Threshold: μια prog metal σταθερά

Εισαγωγή: Δημήτρης Καλτσάς
Μετάφραση: Αλέξανδρος Μαντάς

Στις 12 Νοεμβρίου οι θρυλικοί πλέον Threshold θα εμφανιστούν ζωντανά στην Ελλάδα, στο Κύτταρο και αυτό το live δεν είναι δυνατόν να περάσει απαρατήρητο ή να χαθεί στη λίστα με όλα τα επερχόμενα events.

Οι Threshold αποτελούν μοναδική περίπτωση βρετανικής prog metal μπάντας με εκθαμβωτικά συνεπή και ποιοτικά ισορροπημένη δισκογραφική πορεία από το 1993. Το φετινό διπλό τους album Legends of the Shires (οι κριτικές μας εδώ) μας εντυπωσίασε με τον αέρα ανανέωσης που έφερε ο παλιός γνώριμος Glynn Morgan και είναι λογικό να ανυπομονούμε να τους δούμε ζωντανά.

Κάναμε μια μικρή αναδρομή στο παρελθόν. Επτά συντάκτες επέλεξαν από έναν δίσκο του συγκροτήματος και εξηγούν την ιστορική και μουσική σημασία του σε προσωπικό επίπεδο και όχι μόνο.


Wounded Land
[Giant Electric Pea, 1993]

Σε έναν χωροχρόνο τελείως αφιλόξενο για αυτό το είδος μουσικής (Μ. Βρετανία, 1993, Brit pop άνθηση),  οι Threshold κυκλοφορούν την πρώτη τους δουλειά υπό τον τίτλο Wounded Land. Πρόκειται για ένα εξαιρετικό άλμπουμ που έχει ως βάση το βρετανικό neo –prog όπως αυτό άκμασε από γκρουπ όπως οι Marillion, I.Q, Galahad, Pallas, Pendragon, με την χαρακτηριστική χρήση πλήκτρων να δηλώνουν βροντερό παρών σε όλη τη διάρκεια των συνθέσεων.

Η διαφοροποίηση όμως που συναντάται και κάνει τους Τhreshold να ξεχωρίζουν από τα αναφερθέντα γκρουπ είναι οι επιρροές από το αμερικάνικο progressive metal  (Fates Warning των άλμπουμ No Exit και Perfect Symmetry) αλλά και από το αμερικάνικο  metal και hard rock των 80’s. Στο Wounded Land οι heavy στιγμές συνυπάρχουν με συναισθηματικές εξάρσεις αλλά και με μικρά τεχνικά ξεσπάσματα. Ιδιαίτερη μνεία πρέπει να γίνει στις εξαιρετικές ερμηνείες του Damian Wilson αλλά και στα θέματα του πληκτρά Richard West.

Όλα αυτά μέσα σε ένα στιχουργικό πλαίσιο που πραγματεύεται πολιτικοκοινωνικά ζητήματα (οικολογία, υπερκατανάλωση, ναρκωτικά, πόλεμοι). Οι Threshold κατόρθωσαν να συγκεράσουν ιδανικά το τεχνικό US metal / progressive με το Βρετανικό neo-prog, σε ένα  ιστορικό πλέον ντεμπούτο.

Πέτρος Παπαδογιάννης

 

Psychedelicatessen
[Giant Electric Pea, 1994]

Δύσκολα θα βρισκόταν κανείς που να μην αναγνωρίζει το Psychedelicatessen ως album ορόσημο στην ιστορία του progressive metal. Πρόκειται, αναμφισβήτητα, για τη στιγμή που το Ην. Βασίλειο αποφασίζει να δηλώσει το δικό του παρόν μέσα στον καταιγισμό της προοδευτικής metal έμπνευσης που εξελίσσεται στην άλλη άκρη του Ατλαντικού. Το Psychedelicatessen είναι album-τοτέμ.

Οι Threshold δε θα ξαναπαίξουν ποτέ τόσο σκληρά και ακατέργαστα και την ευθύνη γι’ αυτό μοιράζονται ο βαρύς Harradence και ο αλαφροΐσκιωτος Morgan. Είναι που ο τελευταίος καταφέρνει να αποδώσει λυρικά και μαγκιόρικα τον πρώτο ενικό ενός στιχουργικού τοπίου που ισορροπεί ανάμεσα στην οργή απέναντι στον κοινωνικό ετεροκαθορισμό και την, ενίοτε γλυκανάλατη, ελπίδα για μια δανεισμένη νοηματοδότηση.

Παρά την έλευση τριών νέων μελών, η μπάντα εμφανίζεται εξαιρετικά δεμένη. Ο τρόπος που τα keyboards συνομιλούν με τις κιθάρες είναι ένα από τα ατού του album. Με το ρετρό τους ηχόχρωμα, τα πρώτα, προσδίδουν ένα απέριττο διάνθισμα στις κεντρικές θεματικές των δεύτερων. Η δομή των κομματιών αρκετά συμβατική. Συνήθως στο κλασικό σχήμα: “1ο θέμα, παραλλαγή, 2ο θέμα, γέφυρα, παραλλαγή, solo”, με ψευδοκυκλική κατάληξη (επιστροφή στο αρχικό θέμα), είτε με αυθαίρετη. Ο ήχος τους αν και δεν έχει καινοτομίες και έντονα προσωπική ταυτότητα, είναι ένας εστέτ εκλεκτικισμός που αντλεί από Metallica, Black Sabbath, Queensrÿche και Dream Theater.  Κορυφαίες στιγμές τα Sunseeker, Innocent και Devoted, να νιώθουν την ανάσα των Into the Light και Babylon Rising.

