Native Construct – Quiet World

 [Metal Blade Records, 2015]

Native Construct - Quiet World

Εισαγωγή: Δημήτρης Καλτσάς
18 / 11 / 2015

Η σύντομη ιστορία των Native Construct είναι άκρως ενδιαφέρουσα και αναπόδραστα φέρνει στο νου μια πολύ γνωστή ιστορία. Το σχήμα αποτελείται από τρεις συμφοιτητές του Berklee College of Music στη Βοστόνη οι οποίοι ένωσαν δυνάμεις το 2011 με στόχο να δώσουν μια νέα πνοή στο progressive metal προσθέτοντας στοιχεία από την κλασσική μουσική και το μουσικό θέατρο. Αμέσως ξεκίνησαν να γράφουν το δικό τους υλικό μέχρι το 2013 και ένα χρόνο μετά ο ακούραστος Brian Slagel τους άκουσε, πίστεψε αμέσως στις δυνατότητές τους και τους προσέφερε συμβόλαιο στη θρυλική Metal Blade.

Το “Quiet World” κυκλοφόρησε φέτος σε παραγωγή της μπάντας και mastering του σπουδαίου Jamie King. Από την πρώτη του νότα είναι φανερό το των υψηλό επίπεδο των φιλοδοξιών των τριών νεαρών. Το album είναι concept (πόσο ευχάριστο να συναντάς τα prog cliché από τα πρώτα βήματα μιας μπάντας) και έχει ήδη απασχολήσει μεγάλο κομμάτι του prog κοινού. Αυτό που είναι βέβαιο είναι πως η πολυσυλλεκτικότητα της μουσικής τους και των στοιχείων που αναμιγνύουν μπορεί να οδηγήσει σε δύο πολύ διαφορετικές απόψεις, όπως αυτές του Θάνου και του Μελέτη.


 

Εντυπωσιάζοντας και τον προϊδεασμένο

Διαβάζοντας πως οι Native construct είναι φυντάνια του Berklee (κάτι αγαπημένο μου θυμίζει αυτό), ομολογώ πως είχα υψηλές προσδοκίες από το Αμερικάνικο τρίο και καθότι οι δεινόσαυροι του προοδευτικού metal αναλίσκονται σε επαναλαμβανόμενες φόρμες και νόρμες, μια νέα κυκλοφορία ενός νεοσύστατου συγκροτήματος χαιρετίζεται θετικά.

Τα προετοιμασμένα αυτιά μου δε μπόρεσαν να προβλέψουν τον ηχητικό κανονιοβολισμό που θα ακολουθούσε με το εναρκτήριο “Mute”. Προσωπικά, χρόνια έχω να ακούσω τόσο καθηλωτικό εναρκτήριο τραγούδι και μάλιστα 12λεπτο. Πραγματικά, μπορείς να ακούσεις τα πάντα: απαράμιλλη τεχνική, jazz μπασιστικές και όχι μόνο φόρμες, συμφωνικά σημεία, φόρο τιμής στους Spastic Ink, όλα αυτά συνοδευόμενα από μια ομολογουμένως καλή φωνή, αν και κάποιοι θα τη χαρακτηρίσουν ιδιαίτερη. Οι αλλαγές ρυθμού, ηχοχρωμάτων ακόμα και τα κάπως άκυρα brutal φωνητικά συνθέτουν ένα πολύ εντυπωσιακό μουσικό τοπίο. Βέβαια ένα τραγούδι μονάχα δεν καθορίζει μια ολόκληρη προσπάθεια.

Ευτυχώς, η ποιότητα δεν πέφτει ενώ αυξάνει η ποικιλία. Θα ακούσει κανείς ακόμα πιο συμφωνικά σημεία, πλήκτρα που παίζουν και χασκογελούν πάνω από τα υπόλοιπα όργανα θυμίζοντας κατά τόπους soundtrack θεατρικού έργου ή μιούζικαλ (παρότι δεν υπάρχει κλασσικός πληκτράς στο συγκρότημα), ρυθμούς που θα εκτραχύνουν περιστασιακά τον ήχο κυρίως μέσω των κρουστών (ούτε κλασσικός drummer υπάρχει!) και φυσικά προοδευτικά rock εδάφια. Κάθε σύνθεση έχει το νόημα της ακόμα και το μικρό οργανικό “The Spark of The Archon”. Θα μπορούσα να γράφω αράδες επί αράδων περιγράφοντας τη μουσική τους, όμως θα σταθώ σε ένα πολύ βασικό σημείο. Δεν είναι το πόσο καλοπαιγμένο είναι το αποτέλεσμα, αλλά το ότι έχει αυθεντικότητα, μεράκι και ξεχωρίζει από τον ορυμαγδό που βρίσκεται εκεί έξω.

