Motorpsycho – Behind The Sun

Sorry, this entry is only available in Greek. For the sake of viewer convenience, the content is shown below in the alternative language. You may click the link to switch the active language.

 [Rune Grammofon / Stickman Records, 2014]

 

behind-the-sun

Εισαγωγή:  Κώστας Μπάρμπας
24 / 03 / 2014

 

Η Νορβηγία τα τελευταία χρόνια είναι η γη της επαγγελίας για πολλών ειδών μουσικόφιλους. Αυτό που συμβαίνει όμως στη Σκανδιναβική χώρα στο μεγαλύτερο μέρος των εκφάνσεων του progressive rock και της ψυχεδέλειας δεν έχει προηγούμενο. Μπάντες και καλλιτέχνες με τρομερό ταλέντο, αλλά και την κατάλληλη τεχνογνωσία για να το αναδείξουν, ξεπετάγονται συνεχώς.

Μέσα σε όλο αυτό το πανηγύρι στέκεται σε ηγετικό ρόλο μία από τις παλαιότερες και σημαντικότερες μπάντες της χώρας. Οι Motorpsycho από την αρχή των 90s δισκογραφούν χωρίς σταματημό, πειραματιζόμενοι με διάφορα μουσικά είδη πάντα προς όφελος της ποιότητας. Αφού έζησαν μέσα στον μετα-grunge αντίκτυπο των early 90s, αφουγκράστηκαν το πρώιμο stoner rock και το indie rock της εποχής, παίρνοντας μουσικές βοήθειες από παντού. Το τέλος της δεκαετίας τους βρήκε κατασταλαγμένους, να παίζουν στην ουσία ψυχεδελικό alternative και όσο προχωρούσαν στα 00s να ανοίγονται σε τζαμαρίσματα και jazz λογικές, υπό το πρίσμα του progressive rock. Η μουσική σκλήρυνε κι άλλο και το 2010 κυκλοφόρησαν το “Heavy Metal Fruit”, ένα heavy psych / prog αριστούργημα. Με το “The Death Defying Unicorn” κατάφεραν ως εκ θαύματος να ντύσουν αυτόν τον ήχο με συμφωνική ορχήστρα, δίνοντάς μας ένα δεύτερο σερί αριστούργημα. Με το περσινό “Still Life With Eggplant” έδειξαν να χαλαρώνουν παρουσιάζοντας ένα πιο τζαμαριστό και «καλοκαιρινό» αποτέλεσμα, με τη βοήθεια ενός ιστορικού μουσικού από τη γείτονα και επίσης μουσικά υπεραναπτυγμένη Σουηδία. O Reine Fiske, που έχει συμμετάσχει στο παρελθόν στους μεγάλους Landberk, στο project των Morte Macabre, τους Elephant9, τους Paatos και στους indie-psych-rockers Dungen, συνεχίζει να είναι με την μπάντα σε ακόμα πιο ενεργό ρόλο στον νέο τους πόνημα, υπό τον τίτλο “Behind the Sun”.


 

In Front Of The Sun

 

19η αισίως δισκογραφική δουλειά για τους Νορβηγούς μάστορες, οι οποίοι επιστρέφουν φέτος μετά τα αριστουργηματικά “Heavy Metal Fruit” και “The Death Defying Unicorn” και το πολύ καλό περσινό “Still Life With Eggplant”. Από τις πρώτες ακροάσεις του “Behind The Sun” φαίνεται να επενδύουν αρκετά στην μελωδικότητα σε σχέση με τον έντονο πειραματικό χαρακτήρα του περσινού τους πονήματος. Πλέον μπορούμε να πούμε με σιγουριά ότι η άποψή τους στον vintage / retro ήχο ηχεί τόσο σύγχρονη και ουσιωδώς προοδευτική έτσι, ώστε να μιλάμε από εδώ και στο εξής για «Motorpsycho στοιχείο» ως προσδιοριστικό χαρακτηριστικό στις μετέπειτα κυκλοφορίες συγκροτημάτων εφάμιλλου στυλ.

