37°C – Sidarta

[Discom, 2017]

Εισαγωγή: Νίκος Φιλιππαίος
Μετάφραση: Νίκη Νικολακάκη

13 / 04 / 2017

Παρόλο που το progressive rock ως μουσικό ιδίωμα και ακόμα περισσότερο ως κίνημα έχει συνδεθεί με τις κοινωνικές, πολιτικές και κυρίως πολιτισμικές εξελίξεις του β’ μισού του 20ου αιώνα στον Δυτικό κόσμο, κατά τη διάρκεια των 70s κυρίως underground σκηνές  αναπτύχθηκαν όχι μόνο σε χώρες της Ασίας και της Αφρικής, αλλά και σε εκείνες του πρώην ανατολικού μπλοκ. Αν και ο φόβος της επιρροής από την Δύση και η λογοκρισία κυριαρχούσαν στα κομμουνιστικά καθεστώτα, κάποιοι μουσικοί προσανατολίστηκαν προς αυτή τη νέα και φιλόδοξη μουσική κατεύθυνση. Είμαι σίγουρος ότι αρκετοί από τους συντάκτες του Progrocks.gr μπορούν να μας προτείνουν κάποιες μπάντες από εκεί, στις οποίες έρχεται να προστεθεί το συγκρότημα των  37°C.

Οι 37°C αποτελούνται από μία ομάδα εξαιρετικών μουσικών, οι οποίοι συνεργάστηκαν στο Βελιγράδι κάπου στα τέλη της δεκαετίας του 1970 με επικεφαλής τον κιμπορντίστα Zdenko Radeta. Το έργο της μπάντας είναι περιορισμένο σε διάρκεια, πέντε συνθέσεις οι οποίες δεν ξεπερνούν τα 45 λεπτά, και έρχεται πρώτη φορά στο φως σε μια προσεγμένη βινυλιακή κυκλοφορία από τη σερβική ανεξάρτητη δισκογραφική Discom.


 

Ασυμβίβαστα καλλιτεχνικό prog rock από την πρώην Γιουγκοσλαβία

Διερευνώντας κανείς τη δραστηριότητα των μελών που αποτελούσαν τους 37°C στην ιστοσελίδα Discogs, εύκολα συμπεραίνει ότι οι ηχογραφήσεις που έχουν συγκεντρωθεί στο άλμπουμ Sidarta αποτελούν στουντιακές δοκιμές που πραγματοποίησαν στα διαλείμματα της επαγγελματικής τους δραστηριότητας ως session μουσικοί. Έτσι, στον Zdenko Radeta και την παρέα του δόθηκε η ευκαιρία να δημιουργήσουν απελευθερωμένοι τόσο από τα όρια των δισκογραφικών, όσο από τις απαιτήσεις του κοινού. Αν τώρα συνυπολογίσουμε ότι οι συνθέσεις ηχογραφήθηκαν λονδρέζικο στούντιο, πιθανότατα αποτελούν μία από τις πολύ ενδιαφέρουσες περιπτώσεις της πολιτισμικής επιρροής που άσκησε η Δύση στη Γιουγκοσλαβία κατά τη δεκαετία του ‘70. Το αποτέλεσμα είναι ένα δεξιοτεχνικό και εκλεκτικό progressive rock, το οποίο όμως δεν θυσιάζει τις ωραίες μελωδίες και γενικότερα την ουσία ούτε στον βωμό της βιρτουοζιτέ, ούτε σε αυτόν του κενού και ατέρμονου πειραματισμού.

Σίγουρα η πιο πειραματική σύνθεση είναι το ομώνυμο κομμάτι Sidarta, το οποίο φτάνει τα 18 λεπτά και καλύπτει την πρώτη πλευρά του δίσκου. Ουσιαστικά, έχουμε να κάνουμε με έναν εκτενή αυτοσχεδιασμό που θα χαρακτήριζα ως ambient jazz. Διαστημικά synths κυριαρχούν, φέρνοντας στο νου τον Βαγγέλη Παπαθανασίου. Την ενορχήστρωση συμπληρώνει ένα αεικίνητο άταστο μπάσο, καθώς και κιθάρες, κρουστά ακόμα και γυναικεία φωνητικά. Όπως προδίδει και ο τίτλος της σύνθεσης, οι ανατολίτικες μελωδίες και τα ανάλογα γυρίσματα προσθέτουν ενδιαφέρον, ενώ  το κομμάτι χτίζεται αργά και μεθοδικά, για να καταλήξει σε ένα free jazz κρεσέντο. Αυτή ακριβώς η δομή του Sidarta μας υπενθυμίζει ότι ένα από είδη στα οποία βασίστηκε το post-rock είναι αναμφίβολα το progressive rock.

