2013: διαειδικός πειραματισμός

 

Από τον Δημήτρη Καλτσά

26 / 02 / 2014

 

Το 2013 ολοκληρώθηκε και το ακόμα νωπό μουσικό αποτύπωμά του είναι μάλλον περίεργο και αρκετά ιδιαίτερο. Ενώ κυκλοφόρησαν πολλοί εξαιρετικοί δίσκοι, προσωπικά μου έλειψε η στυλιστική ποικιλία του 2012 και οι δισκογραφικές επιστροφές του 2011 (π.χ. Discipline, Omnia Opera), ενώ το 2010 ξεπεράστηκε σε επίπεδο κυκλοφοριών νομίζω. Πιο συγκεκριμένα, σε μία εποχή που το progressive rock και τα συγγενικά με αυτό είδη κυριαρχούν ποιοτικά διεθνώς σε δισκογραφικό επίπεδο, τα περισσότερα εκ των κορυφαίων άλμπουμ του 2013 ήταν «δυστυχώς» σχεδόν αποκλειστικά prog ή συναφή με αυτό, με τη ρετρό ψυχεδέλεια να έπεται.

Το heavy metal (και το metal γενικά) τα τελευταία χρόνια βρίσκεται δίχως καμία αμφιβολία σε τέλμα και οι όποιες ελπίδες έχουν μεταφερθεί στο σκληρό ρετρό αναλογικό ήχο που έχει αναβιώσει και ακμάζει σήμερα. Το κλασικό hard rock επίσης απουσίαζε το 2013 (να ‘ναι καλά οι Cult για την προηγούμενη χρονιά) και, αν και σημειώθηκαν πολλές αξιόλογες κυκλοφορίες στο χώρο της folk και των blues, λίγες ξεχώρισαν, όπως π.χ. το πειραματικό “Le Chant Des Fleurs” του Jean Pascal Boffo  και το “Get Up!” των  Ben Harper & Charlie Musselwhite, αντίστοιχα.

Γεωγραφικά, εκτός της σημαντικής ανόδου της Αγγλίας στον ευρύ ροκ χώρο (και όχι μόνο) το 2013, κατά την περσινή χρονιά επιβεβαιώθηκε αυτό που είχε ξεκινήσει πριν 5 περίπου χρόνια. Η νορβηγική σκηνή δεν είναι απλά ποικίλη και μοναδική σε επίπεδο αισθητικής (μετανεωτερικότητα, πειραματισμός, μινιμαλισμός, avant-garde) και έκφρασης (progressive, fusion, heavy rock, neo-psych, folk, post-rock). Εκτός των παραπάνω, είναι η πιο ενδιαφέρουσα σκηνή από όλες σήμερα και αυτό είναι ακόμα πιο σημαντικό.   

Το γενικότερο και σημαντικότερο χαρακτηριστικό της μουσικής του 2013 είναι ο πειραματισμός, που πλέον έχει εξαπλωθεί σε όλο το φάσμα των κυρίαρχων ειδών (κυριότερα στα περισσότερα παρακλάδια του rock, στη jazz και την ηλεκτρονική μουσική). Αυτή η άνθιση του experimental στοιχείου έχει γεφυρώσει μουσικά ρεύματα, ανοίγοντας (πιθανώς) νέους εκφραστικούς δρόμους ή έστω, απλώς εμβαθύνοντας τα ήδη υπάρχοντα είδη (καθόλου απλά δηλαδή).

Ακολουθεί η αντίστροφη μέτρηση των 31* άλμπουμ που ξεχώρισα από το 2013, με ένα σύντομο σχολιασμό για το καθένα. Αναμφισβήτητα το ευτυχέστερο στοιχείο της χρονιάς ήταν τα πολλά εντυπωσιακά ντεμπούτα που κυκλοφόρησαν. Για του λόγου το αληθές, τα 10 από τα 31 παρακάτω άλμπουμ ήταν πρώτες κυκλοφορίες (!).

Στις λεπτομέρειες έμειναν έξω τα εξής (αλφαβητικά): David Bowie – The Next Day, Korai Öröm – 2013, Nemo – Le Ver Dans Le Fruit, Psicomagia – Psicomagia, Spock’s Beard – Brief Nocturnes And Dreamless Sleep.

 

*Η αρχική λίστα περιελάμβανε 30 άλμπουμ. Η κυκλοφορία του “Jargon” του Τάκη Μπαρμπέρη στα τέλη του 2013 άλλαξε τα δεδομένα, αλλά θα ήταν κρίμα να μην αναφερόταν το περσινό ντεμπούτο των And The Traveler. 31 λοιπόν.

 


 

31. And The Traveler – The Road. The Reason.

Ακούγοντας το ντεμπούτο των νεοϋορκέζων, τα πρώτα δύο στοιχεία που προκαλούν εντύπωση στον ακροατή είναι: α) παρά τον ηχητικό πλουραλισμό, δεν παύουν να είναι  τρίο και β) ο δίσκος διαρκεί σχεδόν 84 λεπτά (!) και είναι concept…όχι από τα συνηθισμένα (ένας ταξιδιώτης προσπαθεί να σώσει ένα κορίτσι από τον σατανικό θείο της που την κρατά αιχμάλωτη σε μια τεράστια μητρόπολη). Αναφέροντας ως ενδεικτικές επιρροές τους τους: Bach, Debussy, John Coltrane, RX Bandits, Animals as Leaders, King Crimson, Dear Hunter (εμφανέστατα) και The Mars Volta, οι And The Traveler καταφέρνουν να παρασύρουν με το groove του jazzy alt / prog τους. O ήχος τους δεν έχει αποκτήσει ακόμα ολοκληρωμένη προσωπικότητα, αλλά ο πειραματισμός τους θα είναι καλός σύμβουλος για να συμβεί αυτό στο μέλλον.  