Αξιολογώ θετικά και το concept του album το οποίο αναφέρεται σε έναν ιδιόρρυθμο μουγγό ο οποίος προσπαθεί να νιώσει τον έρωτα, απορρίπτεται από τον ερωτικό του πόθο. Επιμένοντας και θέλοντας να βιώσει το συναίσθημα αυτό -κάτι που δεν καταφέρνει- τελικά δημιουργεί ένα φανταστικό κόσμο που αποτελεί και το προσωπικό του οχυρό, κόσμο ο οποίος περιλαμβάνει και άλλους ανθρώπους σαν αυτόν, έναν πολύ πιο ήσυχο κόσμο (“Quiet World”).

Εκτελεστικά δεν υπάρχει κάτι που μπορεί να προσάψει κανείς, ούτε και ηχητικά αφού η παραγωγή είναι όπως πρέπει. Ακούγεται ευδιάκριτα κάθε όργανο και παρόλο που η βασική ιδιότητα των οργανοπαικτών είναι κιθαρίστας και μπασίστας, έχει δοθεί η αρμόζουσα βάση στα τύμπανα και στα πλήκτρα.

Το ψεγάδι είναι τα αχρείαστα brutal φωνητικά χωρίς όμως να αφαιρούν κάτι από τη μυσταγωγία του δίσκου. Επιπροσθέτως ίσως σε ελάχιστα σημεία να υπάρχει μια μικρή επανάληψη που μέχρι ένα σημείο είναι λογικό.

Συνοψίζοντας, πρόκειται για μια εξαιρετική κυκλοφορία που θα φιγουράρει σε πολλές λίστες, έκπληξη ακόμα και για αυτόν που τρέφει ελπίδες και σίγουρα ο πήχης τίθεται πολύ ψηλά. Δεν ξέρω αν θα είναι το ‘next big thing’ αλλά θα απογοητευτώ και θα απορήσω αν δεν παραμείνουν ως ένα ‘big thing’.

 

9 / 10

Μελέτης Δουλγκέρογλου

 

Μόνο ήσυχο κόσμο δεν τον λες…

Σε απόλυτη αντίθεση με το γενικό concept του album, οι νεο-εισερχόμενοι στην progressive metal σκηνή Native Construct παρουσιάζουν ένα πολύ δυναμικό ντεμπούτο, βασισμένο στις τεχνικές τους δυνατότητες και μια ομολογουμένως «ευχάριστη» ατμόσφαιρα. Απόφοιτοι, πλέον, του Berklee College, οι Robert Edens (φωνητικά), Myles Yang (κιθάρες) και Max Harchik (μπάσο), καταπιάνονται με μια θεματική ιστορία αγάπης την οποία αποφάσισαν να υποστηρίξουν με ένα άκρως τεχνικό μίγμα progressive metal, με στοιχεία κλασσικού progressive rock, musical, extreme metal, djent με ηλεκτρονικούς ήχους και μοντέρνες δομές. Το αποτέλεσμα; Ένα εντυπωσιακό μπέρδεμα…

Επτά συνθέσεις σε 48 λεπτά: αμέτρητες εναλλαγές ρυθμών, διαθέσεων και στυλ. Οι Native Construct δανείζονται στοιχεία κυρίως από Haken και Pain of Salvation, αλλά πάνε πολλά βήματα περαιτέρω όσον αφορά τις δομές (ποιές δομές;). Σχεδόν σε avant-garde ρυθμούς συγκροτημάτων όπως οι Leprous (παλαιότερα album), Arcturus (κλικ) και Schizoid Lloyd (κλικ), το αμερικάνικο γκρουπ δεν έχει πραγματικά όρια στον πειραματισμό. Από Dream Theater μέχρι Queen, ανάλαφρες ατμόσφαιρες τύπου Beardfish (κλικ) και νεο-συμφωνικές αναφορές σε γκρουπ όπως οι The Flower Kings, πιστοποιούν το ευρύ φάσμα επιρροών και δίνουν πολύ ενδιαφέρον στο αποτέλεσμα από το οποίο όμως λείπει η συνοχή.

Ακούγοντας το δίσκο αρκετές φορές, αδυνατώ να συγκρατήσω κάποιο συγκεκριμένο θέμα ή κομμάτι και να βγάλω συμπέρασμα για το ποιός ακριβώς είναι ο σκοπός του. Νομίζω οι αρτιότατοι Native Construct πέφτουν στην παγίδα της υπέρμετρης τεχνικής εκτέλεσης και κάπου εκεί χάνεται η ουσία και ο προσανατολισμός. Κινούμενοι μεταξύ άκρων, από brutal ξεσπάσματα σε «γλυκανάλατα» μελωδικά σημεία, προσφέρουν εξαιρετικά δείγματα φαντασίας αλλά μένουν εκεί, σε σημείο που μεμονωμένα κομμάτια μπορεί να φαντάζουν  εντυπωσιακά, στο σύνολο όμως χάνονται.

Για αυτούς που ψάχνουν progressive metal που να ξεπερνάει τα όρια δομών και συνθέσεων, φαντασίας και συνοχής, επενδύστε άφοβα. Οι υπόλοιποι προσπεράστε (οι Haken θα σας καλύψουν).

 

5.5 / 10

Θάνος Πάτσος