Στη δεύτερη πλευρά του άλμπουμ συναντάμε συνθέσεις μικρότερης διάρκειας, πιο συγκροτημένες και με περισσότερο groove. Και πάλι η εγκεφαλικότητα συμπλέει με τη μελωδικότητα, ενώ η αισθητική είναι αμιγώς καλλιτεχνική. Η jazz και το rock συμπορεύονται, με έντονη την παρουσία της κλασικής μουσικής, ειδικά σε επίπεδο σύνθεσης. Παράλληλα, το δέσιμο των μουσικών είναι αξιοθαύμαστο, καθώς ο ακροατής μπορεί να διακρίνει τη θετική διάθεση, τη δημιουργικότητα και την έμπνευσή τους.

Δεν έχει τόσο νόημα να ξεχωρίσουμε κάποιο συγκεκριμένο κομμάτι, καθώς και τα τέσσερα θα κερδίσουν τους φίλους του progressive rock και του fusion. Αν μου έβαζαν το μαχαίρι στο λαιμό, θα επέλεγα το  Pescani Sat με τον μετρημένο επικό τόνο και το Izmoreni Putnik, στο οποίο τα διαρκώς εναλλασσόμενα μουσικά θέματα καθοδηγούνται από ένα ανήσυχο funky jazz ρυθμό.

Γενικότερα, το τονισμένο στοιχείο του groove απομακρύνει τους  37°C από μία ακαδημαϊκή και ελιτίστικη νοοτροπία και τους φέρνει κοντά στον κόσμο της μαύρης μουσικής, προσέγγιση που λογικά οφείλεται και στη συμμετοχή των μελών τους σε εντόπιες funk και disco κυκλοφορίες, κυρίως κατά τη δεκαετία του ’80. Ίσως πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η συμμετοχή της τραγουδίστριας Silva Delovska στο συγκρότημα KIM.

Είναι βέβαιο ότι η κυκλοφορία του Sidarta απευθύνεται κατά κύριο λόγο στους φίλους του συγκεκριμένου είδους και ευρύτερα σε βινυλιακούς συλλέκτες, DJs και ραδιοφωνικούς παραγωγούς που ψάχνουν το διαφορετικό. Ένα μειονέκτημα εντοπίζεται στην παραγωγή, η οποία είναι κάπως θολή, αντίστοιχη στουντιακών δοκιμών, οι οποίες δεν προορίζονταν για επίσημη κυκλοφορία. Από την άλλη βέβαια, αυτός ο πιο underground ήχος έχει και μία γοητεία. Τελικά, μέσω της συγκεκριμένης δουλειάς των  37°C μας δίνεται η δυνατότητα να αναλογιστούμε τη δυναμική του προοδευτικού ροκ κατά τη δεκαετία του ’70, καθώς και να κατανοήσουμε τη πρόσληψη και αφομοίωσή του στο πλαίσιο ενός ιδιαίτερου κομμουνιστικού καθεστώτος, όπως ήταν αυτό στη Γιουγκοσλαβία του Τίτο.

8 / 10

Νίκος Φιλιππαίος

 

2η γνώμη

 

Ένα χαμένο διαμάντι από την εξαιρετική 70s prog σκηνή της πρώην Γιουγκοσλαβίας που αναδύθηκε από την Discom. Ο ήχος των 37°C αποτελεί μία ιδιότυπη μίξη progressive rock και αυστηρού έως funky και groovy fusion με έντονο πειραματικό χαρακτήρα και την rock και την jazz να διεκδικούν επί ίσοις όροις την πρωτοκαθεδρία της βάσης. Έχοντας ως μοναδικό «μειονέκτημα» την ενδιαφέρουσα ανομοιομορφία μεταξύ των δύο πλευρών και το ίσως υπερβολικά απλωμένο και αφαιρετικό (αλλά αξιοθαύμαστα πρωτότυπο και ατμοσφαιρικότατο) 18-λεπτο ηλεκτρονικίζον ομώνυμο κομμάτι, αυτά που ακούει κανείς στη δεύτερη πλευρά επισύρουν τον θαυμασμό. Ειδικά στο Pescani sat η εκπληκτική δεξιοτεχνία όλων δοκιμάζεται στο υψηλότερο επίπεδο και στο Izmoreni putnik αυτή συνδυάζεται αριστουργηματικά με την πανέμορφη φωνή της Dragana Šarić (Bebi Dol). Η παραγωγή είναι η τυπικά «λεπτή» για τα δεδομένα των late 70s (1979) και είναι απόλυτα ταιριαστή μέχρι το τέλος του υπέροχου Vrteska που κλείνει το album. Προτείνεται ανεπιφύλακτα σε κάθε σοβαρό συλλέκτη καλής prog rock / fusion μουσικής.

8 / 10

Δημήτρης Καλτσάς