 

30. Causa Sui – Euporie Tide

Οι Δανοί Causa Sui, επίσης τρίο (εδώ και αρκετά χρόνια), είναι κατά βάση μία jamming ψυχεδελική, stoner rock μπάντα, με ολίγη από space rock. Η δισκογραφική τους παραγωγικότητα και η ποιοτική τους συνέπεια ενισχύθηκαν εμφατικά με το “Euporie Tide”, το 8ο άλμπουμ τους (ντεμπούτο: 2005!), το οποίο ξεπερνά με σχετική άνεση τα προηγούμενα επτά. Χωρίς να καταφεύγουν σε ευκολίες μακρόσυρτων κομματιών με «αδειάσματα», οι Causa Sui δούλεψαν δύο χρόνια για να επιτύχουν ένα εντυπωσιακά ισορροπημένο αποτέλεσμα υπνωτιστικού psych rock, που μεταπηδά από τον αμιγώς 60s ήχο σε riffs και ρυθμούς Kyuss, με μελωδίες που λειτουργούν ως «τυρί στη φάκα» για τους μυημένους. Ο δίσκος παίζεται σε επανάληψη για ημέρες χωρίς να κουράσει. Και χορεύεται φυσικά…    

 

29. The Reign Of Kindo – Play With Fire

Η σύγχρονη rock σκηνή της Νέας Υόρκης έχει δώσει μερικά από τα πιο όμορφα πράγματα που έχω ακούσει τελευταία. Εννοώ φυσικά τη μίξη της τοπικής jazz παράδοσης με τη σύγχρονη indie και αυτή τη χαρακτηριστική περιπετειώδη, προοδευτική, απαραιτήτως groovy και συχνά αρκετά πειραμαματική προσέγγιση. Οι Reign Of Kindo αποτελούν την επιτομή αυτής της πλουραλιστικής έκφρασης. Στο τρίτο άλμπουμ τους, το “Play With Fire”, συνδυάζουν την καταπληκτική (και λίγα λέω) ενορχήστρωση με την οπτιμιστική διάθεση εξαιρετικών κομματιών, τα οποία είναι σμιλευμένα με εξωγήινη τελειομανία. Εκτός του αναντίρρητου jazz smoothness, η γλυκύτατη φωνή του ηγέτη Joseph Secchiaroli αποτελεί εξαιρετικότατο δόλωμα. Τουλάχιστον από πλευράς αισθητικής, ο Casey Crescenzo (Dear Hunter) θα μνημονεύεται για πολλά χρόνια για την επιδραστικότητα του. 

 

28. Purson – The Circle And The Blue Door

Αυτό ήταν ντεμπούτο και κέντρισε την προσοχή πολλών για συγκεκριμένους λόγους. Η ηγετική μορφή των Purson είναι η εντυπωσιακή Rosalie Cunningham (γενν.: 24/04/1990!, επίσης στις all-girl neo-psych / post-punk Ipso Facto), η οποία παίζει ρυθμική κιθάρα και τραγουδά (υπέροχα), με τη ζεστή φωνή της να παραπέμπει κυρίως στη μεγάλη Sonja Kristina (Curved Air). Το συνθετικό επίπεδο του πρώτου δίσκου των Βρετανών Purson είναι υψηλότατο και η μουσική τους κινείται στο χώρο του ρετρό psych-prog, με προφανή «κόφτη» στα ορχηστρικά σημεία και τα σόλο σχεδόν να απουσιάζουν (κρίμα). Το μοναδικό ίσως μειονέκτημα των Purson είναι το, μέχρι ενός σημείου, στημένο και αρκετά εμπορικό τους στυλ. Ελπίζω να μην ακολουθήσουν την πορεία των Pure Reason Revolution.

 

27. Anciients – Heart Of Oak

Ένα ακόμα ντεμπούτο που έκανε μεγάλη αίσθηση ήταν αυτό των Anciients, μία από τις ελάχιστες εξαιρετικές metal κυκλοφορίες του 2013. Το κουαρτέτο από το Βανκούβερ του Καναδά στο “Heart Of Oak” κατάφερε να συνδυάσει με αξιοθαύμαστο τρόπο το vintage heavy rock (ή νεωτερικό metal κατά πολλούς) με το  prog metal και το post metal. Κάθε κομμάτι του άλμπουμ περιλαμβάνει κατά μέσο όρο πάνω από 4 (στην πλειοψηφία τους καθηλωτικά) riffs και τα φωνητικά εναλλάσσονται μεταξύ τυπικών heavy και brutal, με ισάξια, υψηλή απόδοση. Ένσταση στο συμπαγές, δυναμικό μπάσιμο των συμπαθέστατων και αισθητικά αξιοσέβαστων Anciients αποτελεί το υπερβολικό κομπρεσάρισμα στην παραγωγή (που εξακολουθεί να αρέσει σε αρκετούς), το οποίο αφαιρεί ζωντάνια από τη μουσική τους. Αν δε, στο 2ο άλμπουμ τους απο-Mastodon-οποιηθούν, έστω σε κάποιο ποσοστό, θα αναδείξουν πλήρως τον χαρακτήρα τους και τη στόφα μεγάλης μπάντας (που έχουν).

 

26. Fright Pig – Out Of The Barnyard

Fright_Pig___by_Ed_Unitsky_2012_Face_hi_res_Η επάνοδος του progressive rock ως μαζικού ρεύματος τα τελευταία χρόνια έχει γίνει με διαφορετικούς όρους απ’ ό,τι κατά την περίοδο της ακμής του στα 70s. Οι Αμερικανοί σήμερα συμμετέχουν και μάλιστα έντονα σε αυτό το πανηγύρι, με όρους αρκετά βρετανικούς μουσικά (λογικόν). Εν προκειμένω, οι Fright Pig αποτελούν την πιο εξτρεμιστική περίπτωση περφεξιονιστικού prog οπαδισμού εκ των Η.Π.Α. Το concept είναι γουρουνίschο (όλοι τους φορούν πάντα μάσκες γουρουνιών), το εξώφυλλο κακόγουστο και η παραγωγή όχι καλή, όμως όποιος είναι prog θα λυγίσει από την αρχή μέχρι το τέλος. Κορυφώνοντας την tongue-in-cheek προσέγγισή τους, οι ίδιοι, προμοτάροντας το ντεμπούτο τους, δηλώνουν: prog haters are gonna hate it! Τους αγαπώ.        