Το εναρκτήριο “Cloudwalker (A Darker Blue)” έχει όλα τα φόντα και τη στόφα για να ανήκει στα καλύτερα τραγούδια της μπάντας, αλλά και της χρονιάς που διανύουμε. Η έντονη μελωδικότητα που προείπαμε, αλλά και η εκτεταμένη χρήση του mellotron (τα credits στον Reine Fiske, μέλος των Landberk, Elephant9, Morte Macabre, Paatos) αποτυπώνεται τέλεια σε κομμάτια όπως το ονειρικό “Ghost”. Στα ψυχεδελικά “Entropy” και “The Magic & The Wonder (A Love Theme)” φαίνεται να επενδύουν στην τραγουδοποιία και στις ενορχηστρώσεις με εξαιρετικά μάλιστα αποτελέσματα. Φυσικά η μπάντα δεν ξεχνά τον heavy rock χαρακτήρα της και με κιθαριστικούς δυναμίτες όπως τα “On A Plate” και “Promise” μας φέρνει στο νου την early 70s σκανδιναβική σκηνή, αλλά και κλασσικούς heavy κολοσσούς όπως οι Black Sabbath και οι Mountain. Το heavy στοιχείο είναι έντονο και στο «απαραίτητο» prog instrumental, το “Kvæstor”, με το “Where Greyhounds Dare” που συνοδεύει το βασικό τίτλο του κομματιού να παραπέμπει στο “Where Eagles Dare” των Iron Maiden και όχι άδικα, μιας και ένα αρκετά μεγάλο σημείο στη μέση του κομματιού είναι βασισμένο στο βασικό riff του θρυλικού Maiden άσματος! Επίτηδες άφησα για το τέλος τη συνέχεια του “Hell (Part 1-3)” από το “Still Life With Eggplant”, τα ίσως καλύτερα κομμάτια του δίσκου “Hell (Part 4-6)” και “Hell Part 7”. Tο πρώτο είναι ένα 12λεπτο έπος με ποικιλία στο ύφος, πολλές εναλλαγές, έντονη ψυχεδελική ατμόσφαιρα, mellotron χαλιά και progressive χαρακτήρα, ενώ το δεύτερο αποτελεί ένα heavy jamming όργιο.

Δε θα ήταν υπερβολή να λέγαμε ότι οι Motorpsycho είναι η πιο ικανή και ουσιαστική jam μπάντα των καιρών μας. Το εκτελεστικό επίπεδο του trio είναι για άλλη μια φορά σεμιναριακού χαρακτήρα, οι παρεμβάσεις βιολιού και βιόλας κρίνονται άκρως επιτυχημένες και η εξαιρετική, ζεστή παραγωγή αναδεικνύει ακόμη περισσότερο τις συνθέσεις. Το μόνο αρνητικό που μπορεί να αναφέρει κάποιος είναι ότι ο δίσκος υστερεί στο να έχει μια ενιαία υφολογική ταυτότητα. Συνολικά, άλλος ένας εξαιρετικός δίσκος στο παλμαρέ των Motorpsycho, που από ό,τι φαίνεται τα 2010s είναι η δεκαετία τους. Μέχρι λοιπόν το επόμενο τους πόνημα, το “Behind The Sun” είναι «καταδικασμένο» για λιώσιμο!

 

8.5 / 10

Πάρης Γραβουνιώτης

 

Cloudwalking again

 

Την τελευταία πενταετία οι γερόλυκοι (?!) Motorpsycho έχουν βάλει το πολυβόλο στο κατά ριπάς και ρίχνουν κατά βούληση. Φέτος δεν άργησαν καθόλου να επανέλθουν, με το “Behind the Sun” να αποτελεί τη συνέχεια του περσινού “Still Life with Eggplant” σε πολλούς τομείς. Καταρχάς η παρουσία του Reine Fiske μονιμοποιείται και εκτός από τη δεύτερη κιθάρα, εδώ παίζει και mellotron. Στα μουσικά υπάρχουν μεν κάποιες διαφοροποιήσεις (mellotron προεξέχοντος), αλλά στην ουσία μοιάζουν αρκετά ως δύο δίσκοι βγαλμένοι από τα ίδια sessions. Αυτό είναι και το βασικό μειονέκτημα (αν κάποιος μπορεί να το λάβει ως τέτοιο). Δεν υπάρχουν τρομερές εκπλήξεις, αφού η μπάντα δείχνει να έχει κατασταλάξει (με μικρές αλλαγές κάθε φορά) στο ύφος που εισήγαγε στο “Heavy Metal Fruit”.