Σπύρος Κονιτόπουλος

 

Extinct Instinct
[Giant Electric Pea, 1997]

Το Extinct Instinct είναι το τρίτο στούντιο album των Βρετανών progressive metallers Threshold που κυκλοφόρησε το 1997. Είναι το πρώτο album όπου πρωταγωνιστεί ο drummer Mark Heaney και επίσης σηματοδοτεί την επιστροφή του τραγουδιστή Damian Wilson μετά από μια τετράχρονη απουσία. Αυτές οι αλλαγές στη σύνθεση της μπάντας επέφεραν και αλλαγές στη διαδικασία της σύνθεσης των τραγουδιών, η οποία είναι πια πιο πειραματική σε σχέση με το Psychedelicatessen. Ο ήχος γενικά είναι πολύ prog, αλλά και ταυτόχρονα βαρύς. Οι στίχοι στην ολότητά τους έχουν να πουν σημαντκά πράγματα. Το εύρος της φωνής του Wilson χαρίζει μπόλικες αξιομνημονευτες στιγμές σε αυτόν τον δίσκο. Ο ήχος της κιθάρας του Groom είναι μαγευτικός, ειδικά στο Eat the Unicorn το οποίο είναι μάλλον το καλύτερο τραγούδι εδώ και γενικά ένα από τα καλύτερα που έχουν γράψει ποτέ. Οι ικανότητες των μελών της μπάντων φαίνονται ιδανικά σε τραγούδια όπως το Somatography, το Part of the Chaos και το The Whispering. Η ποιότητα, οι όμορφες μελωδίες και τα δυνατά μουσικά θέματα είναι διάχυτα στο album και δεν κατανόησα ποτέ μου γιατί τόσο πολλοί οπαδοί των Threshold δεν αρέσκονται στο Extinct Instinct μια και πρόκειται για έναν πραγματικά εκπληκτικό δίσκο ίδιου επιπέδου με τους προηγούμενους και ένα από τα πολλά διαμάντια που περιέχει η δισκογραφία τους.

Goran Petrić

 

Clone
[Giant Electric Pea, 1998]

Στο Clone για άλλη μια φορά ο τραγουδιστής της μπάντας ήταν διαφορετικός, μια και o Wilson για άλλη μια φορά αποχώρησε για να τον αντικαταστήσει ο εκλιπών πλέον Andrew «Mac» McDermott.

Η θεματολογία του δίσκου, επηρεασμένη από τις τεχνολογικές ανακαλύψεις της εποχής, ασχολείται με τη γενετική και τους κινδύνους που περικλείει για το ανθρώπινο είδος. Πάνω στις εφιαλτικές προοπτικές που η μπάντα έβλεπε να διαμορφώνονται για το μέλλον του κόσμου, στήνουν ένα concept δίσκο που είναι από τους πιο σκληρούς της καριέρας τους και προεικόνισε και το μελλοντικό τους ύφος.

Από το αρχικό Freaks καταλαβαίνουμε πως ο δίσκος βασίζεται στην εξαιρετική διπλή κιθαριστή συνεργασία και στο σημαντικό ρόλο του πληκτρά Richard West. Ο Andrew «Mac» McDermott, αρκετά διαφορετικός από τον προκάτοχό του, δίνει μια πλαστικότητα στις συνθέσεις και ειδικότερα σε πιο ήπια κομμάτια όπως στο Change εμφυσώντας γενικά  στο δίσκο μια μελωδικότερη χροία.

Ο δίσκος εν πολλοίς δομείται ανάμεσα σε καλοδουλέμενα riffs και το πρωτεύοντα ρόλο των πλήκτρων. Τραγούδια όπως το (Queensrÿche-ικό) The Latent Gene και το Goodbye Μother Earth παρά τη σχετικά μεγάλη τους διάρκεια είναι αρκετά εύληπτα. To Clone, αν και δίνει έμφαση στο σκληρό στοιχείο, έχει μελωδικές πλευρές και σίγουρα βρίσκει τη χρυσή τομή ανάμεσα στην τεχνική κατάρτιση και στη συγγραφή καλών κομματιών και δίκαια συγκαταλέγεται στις καλύτερες δουλειές της μπάντας.