 

25. Midlake – Antiphon

Οι Midlake (από το Denton, Texas) είναι κατά πάσα πιθανότητα η καλύτερη folk rock μπάντα της τελευταίας 20ετίας παγκοσμίως (ναι, πιο πάνω από τους Decemberists). Ωστόσο, στο “Antiphon” κλήθηκαν να αποδείξουν ότι μπορούν να τα καταφέρουν χωρίς τον Tim Smith, έναν εκ των βασικών συνθετών και ιδρυτών της μπάντας. Το βάρος σήκωσε κυρίως ο Eric Pulido, στρέφοντας ελαφρά (και πανέξυπνα όπως αποδείχθηκε) τη μουσική κατεύθυνση της μπάντας προς πιο προοδευτικά μονοπάτια, διατηρώντας ταυτόχρονα τον λυρικό και πνευματώδη folk / indie χαρακτήρα. Το αποτέλεσμα ήταν οι Midlake να βραβευτούν και να επιτύχουν πλήρως με ένα εξαιρετικό, όχι πρωτίστως εμπορικό και για άλλη μία φορά γνήσιο άλμπουμ, το χειρότερό τους μέχρι σήμερα. Βeat that!

 

24. Electric Eye – Pick-Up, Lift-Off, Space, Time

Ένα ακόμα εντυπωσιακό ντεμπούτο, ένα από τα (5) καλύτερα νορβηγικά πέρσι ήταν από το underground “supergroup” από το Bergen (μέλη των Alexandria Quartet, The Megaphonic Thrift, Low Frequency in Stereo, Hypertext + τον Jazz / Noise / Drone drummer Øyvind Hegg-Lunde). Η περιγραφή της μουσικής τους είναι (αναγκαστικά) εκτενής: psych rock (με βάση τόσο το 90s neo-psych, όσο και το «κοινοβιακό» psych της Δυτικής Ακτής των H.Π.A. στα 60s), με αρκετά krautrock χρώμα και πειραματική φιλοσοφία, post-rock μετρικότητα, space rock σε όλα σχεδόν τα ανοικτά σημεία και όλα αυτά με μια blues επίχρωση. Απλό, σφιχτό και groovy, το άλμπουμ κρατάει απολαυστική παρέα για πολύ μακρά διαστήματα.

 

23. Vespero – Droga

Οι Vespero είναι κατά τη γνώμη μου η πιο αξιόλογη μπάντα από τη Ρωσία σήμερα (μεταξύ ελαχίστων ηχητικά ανεκτών). Ευτυχώς, οι συγκεκριμένοι τουλάχιστον υπερβαίνουν κατά πολύ αυτό τον χαρακτηρισμό. Το “Droga” είναι το πέμπτο άλμπουμ του (κατά βάση) τετραμελούς μουρλοκομείου και απέχει ισόποσα από τη μετριότητα και τη σύνεση (πάρα πολύ δηλαδή, ακριβώς όπως και τα προηγούμενα τέσσερα). Ο τίτλος του άλμπουμ είναι δηλωτικός της μουσικής που ακούμε εδώ: συμπυκνωμένο, υπερτοξικό, εξωκοινοβουλευτικό, μανιφεστωτικό,  ανατολίτικο psych / space / krautrock χωρίς φρένα. Έχοντας (δηλωμένα) επιρροές από avant-garde θέατρο και πειραματική ποίηση, οι Vespero προοδευτικοποιούν τη μουσική τους δίσκο με το δίσκο. Ακόμα κι αν όντως κάνουν πλάκα, το σίγουρο είναι πως κανείς δε μπορεί να τους πάρει στα αστεία.

 

22. Riverside – Shrine Of New Generation Slaves

Η αναμονή από το εξαιρετικό “Anno Domini High Definition” ήταν μακρά, αλλά τελικά μάλλον άξιζε τον κόπο. Εκτός του ότι το “Shrine Of New Generation Slaves” είναι πάρα πολύ καλό άλμπουμ, οι Riverside κατά τα χρόνια αυτά έχτισαν το όνομά τους και επανεμφανίστηκαν ως μεγάλη μπάντα πλέον (που ήταν ούτως ή άλλως). Η παραγωγή είναι απόλυτα επιτυχής (και πάλι σε συνεργασία με τον Robert Srzedniccy) και παρά το ότι δε λείπουν τα εκτενή prog κομμάτια, αυτή τη φορά υπάρχει και μία πιο ευθεία προσέγγιση. Το δέσιμο αυτής της μπάντας είναι πραγματικά σπάνιο. Για την προσωπικότητα του Mariusz Duda έχουν ειπωθεί δικαίως πολλά, αλλά προσωπικά, ακούγοντας το δίσκο συνειδητοποίησα πόσο μου είχε λείψει η κιθάρα του Piotr Grudziński. Πάντως, η μεγάλη διάρκεια (>73 λεπτά), και αυτό το εκ του ασφαλούς hard rock στοιχείο κατά τη γνώμη μου κρατούν το S.O.N.G.S. κάπως μακριά από την κορυφή του 2013.

 

21. llakzoid – II

Αν και η ένδοξη και πλούσια ψυχεδελική μουσική παράδοση στις χώρες της Ν. Αμερικής κρατά από τα τέλη της δεκαετίας του ‘60, έπρεπε να φτάσουμε στο 2009 και το ντεμπούτο των Föllakzoid για να ακούσουμε κάτι τέτοιο από μπάντα της Χιλής. Στο περσινό “II” το τρίο ακούστηκε από πολύ περισσότερο κόσμο και δικαιώθηκε για το μουσικό του χαρακτήρα: υπνωτιστικό trippy psych / space rock με αποκλειστική βάση τον motorik krautrock ρυθμό και μία ιδιοσυγκρατική οργανικότητα που τους αποδίδει τη δικαιολογημένη μοναδικότητά τους. Οι οπαδοί του ήχου των Neu!, Can και Kraftwerk (περιόδου “Autobahn”) οφείλουν να ενθουσιαστούν. Το άλμπουμ αυτό αποτελεί άλλη μία απόδειξη του μεγαλείου ενός φαινομένου στους τομείς ηχοληψίας και παραγωγής: η ιδιοφυία του Conny Plank βρίσκεται και εδώ, 26 χρόνια μετά το θάνατό του.