Όλα λοιπόν τα στοιχεία που έκαναν την αλλαγή πλεύσης των Νορβηγών τόσο απολαυστική είναι εδώ σε μεγάλη αφθονία. Συνθέσεις που στη μεγάλη τους πλειοψηφία μοιάζουν προϊόντα ακραιφνούς τζαμαρίσματος, καταφέρνουν να ακουστούν ως ολοκληρωμένες και μελετημένες στην εντέλεια συνθέσεις. Ένα παίξιμο που αφήνει στον ακροατή την αίσθηση του ανοιχτού και του «περίπου», ενώ είναι παράλληλα σφιχτότατο και καλοκουρδισμένο. Η μουσική, ενώ δε χάνει σχεδόν ποτέ την ψυχεδελική υφή της, δεν παύει ούτε για ένα δευτερόλεπτο να είναι progressive αλλά και heavy. Συνεπώς, το μουσικό tag που μπορεί να μπει στο δίσκο είναι αυτό του heavy psych / prog. Τα 70s σίγουρα είναι η βάση και παρόλο που η εμπειρία και το ταλέντο των μελών έχει δημιουργήσει ένα trademark ύφος για την μπάντα, μπορούμε σίγουρα να αναφέρουμε ως επιρροές τους T2 και τους Atomic Rooster (η διπλή κιθάρα ίσως φέρνει στο μυαλό και τους Ολλανδούς Cargo). Όπως είναι λογικό, η πιο «περιπετειώδης παικτικά» περίοδος των 70s Sabbath είναι παρούσα (από “Vol 4.” έως “Technical Ecstasy”), ενώ αρκετά σημεία και κυρίως οι δύο μπαλάντες (“Ghost”, “Entropy”) ξυπνούν late 60s / early 70s psych-prog μνήμες. Στα φωνητικά υπάρχει επιρροή από Beach Boys, αν και σε μικρότερο βαθμό σε σχέση με το “Still Life with Eggplant”. Τέλος, η τέλεια συνθετικά ισορροπία ανάμεσα στο “παλιακό” και το  εναλλακτικό 90s στοιχείο αναδεικνύεται και από την εξαιρετική παραγωγή.

Συνεχίζοντας τη σύγκριση με τον προκάτοχο του, το “Behind the Sun” μοιάζει πιο ολοκληρωμένο και ένα κλικ ανώτερο ποιοτικά. Υπάρχει μια πιο σαφής “album oriented” λογική στο στήσιμο, την ποικιλία, ακόμα και τη σειρά των κομματιών. Επίσης, δεν υπάρχουν τραγούδια που να υστερούν ιδιαίτερα. Τα λιγότερο καλά του δίσκου είναι το “On a plate” που διαθέτει ένα εξαιρετικό riff και ένα θανατερό groove (το rhythm section είναι για μια ακόμη φορά οδοστρωτήρας σε όλο το δίσκο) και η πολύ καλή μπαλάντα “Entropy” με το εξαιρετικό κιθαριστικό σόλο. Κατά τα άλλα, το εναρκτήριο “Cloudwalker” είναι ένας κλασικός Motorpsycho ύμνος, το χειμαρρώδες “The Promise” διαθέτει ένα απίστευτο σημείο που mellotron-κιθάρες-μπάσο πιάνουν φωτιά και το “Kvæstor (incl. Where Greyhounds Dare)” πέρα από το αναπάντεχο tribute στους Iron Maiden, είναι μάλλον και το καλύτερο κομμάτι εδώ.  To “Hell Part 4-6”, αν και λίγο μεγαλύτερο από ότι θα έπρεπε, ανταμείβει με το μεθυστικότατο oriental psych / prog τελείωμά του. Το “Hell Part 7” από την άλλη είναι πιο σφιχτοδεμένο και groove-άρει ανελέητα ρίχνοντας την αυλαία με ιδανικό τρόπο. To “The Magic & The Wonder” συναρπάζει με τις εναλλαγές διάθεσης και μελωδίας. Τέλος, το “Ghost” είναι μια υπέροχη ψυχεδελική μπαλάντα, που με λίγο καλύτερα φωνητικά θα απογειωνόταν ακόμα ψηλότερα. Αυτό είναι και το δεύτερο προβληματάκι στο δίσκο και γενικά στην μπάντα νομίζω. Ενώ τα φωνητικά είναι πολύ καλά και έχουν ένα ξεχωριστό ύφος, απουσιάζει η δυνατότητα για το κάτι παραπάνω, κυρίως στα πιο συναισθηματικά σημεία των κομματιών.

Μόνο με πολύ μεγάλη αυστηρότητα βρίσκει κανείς να πει κάτι αρνητικό για τους Motorpsycho, οι οποίοι καταφέρνουν τα τελευταία χρόνια να παίζουν μουσική με σοφία βετεράνου και ορμή εικοσάχρονου. Μουσική που μπορεί να αγγίξει ένα μεγάλο εύρος ανθρώπων, από τον πιο «καλογυαλισμένο» progrocker μέχρι τον πιο υπερβολικά αργό στις αντιδράσεις του stoner-ά. Δεν είναι δα και τόσο εύκολο αυτό…

 

9 / 10

Kώστας Μπάρμπας