι, τους πρότεινε να αλλάξουν όνομα και εγένετο Mogul Thrash. Το ομώνυμο album τους είναι μέχρι σήμερα κλασσικό εκτός των άλλων γιατί είναι ο πρώτος δίσκος στον οποίο έπαιξε ο τεράστιος John Wetton. Το στυλ τους ήταν ένα πανέμορφο σημείο συνάντησης μεταξύ progressive rock, jazz και brass rock (τα πνευστά εδώ περιλαμβάνουν τρομπέτα, σαξόφωνο και μελλόφωνο). Η ηχητική συγγένεια με τους Colosseum είναι προφανής, αν και εδώ η κιθάρα έχει ξεκάθαρα πρωταγωνιστικό χαρακτήρα και αυτό έχει εντυπωσιακά αποτελέσματα. Ακούγοντας το λυσσαλέο παίξιμο του Litherland υποψιάζεται πως ήθελε να αποδείξει την αξία του και ανεξάρτητα του πόσο ισχύει αυτό, το βέβαιο είναι ότι τα κατάφερε. Τα φωνητικά του Litherland είναι τουλάχιστον πολύ καλά, αν και αν τα αναλάμβανε ο Wetton το αποτέλεσμα θα ήταν μοιραία ανώτερο. Σε ένα αψεγάδιαστο δίσκο όπως το μοναδικό album των Mogul Thrash, τα Elegy και Going North, Going West αποτελούν λαμπερά παραδείγματα της prog έκρηξης στην καλύτερη rock σκηνή που υπήρξε ποτέ.

 

Steel Mill – Green Eyed God
[Penny Farthing, Bellaphon, 1972]

Οι Steel Mill είναι από τα καλά κρυμμένα μυστικά της αχανούς 70ς Βρετανικής σκηνής και ελάχιστα είναι γνωστά για αυτούς. Η μουσική τους έχει στοιχεία τόσο από τη heavy rock σκηνή των late 60s/early 70s όσο και από την ψυχεδελική βρετανική σκηνή της εποχής τους. Το αποτέλεσμα στον μοναδικό τους δίσκο Green Eyed God είναι εξαιρετικό με τις heavy και τις dreamy στιγμές να εναλλάσσονται διαρκώς. Τα πνευστά του John Challenger (φλάουτο και σαξόφωνο) άλλοτε folky, ενίοτε jazzy και πολλές φορές στον dissonant αστερισμό του τεράστιου David Jackson δίνουν μοναδικό τόνο στο δίσκο, ειδικότερα όταν συνυπάρχουν με τις heavy rock στιγμές με χαρακτηριστικό παράδειγμα το Mijo and The Laying of the Witch και το επικό heavy rock ομώνυμο με το τρομερό κλείσιμο (θα φέρει το νου τους Jerusalem) που αποτελούν δύο εκπληκτικά κομμάτια που κάθε φίλος των 70s οφείλει να γευτεί. Το δε νοσταλγικό/συναισθηματικό Turn the Page Over αποτελεί ένα από τα highlights του δίσκου με την γεμάτη ερμηνεία David Morris μοιραία να αποτυπώνεται στο υποσυνείδητο όσων την έχουν βιώσει. Συνολικά πρόκειται για έναν δίσκο με τεράστια ποικιλία και εναλλαγή στυλ από κομμάτι σε κομμάτι που δεν χάνει καθόλου σε συνοχή παρά τον ετερόκλητο χαρακτήρα των κομματιών τους.

Κάντε το πρώτο σχόλιο

Υποβολή απάντησης