 

20. Rhùn – Fanfare Du Chaos

Καταγόμενοι από τη «μαμά» του avant-prog, τη Γαλλία, οι Rhùn πρωτοεμφανίστηκαν πέρυσι με το “Fanfare Du Chaos” και μας κατέπληξαν. Η «ουρανιότητα» του zeuhl ιδιώματος αναδύεται καταπληκτικά στα κομμάτια του ντεμπούτου τους που δεν περιορίζεται στον πειραματικό χαρακτήρα και δεν προβάλλει το avant-garde ως άλλοθι, καθώς το συνθετικό επίπεδο είναι πολύ υψηλό. Οι Rhùn κερδίζουν άπαντες διοχετεύοντας τη σκοτεινή τελετουργικότητα του ύφους τους παίζοντας πιο επιθετικά, πιο ανοικτά και πιο jazzy από το συνηθισμένο. Αν δεν ξεπατίκωναν σε τόσο μεγάλο βαθμό τους Magma, το “Fanfare Du Chaos” θα βρισκόταν πιο ψηλά στη λίστα. Δεν τους αδικώ βέβαια για το κόλλημα…  

 

19. Τakis Barberis – Jargon

6. JargonΈχοντας κάνει λίστες αγαπημένων δίσκων ανά χρονιά από το 1966, στις πρώτες 20 θέσεις υπάρχει δίσκος από Έλληνες καλλιτέχνες σε μόλις δύο χρονιές πριν το 2013: Aphrodite’s Child – End Of The World [1968], και Λένα Πλάτωνος – Σαμποτάζ [1981]. Το 2013 περιλαμβάνονται δύο άλμπουμ από Έλληνες καλλιτέχνες, τα οποία έχουν, συμπτωματικά βέβαια, ως σημείο τομής τον τίτλο του δίσκου του Τάκη Μπαρμπέρη. Για το καταπληκτικό “Jargon” έχουμε γράψει αναλυτικά εδώ.

 

 

 

18. Wolf People – Fain

Η γενικευμένη λαίλαπα του ακμάζοντος ρετρό αναλογικού ήχου έχει προκαλέσει, μεταξύ άλλων, μια στροφή των σύγχρονων Βρετανικών συγκροτημάτων προς το psych-prog / heavy rock των 70s και late 60s. Εκτός των Purson, μεταξύ των διακριθέντων ήταν και άλλοι συμπατριώτες τους. Ο τρίτος δίσκος των Wolf People ήταν μία από τις πιο ευχάριστες εκπλήξεις του 2013. Αφήνοντας τη μουσική τους να τους οδηγήσει, οι Λονδρέζοι βρήκαν τον δικό τους ζεστό ήχο και με τις μελωδικές αλλά και «ακανθώδεις» κιθάρες να οδηγούν το δρόμο στο jamming περιβάλλον των κομματιών τους, πέτυχαν να συγκινήσουν κοινό και κριτικούς. Πάνω απ’ όλα όμως, η γλυκύτατη φωνή και η folk ερμηνεία του Jack Sharp είναι που τους ξεχωρίζει σε μία εποχή, κατά την οποία η εμφατική βρετανικότητα είναι και πάλι cool.

 

17. The Dear Hunter – Migrant

Oι Dear Hunter από το πρώτο τους άλμπουμ το 2006 βρέθηκαν στο επίκεντρο της προσοχής των prog rock οπαδών, τουλάχιστον μέχρι το “The Color Spectrum” [2011], στο οποίο άλλαξε και φάνηκε επίσης να χάνεται ο προσανατολισμός τους. Στο “Migrant” αποδείχθηκε ότι η μουσική τους κατεύθυνση άλλαξε όντως, αλλά αυτή τη φορά συγκεκριμενοποιήθηκε και μάλιστα εντυπωσιακά. Το progressive μειώθηκε στη δοσολογία σχεδόν στο μηδέν (όπως και το Mars Volta στοιχείο) και η βάση δόθηκε στις συνθέσεις και στη ροή τους στο άλμπουμ. Το αποτέλεσμα μαγεύει ακόμα και όσους διαφωνούν με την επιλογή τους. Κι αυτό, γιατί σχεδόν όλα τα κομμάτια είναι καθηλωτικά και η ενορχήστρωσή τους άψογη. Αυτή η μίξη Queen λυρισμού και καμπαρέ γραμμών σε έντεχνο, (σχεδόν) indie περιτύλιγμα έχει ήδη επηρεάσει κόσμο και κοσμάκη, κυρίως στη Νέα Υόρκη. Ο Casey Crescenzo είναι σπουδαίος μουσικός. Εξαιρετικός δίσκος, αλλά δεν κρύβω ότι μου λείπουν τα “Act”.

  

16. Motorpsycho – Still Life With Eggplant

Οι Motorpsycho είναι η πιο παλιά μπάντα σε αυτή τη λίστα. Το περσινό “Still Life With Eggplant” ήταν το 18ο στούντιο άλμπουμ τους από το 1991. Πέραν του ότι ελάχιστοι βετεράνοι, όπως οι Motorpsycho, ακούγονται πιο φρέσκιοι από πρωτοεμφανιζόμενους, όντας μάλιστα ένα εκρηκτικό power trio, στην άποψη των συγκεκριμένων αποτυπώνεται η κατευθυντήρια τάση στη σύγχρονη νορβηγική σκηνή. Το άλμπουμ ισορροπεί σε πάρα πολύ υψηλά επίπεδα (μόνο αυτό το “The Afterglow” στο τέλος δε χρειαζόταν), με τον πειραματισμό να κερδίζει έδαφος στη μουσική τους. Πρόκειται για αυτό το ρετρό (πρώιμα 70s) heavy prog rock jamming, με πολλά ανοικτά σημεία post μονομανίας και αυτό το γλυκύτατο, αναντίρρητο Motorpsycho groove. Εδώ ακούγονται επιρροές από την ενδοξότατη σκανδιναβική progressive rock σκηνή των 70s, καθώς και από το βρετανικό psych-prog (ξεκάθαροι T2). Το momentum των Motorpsycho από το 2010 τους φέρνει στην πρώτη γραμμή παγκόσμια. Εν αναμονή του “Behind The Sun” λοιπόν…