Χρήστος Μήνος

 

Subsurface
[InsideOut, 2004]

Ο δίσκος αυτός είναι ένας από τους αγαπημένους μου στον πλούσιο κατάλογο τους, μια κυκλοφορία που τους βρήκε σε καταπληκτική κατάσταση. Πέρα από τις προφανείς σταθερές των απαστράπτωντων solos και riffs των Groom / Midson, των πάντα άρτιων πλήκτρων του West (που εδώ ηχητικά άγγιξαν την τελειότητα) και τον βράχο των drums που λέγεται Johanne James που παρέα με τον νεοφερμένο τότε Steve Anderson συνέθεσαν ένα στιβαρό rhythm section, εδώ βρίσκουμε τον αδικοχαμένο Mac στην καλύτερη ίσως ερμηνεία της καριέρας του. Η πανέμορφη φωνή του δίνει το κάτι παραπάνω σε ήδη καταπληκτικά τραγούδια όπως τα The Art of Reason, Ground Control και το fan favourite Mission Profile. Ηχητικά κινούνται εκεί που τους βρίσκουμε πάντα, στο σημείο τομής του βαρέως και κιθαριστικού prog metal (χωρίς φανφάρες και επιδείξεις τεχνικής) και του neo-prog που τόσο φαίνεται να τιμούν ως συνθέτες. Πιασάρικες συνθέσεις μεταξύ άλλων (βλέπε Pressure, Flags and Footprints), πανέμορφα refrain, ενδιαφέρουσες αλλαγές, άρτια τεχνική, ουσιώδεις και καλογραμμένοι στίχοι και η άψογη παραγωγή των Groom / West συνηγορούν στο γεγονός ότι πρόκειται για έναν από τους πιο αξιόλογους δίσκους που κυκλοφόρησαν ποτέ.

Τάσος Ποιμενίδης

 

Dead Reckoning
[Nuclear Blast, 2007]

Αν και με την πρώτη ακρόαση δεν υπάρχει κάποιο καινούριο στοιχείο στο Dead Reckoning που να το κάνει να ξεχωρίζει απο τους προκατόχους του, με υπομονή εμφανίζονται στοιχεία που κάνουν την κυκλοφορία αξιομνημόνευτη. Είναι ο πρώτος δίσκος μετά την αποχώρηση του ιδρυτικού μέλους και κιθαρίστα Nick Midson και ο τελευταίος με τραγουδιστή τον Andrew “Mac” McDermott ο οποίος απεβίωσε τέσσερα χρόνια μετά. Οι ερμηνείες του “Mac” στο δίσκο είναι πραγματικά εξαιρετικές με highlight το Pilot In The Sky of Dreams. Εάν έχετε χρόνο να ακούσετε μόνο ένα κομμάτι από κάθε δίσκο του αφιερώματος, χωρίς δεύτερη σκέψη το Pilot in The Sky of Dreams περιέχει κάθε στοιχείο που για το οποίο μπορεί να σε κερδίσει αυτή η μπάντα. Μελωδικές γραμμές που θα  σου εντυπωθούν στον εγκέφαλο, ωραία σόλο (είτε στην κιθάρα είτε στα πλήκτρα), κοφτά riff, στιβαρό rhythm section. Το Dead Reckoning έχει σίγουρα τις αδυναμίες του, χωρίς όμως να υπερβάλλει πολύ στα πιο γλυκερά σημεία του και με αρκετά κομμάτια που θυμίζουν γιατί είμαστε οπαδοί αυτής της μπάντας.

Λευτέρης Σταθάρας

 

March οf Progress
[InsideOut, 2012]

Πέντε ολόκληρα χρόνια μετά το Dead Reckoning και ένα χρόνο μετά τον ξαφνικό θάνατο του πρώην τραγουδιστή τους, οι Threshold κυκλοφόρησαν το March Of Progress με τον Damian Wilson και πάλι στο σχήμα (από το 2007). Αν και η χρονική συγκυρία δεν τους ευνοούσε, τουλάχιστον φαινομενικά, το αποτέλεσμα κατέπληξε ακόμα και τους πιο αισιόδοξους. Το πρώτο δείγμα ήταν το υπέροχο prog hit Staring at the Sun, ενώ και το υπόλοιπο album δεν πήγαινε πίσω. Το Ashes αποτελεί μέχρι σήμερα must στα live sets της μπάντας, ενώ τα Liberty, Complacency, Dependency, Don‘t Look Down και το epic The Rubicon αποτελούν μερικές από τις κορυφαίες συνθέσεις του διδύμου Groom / West. Το Colophon είναι ίσως η πιο prog metal σύνθεση του West (και αδιαμφισβήτητα άλλο ένα highlight), ενώ η συμβολή και του Morten με το Coda είναι καταλυτική. Η ισορροπία όλων των στοιχείων εδώ είναι ιδανική, τα solos είναι εμπνευσμένα, μελωδικά και εκρηκτικά και η επάνοδος του Wilson ήταν ολοφάνερα αναζωογωνητική για την μπάντα.   

Σε μία συνεπέστατη δισκογραφική πορεία από την οποία απουσιάζει η μετριότητα, θεωρώ πως το March Of Progress είναι το καλύτερο album της μπάντας μαζί με (και ίσως λίγο πάνω από) το Psychedelicatessen και πιθανότατα αυτό που αποτελεί κατά κάποιο τρόπο το απόσταγμα της πορείας τους συνολικά.

Δημήτρης Καλτσάς