 

15. Kama Loka – Kama Loka

Σκανδιναβία δεν είναι μόνο η Νορβηγία. Οι Kama Loka είναι το αποτέλεσμα συνεργασίας Σουηδών και Δανών (μέλη των Aron, Baby Woodrose, SKL) και το αποτέλεσμα έχει αρκετά μοναδικά χαρακτηριστικά. Εκτός του αργόσυρτου vintage, trippy psych-prog, το τελετουργικό στοιχείο και η φολκλορική ατμόσφαιρα έχουν προτεραιότητα. Οι αναφορές στην προϊστορία της Σκανδιναβίας στο progressive rock είναι και εδώ εντονότατες, αλλά είναι αυτή η ρετρό εκφορά τους που προσδίδει στη μπάντα το χαρακτηριστικό της ήχο. Το ντεμπούτο των Kama Loka ακούγεται λατρεμένα παλιακό και underground, χωρίς να ξενίζει καθόλου, ειδικά στα σημεία που η ροή της ψυχεδέλειας παραπέμπει σε σύγχρονους εν γένει «ομοϊδεάτες», όπως και οι Colour Haze. Μία από τις πιο ευχάριστες εκπλήξεις της χρονιάς, το δίχως άλλο.

 

14. Jardín de la Croix – 187 Steps To Cross The Universe

Οι Jardín de la Croix είναι η καλύτερη μπάντα από την Ισπανία σήμερα, όσο σκανδαλωδώς άγνωστοι κι αν παραμένουν, κυρίως εξαιτίας της εμμονής τους με τη μουσική και όχι την εμπορική προώθησή της. Για την ακρίβεια, παίζουν αποκλειστικά instrumental, πολυεπίπεδο, τεχνικά και χρονικά ακραιφνές, υπερμελωδικό και αψύ progressive post-rock. Το “187 Steps To Cross The Universe” ήταν το τρίτο τους άλμπουμ και είναι τουλάχιστον ισάξιο σε έμπνευση και πυκνότητα του εντυπωσιακού “Ocean Cosmonauts” [2011]. Η πορεία τους είναι δικαιολογημένα ανοδική και περιμένουμε τη στιγμή που θα βγουν (επιτέλους) από την Ισπανία.  

 

13. Birds and Buildings – Multipurpose Trap

Ο Dan Britton και οι εμπνεύσεις του αξίζουν το σεβασμό των απανταχού οπαδών του prog rock. Εκτός των Cerebus Effect και Deluge Grander, το πανθεονικό “Bantam to Behemoth“ των Birds and Buildings μας σόκαρε αξέχαστα το 2008. Πέντε χρόνια μετά, η επιστροφή της υπερμπάντας έγινε με ένα καταπληκτικό άλμπουμ ακραίου progressive / jazz-rock, με χιούμορ Zappa και αυτό το καταδικό τους μυστηριώδες, ημιπομπώδες στοιχείο. Εκτός του εξωφύλλου, το μόνο που δε μου αρέσει ιδαίτερα στο “Multipurpose Trap”είναι η ύπαρξη φωνητικών (καθόλου αναγκαία νομίζω). Για το παίξιμό τους και το πόσο αδιάκοπα «επιτίθενται» στον εγκέφαλο του ακροατή δεν υπάρχουν λόγια. Βαθιά υπόκλιση.   

 

12. Bolus – Triangulate

Το ντουέτο από το Τορόντο στο 4ο άλμπουμ των Bolus έγινε τρίο και το αποτέλεσμα στο “Triangulate” δεν έχει καμία σχέση με ό,τι είχαν κυκλοφορήσει μέχρι σήμερα. Το progressive rock τους έχει πια ενηλικιωθεί και η ηχητική και τεχνική τους άποψη έχει απογειωθεί. Η μουσική των σύγχρονων Bolus «συνοψίζεται» ως: clean-cut, γήινο, γλυκό, γενναία και πετυχημένα εκτεθειμένο παίξιμο, με πλούσιες μελωδίες και δροσερό βρετανικό alternative χρώμα. Bασικές επιρροές εδώ είναι οι Porcupine Tree και δευτερευόντως oι Genesis, ενώ υπάρχουν σαφείς αναφορές σε Radiohead και Muse. Με άλλα λόγια, κάτι σαν τους Abigail’s Ghost, αλλά με πιο έντονη προσωπικότητα. Ειδικά μετά από το “Triangulate”, το μέλλον τους ανήκει. Είναι και πιτσιρικάδες ακόμα…και είναι από τον Καναδά (με ό,τι μπορεί να σημαίνει αυτό μουσικά).

 

11. Chrome Hoof – Chrome Black Gold

Η μουσική της Αγγλίας γίνεται όλο και πιο ενδιαφέρουσα όχι μόνο σε καθαρές φόρμες, αλλά και στον πειραματικό τομέα. Οι Chrome Hoof είχαν δείξει τις δυνατότητές τους στους δύο τελευταίους δίσκους τους, ωστόσο στο 4ο άλμπουμ τους (κυκλοφορούν ένα κάθε 3 χρόνια από το 2004) εκτοξεύτηκαν. Το “Chrome Black Gold” αποτελεί μία περίτρανη απόδειξη της δυνητικής εμπορικότητας της experimental μουσικής. Οι ίδιοι αυτοχαρακτηρίζονται ως progressive / disco / metal / electro και έχουν απόλυτο δίκιο (κι όμως, ναι!). Απαρτίζονται από πρώην ή νυν μέλη / συνεργάτες των: Guapo, Knifeworld, Air, John Cale, Asia, Bolt Thrower, Noisettes, Cathedral και Carcass. Οι επιρροές τους προκαλούν άφθονο γέλιο δίπλα-δίπλα, π.χ. King Crimson, This Heat, Brainticket, Parliament, Univers Zero, Fantomas, Can, B-52’s, Judas Priest, Sun-Ra κ.ά. Με ηγέτη τον εκπληκτικό μπασίστα Leo Smee (πρώην Cathedral), η 11μελής κολεκτίβα από το Λονδίνο έχει βαλθεί να μας τρελάνει με το στήσιμο, την αμφίεση (απερίγραπτη) και τη μουσική της αποψάρα. Στοιχιματίζω εσαεί υπέρ των επικίνδυνων ισορροπιών τους.  

 

10. Haken – The Mountain

Δεύτερη συνεχόμενη μπάντα από το Λονδίνο. Αυτοί δε θα μπορούσαν να λείπουν από τη λίστα. Ως ανεμένετο, οι Haken έκαναν το 3 στα 3 με το “The Mountain” και πιστοποίησαν πως είναι μία από τις μεγάλες δυνάμεις του progressive rock παγκόσμια, εκπροσωπώντας τη σύγχρονη, σκληρή πλευρά του είδους, στο μουσικό σημείο τομής με το prog metal. Στο συγκεκριμένο άλμπουμ η κατάσταση γίνεται ακόμα πιο πυκνή σε σύγκριση με το “Visions” και οι ενορχηστρώσεις έχουν μια πιο έντονη κλίση προς το συμφωνικό progressive rock / metal. Η Theater-ική χρήση του μπουζουκιού στο 4ο λεπτό του “Pareidolia” ήταν μια ξεχωριστή, κορυφαία στιγμή στο “The Mountain”, το οποίο, ίσως όχι παράδοξα, χαρακτηρίζεται από εξαιρετικά prog epics και εμφανίζει τις μοναδικές του αδυναμίες σε κάποια πιο μικρά κομμάτια (“Because It’s There” και “As Death Embraces”). Αναμένουμε το επόμενο χτύπημά τους, το οποίο λογικά δε να καθυστερήσει πολύ. Α, δε συμφωνώ με τις ενστάσεις σχετικά με τη φωνή του Ross Jennings.

 

09. The Wrong Object – After The Exhibition

Ως γνωστόν, η ύπαρξη του Βελγίου αμφισβητείται από πολλούς. Βέβαια αυτό δε δικαιολογεί το ότι οι The Wrong Object παραμένουν σχετικά άσημοι μέχρι σήμερα. Αυτό οφείλεται πιθανότατα στον αμιγώς πειραματικό μουσικό χαρακτήρα της μπάντας και τη συνάφειά τους με τη jazz. To “After The Exhibition” είναι το 4ο άλμπουμ τους και είναι με διαφορά ό,τι καλύτερο έχουν κυκλοφορήσει (τα προηγούμενα 3 είναι εξαιρετικά). Εδώ οι The Wrong Object, υπό την καθοδήγηση του κιθαρίστα Michel Delville, καταφέρνουν να γεφυρώσουν αριστοτεχνικά όλες τις ποικίλες και άκρως ενδιαφέρουσες επιρροές τους. Έχοντας ως βάση της μουσικής τους το progressive rock της σκηνής του Canterbury, εκτείνονται με χαρακτηριστική άνεση σε nu-jazz και electro πεδία, ενώ τα πειραματικά τους σημεία είναι χρωματισμένα από Ζαππικό αβαντγκαρντισμό (αναφορές των ιδίων: Soft Machine, Gong, Squarepusher, Béla Bartok, Amon Tobin, Aka Moon, Charles Mingus, Frank Zappa). H ακατάπαυστη ενεργητικότητα και η ευφυής φρασεολογία του “After The Exhibition” το αναγάγουν σε ένα θρίαμβο της προοδευτικής μουσικής.

 

08. Verbal Delirium – From The Small Hours Of Weakness

Οι Verbal Delirium στο 2ο άλμπουμ τους εξέλιξαν το crossover prog τους, συνυφαίνοντας εντυπωσιακά το παραδοσιακό βρετανικό 70s prog rock (Van Der Graaf Generator, Genesis) με το σύγχρονο εναλλακτικό ήχο (Radiohead), υπό μία ιδιάζουσα, ενίοτε ψυχεδελική ή / και avant-garde, σκοτεινή, αλλά ποτέ δυσάρεστη ατμόσφαιρα. Η παραγωγή θα μπορούσε να είναι και καλύτερη (εξαιρετική για ανεξάρτητη) και οι εκτελέσεις ίσως ακόμα πιο φιλόδοξες τεχνικά. Οι συνθέσεις όμως του κημπορντίστα, τραγουδιστή και ηγέτη Jargon δε θα μπορούσαν να είναι πιο εμπνευσμένες. Εξαρτησιογόνο από την αρχή μέχρι το τέλος, το “From The Small Hours Of Weakness” κερδίζει με την τολμηρή ευθύτητά του και τελικά καταφέρνει να αφορά τους πάντες με την εκπληκτική ειλικρίνεια μουσικής και στίχων και τις συνεχόμενες μεγάλες στιγμές του, από το psych-prog ξέσπασμα στο “10,000 Roses” μέχρι το «αβυσσαίο» krautrock κλείσιμο του “Aeons”. Σπουδαίο άλμπουμ.

 

07. Leprous – Coal

Στο “Tall Poppy Syndrome” [2009] θεωρήθηκαν κάτι σαν «νέα μέγάλη ελπίδα». Τα τελευταία 3 χρόνια οι Leprous έχουν αποδείξει ότι είναι μία από τις πιο ενδιαφέρουσες νορβηγικές μπάντες (κατά πάσα δεν υπάρχει πιο κολακευτικός χαρακτηρισμός σήμερα). Στο “Coal” πειραματίστηκαν για άλλη μία φορά, αυτή τη φορά σε πιο εσωστρεφείς και δαιδαλώδεις συνθέσεις, με εξαιρέσεις κάποια υπέροχα διαλείμματα εμπνευσμένης «απλότητας». Ο κοινός παρονομαστής σε ολόκληρο το άλμπουμ είναι ο έντονος συναισθηματισμός που αντανακλάται κυρίως στα φωνητικά του Einar Solberg, τα οποία αγγίζουν πολύ υψηλά επίπεδα νοτών και αισθητικής. Στο “Coal” οι Leprous πέτυχαν την κατ’ ουσίαν προοδευτικότητα (απέχοντας συνειδητά από τεχνικές νόρμες) και κέρδισαν το χαρακτηρισμό “cool” με το πιο πολύπλοκο και δύστροπο άλμπουμ τους μέχρι σήμερα. Έχουν ξεπεράσει ήδη το «δάσκαλό» τους, Ihsahn (ο οποίος λάμπει στο “Contaminate Me”), αλλά θα του χρωστούν για πάντα (το 2013 κομμάτι “Salt” οι μεν, “NaCl” ο δε, τυχαίο;). Τελικά το “Bilateral” [2011] δεν ξεπεράστηκε νομίζω, αλλά οι Leprous κατάφεραν με τη μουσική τους να αφαιρέσουν το νόημα από αυτή τη σύγκριση.   

 

06. Rose Windows – The Sun Dogs

Το ντεμπούτο των Rose Windows από το Seattle αποτελεί μία απόδειξη των ιστορικών κύκλων που συμβαίνουν και στη μουσική, όταν οι συνθήκες είναι οι κατάλληλες. Εν τω μέσω της αναβίωσης του παλιού αναλογικού ήχου, το “The Sun Dogs” αποτελεί κορυφαία αμερικάνικη έκφραση αυτού του κινήματος. H ατμοσφαιρική ψυχεδελική folk της επταμελούς μπάντας έχει blues υπόστρωμα, heavy rock προεκτάσεις και μυστικιστικό χαρακτήρα, με ένα φίδι να αποτελεί το θεματικό κέντρο, καθώς έρπεται από το ένα κομμάτι στο άλλο. Μερικές από τις καλύτερες εκφάνσεις του 60s US psych είναι αριστοτεχνικά αφομοιωμένες στην προσωπικότητα των Rose Windows. Το πνεύμα των Jefferson Airplane, The Doors και Tim Buckley πλανάται πάνω από τα τραγούδια τους. Η αργόσυρτη, τελετουργική, εξαγνιστική μουσική του Chris Cheveyo, αποδίδεται άψογα με τον εντυπωσιακά γήινο ήχο που πέτυχε ο Randall Dunn (SunnO))), Boris, Earth), έχοντας ως βάση, πέρα από την εκπληκτική κιθάρα του Cheveyo και το φλάουτο της Veronica Dye, τη θελκτική και εξωτική φωνή της Rabia Shaheen Qazi.

 

05. Alice In Chains – The Devil Put Dinosaurs Here

To “Black Gives Way Τo Blue” δεν ήταν απλά μία ανέλπιστη επιστροφή το 2009. Αν τα βάλουμε κάτω και κρίνοντας από το αποτέλεσμα, πρόκειται για το πιο επιτυχημένο reunion από καταβολής ροκ μουσικής. Σα να μην έφτανε αυτό, 4 χρόνια μετά ο «Μίδας» Cantrell (αποστομωτικό επιχείρημα η αντισυμβατική και απόλυτα επιτυχής επιλογή DuVall) το ξαναέκανε να φαίνεται απλό. Στο “The Devil Put Dinosaurs Here”, όπου η εμπορική δυναμική συνδυάζεται σκανδαλωδώς (και) με πολύ σκληρά riffs και καυστικούς στίχους, υπάρχουν τουλάχιστον 5-6 κομμάτια με το εκτόπισμα του άμεσα κλασικού (“Hollow”, “Stone”, “The Devil Put Dinosaurs Here”, “Phantom Limb”, “Pretty Done”). Τα συμπεράσματα είναι τα εξής: 1) οι Alice In Chains είναι ανίκανοι να παράξουν οτιδήποτε μέτριο, 2) αποδεικνύονται για άλλη μία φορά εγκεφαλικοί με 2,5 ακόρντα να είναι αρκετά, 3) ο αναντικατάστατος Staley εξακολουθεί να μη λείπει σε κανέναν, 4) η σύμπραξη της μπάντας με τον Nick Raskulinecz στην παραγωγή δημιουργεί ηχητικά θαύματα. Η απουσία αυτού του άλμπουμ από τις λίστες πολλών έντυπων και ηλεκτρονικών μουσικών μέσων και ο εκθειασμός του μέτριου “…Like Clockwork” των QOTSA δεν εξηγούνται με ευκολία. 

 

04. Grand General – Grand General

Αν οι Electric Eye χαρακτηρίζονται ως supergroup, οι Grand General είναι κάτι παραπάνω. Το σφιχτοδεμένο μουσικό σώμα της μπάντας είναι χτισμένο από τους: Even Helte Hermansen (κιθάρα – Bushman´s Revenge), Ola Kvernberg (βιολί – Liarbird, Trondheim Jazz Orchestra), Erlend Slettevoll (πλήκτρα – The Core), Trond Frønes (μπάσο – Sunswitch, El Doom & The Born Electric) και έναν από τους καλύτερους rock / metal drummers  σήμερα, τον Kenneth Kapstad (Motorpsycho, Monolithic, God Seed, Thorns). Το αποτέλεσμα; Μια prog / jazz-rock / fusion θηριωδία αναλογικού πειραματισμού, με καλπάζον, jam-αριστό και φυσικά ρετρό ύφος. Ωστόσο, το πιο εντυπωσιακό στοιχείο του άλμπουμ δεν είναι ο συνδυασμός αυτός, ούτε καν το υψηλότατο συνθετικό επίπεδο, αλλά αυτή η άσβηστη εντύπωση του ανηλεούς, αψεγάδιαστου και «εκνευριστικά» άνετου one-take που μένει όταν ολοκληρώνεται κάθε ακρόαση του παρόντος αριστουργήματος.     

 

03. Henry Fool – Men Singing

Αυτή δεν ήταν απλώς μία επιστροφή από το πουθενά. Η μπάντα του μουσικά ιδιότροπου, ασυμβίβαστου και ευφυέστατου Tim Bowness (έτερον ήμισυ του Steven Wilson στους Νο-Μan από το 1987) είχε αδίκως ξεχαστεί μετά το πολύ καλό ομώνυμο άλμπουμ το 2001. Αν και η μόνη αλλαγή στη σύνθεση από τότε είναι ο Andrew Booker αντί του Fudge Smith στα ντραμς, η μουσική της μπάντας έχει αλλάξει αρκετά ως δομή και ως ύφος. Αντί των 16 μικρών κομματιών του ντεμπούτου, υπάρχουν μόλις 4 και μάλιστα instrumental στο “Men Singing” (στο οποίο δεν τραγουδά κανείς), τα οποία κλίνουν πολύ έντονα προς τον ήχο της σκηνής του Canterbury, στρέφοντας το prog / jazz-rock υποκείμενο σε αμιγώς πειραματικές, τριπαρισμένες οδούς, διατηρώντας ταυτόχρονα μία απαστράπτουσα συνθετική αυστηρότητα. Από την ομήγυρη των καταπληκτικών μουσικών ξεχωρίζει δίχως αμφιβολία ο τεράστιος Phil Manzanera (Roxy Music, Quiet Sun, 801), ο οποίος είτε παρέχει το ηλεκτρικό υπόστρωμα (“Everyone In Sweden”), είτε ηγείται με τον χαρακτηριστικό τραχύ ήχο της κιθάρας του (“Men Singing”), προσδίδοντας οξύνοια και κινηματογραφική εικονοπλασία στο πρώτο μισό του δίσκου. Συνολικά πρόκειται για βαρύ, δύσκολο και απολαυστικό άκουσμα, που ανταμοίβει τον ακροατή με πνευματική έξαρση.

 

02. Steven Wilson – The Raven That Refused To Sing (And Other Stories)

Το 3ο προσωπικό άλμπουμ του Wilson κυκλοφόρησε στις αρχές του 2013 και πολλοί έσπευσαν να θεωρήσουν πως η θέση της κυκλοφορίας της χρονιάς είχε καπαρωθεί. Όπως αποδείχτηκε είχαν δίκιο βέβαια. Όσο απίστευτο κι αν ακούγεται, ο δίσκος αυτός φιγουράρει στις πρώτες θέσεις των λιστών ακόμα και σε μέσα που έχουν ως βασικό κριτήριο το εξώφυλλο και το κούρεμα των μουσικών. Απίστευτο, γιατί όσο διάσημος κι αν είναι ο ηγέτης των Porcupine Tree σήμερα, η μουσική που έγραψε εδώ είναι αυστηρά και μόνο progressive rock. Εκτός της συγκλονιστικής παραγωγής (ίσως το πιο αναμενόμενο στοιχείο) και της εκπληκτικής συνθετικής ισορροπίας σε δυσθεώρητα ύψη, ο Wilson εδώ αποδείχθηκε μέγας ενορχηστρωτής και ηγέτης. Συγκρότησε μία επιεικώς αξιοζήλευτη μπάντα και κατόρθωσε να κατευθύνει τους μουσικούς του στη μέγιστη ατομική τους απόδοση, αυστηρά όμως εντός πλαισίων ομαδικότητας, χωρίς ο ίδιος (ή κάποιος άλλος) να ξεχωρίζει. Nick Beggs, Marco Minnemann, Adam Holzman, Theo Travis και Guthrie Govan απαρτίζουν ένα ιδανικό σύνολο εκτελεστών, με τον τελευταίο να παίζει πιο ουσιαστικά από ποτέ. Ειδικά το σόλο του στο “Drive Home” θα μνημονεύεται ως κλασικό, όπως και συνολικά ο δίσκος αυτός, τουλάχιστον για το prog rock ιδίωμα. Κι όμως, τελικά αποδείχθηκε ότι ακόμα και αυτό το φαινομενικά και εύλογα ασυναγώνιστο άλμπουμ μπορεί να χάσει την κορυφή στη λίστα ενός ταγμένου prog οπαδού…

    

01. Atlanter – Vidde

Αμφιβάλλω αν ο Jens Carelius και ο Arild Hammerø (κιθάρα & φωνή) είχαν προσχεδιάσει αυτό που ακούσαμε στο Vidde”, όταν σχημάτισαν τους Atlanter στην πρωτεύουσα της Νορβηγίας. Κι αυτό, γιατί τα τραγούδια τους, συνθετικά και εκτελεστικά, αποπνέουν ελευθερία και ζωντάνια, ασυνήθιστη για τα σημερινά δεδομένα. Και είναι τέτοια η πηγαιότητα της μουσικής τους, που οι ίδιοι την παρομοιάζουν με ένα κάλεσμα για χορό γύρω από τη φωτιά. Η κυρίαρχη ψυχεδέλεια των 60s συναντά το krautrock και τα δυο τους συνδυάζονται πρωτοφανώς με folk, indie, gospel, και κινηματογραφικό λυρισμό, όλα σε ένα ιδιάζον groovy desert blues περιτύλιγμα (οι ίδιοι το αποκαλούν “Viddeblues”), με μουσικό σημείο συνάντησης το -εδώ εντυπωσιακά δυσδιάκριτο- όριο άγριας Δύσης και Άπω Ανατολής. Αν και πρόκειται για ουσιωδώς πειραματικό δίσκο, ο ακροατής το ξεχνά εύκολα, ένεκα του συγκλονιστικού συνθετικού επιπέδου, της ρυθμικής διακριτότητας και της ασύδοτης θετικότητας που εκπέμπουν όλα ανεξαιρέτως τα κομμάτια. Το fingerpicking του Carelius, το slide του Hammerø, οι χρωματισμοί του Morten Kvam στο μπάσο και το «σπαρταριστό», ενεργοβόρο drumming του Jonas Barsten Johnsen αποτελούν την πιο εντυπωσιακή σύμπραξη και τη μεγαλύτερη έκπληξη του 2013. Το ντεμπούτο των Atlanter εκφράζει το άκρον άωτον του ομαδικού πνεύματος στο απόλυτα αναλογικό περιβάλλον που δημιούργησαν με τον Øyvind Røsrud Gundersen (μίξη & παραγωγή), ως ιδανική αποτίμηση του πνεύματος και της κληρονομιάς των ψυχεδελικών 60s, με αμιγώς σύγχρονους όρους. Όταν ολοκληρώνεται η ακρόαση του Vidde”, ένα χαμόγελο είναι ζωγραφισμένο στο πρόσωπό σου. Αισθάνεσαι ψυχική ανάταση και μία ευχάριστη ένταση. Χόρεψες κι εσύ γύρω απ’ τη φωτιά.

 

Και του χρόνου!

1 Trackback / Pingback

  1. Purson – In Τhe Meantime [ΕP] | ProgRocks.gr

Υποβολή απάντησης