Soft Machine – Hidden Details

[Moonjune Records, 2018]

Εισαγωγή: Ηλίας Γουμάγιας
Μετάφραση: Αλέξανδρος Μαντάς
17 / 12 / 2018

Εάν δεν υπήρχε η Google και τα αποτελέσματα αναζήτησης, η παλιά εκείνη είδηση ότι θα έρχονταν στην Ελλάδα κάπου στo 2007 θα έμοιαζε με αποκύημα της φαντασίας. Δεδομένου ότι είχαν να κυκλοφορήσουν υλικό ως Soft Machine από το 1981, το live εκείνο φαινόταν σαν μια πρώτης τάξεως ευκαιρία για να έρθει κάποιος σε επαφή με το συγκρότημα και με ό,τι αυτό πρεσβεύει.Τελικά,για κάποιο μυστήριο λόγο, η συναυλία δεν πραγματοποιήθηκε ποτέ και η πιθανότητα για κάτι νέο από αυτούς άρχισε αναπόφευκτα να ξεθωριάζει.

Εντελώς ξαφνικά λοιπόν, εν έτει 2018, έσκασε η είδηση ότι πενήντα ακριβώς χρόνια μετά την πρώτη τους κυκλοφορία οι Soft Machine κυκλοφορούν νέο δίσκο, ηχογραφημένο στα studios του εκλιπόντος πλέον Jon Hiseman. Η μπάντα στην οποία έχουν συμμετάσχει κατά καιρούς τεράστιοι μουσικοί, στη σημερινή της μορφή αποτελείται από τους John Etheridge (κιθάρα), Roy Babbington (μπάσο), John Marshall (ντραμς) και Theo Travis (πνευστά/πλήκτρα). Οι τρεις πρώτοι ήταν παρόντες στο album Softs του 1976, ενώ ο Travis βρίσκεται στο group από το 2006, όταν αυτή έπαιζε υπό το όνομα Soft Machine Legacy.


 

The band who waved at trains

Φαίνεται  πως το εξώφυλλο του The World Of Genius Hans άρεσε πολύ στο γνωστό και μη εξαιρετέο Lasse Hoile, ο οποίος επιμελήθηκε το artwork του νέου δίσκου. Για τους μυημένους στον ήχο του Canterbury, η αναφορά αυτή μάλλον είναι αρκετή. Σε μία εποχή όπου γίνεται πολλή συζήτηση  γύρω απ’ τη jazz και την αναβίωση-επανεφεύρεσή της, το Hidden Details έρχεται γεμάτο φρεσκάδα να φέρει τους Softs ξανά στο προσκήνιο.

Όλα τα στοιχεία που οι Soft Machine έχουν προσφέρει στη μουσική και στην pop κουλτούρα εν γένει, είναι εδώ, φιλτραρισμένα μέσα απ’την ωριμότητα των μελών της μπάντας. Σε ένα δίσκο όπου καμία απολύτως σύνθεση δεν υπολείπεται ποιοτικά των υπολοίπων, η jazz ερωτοτροπεί συνεχώς με την ψυχεδέλεια μέσα σε ένα πέπλο προοδευτικής βρετανικής οξύτητας και συναρπαστικού πειραματισμού, την ώρα μάλιστα που τα μεγάλα πνεύματα του παρελθόντος συμπνέουν απόλυτα κατά τη διάρκεια του εγχειρήματος.

Η βαριά σκιά του Mike Ratledge πέφτει πάνω στις συνθέσεις συνεχώς, ενώ με λίγη φαντασία μπορεί κανείς να ακούσει τον αιώνιο έφηβο Robert Wyatt να σιγοτραγουδά το θέμα του Fourteen Hour Dream, την κορυφαία ίσως στιγμή του album μαζί με το Broken Hill. Ο Theo Travis παίζει ξεκάθαρα καταλυτικό ρόλο, τόσο με το παίξιμό του όσο και με τη μοντέρνα ενορχήστρωση στην οποία πρωτοστατεί,κάτι που διακρίνεται στις επανεκτελέσεις των Out Bloody Rageous και The Man Who Waved At Trains. Σε συνδυασμό με την καθοδήγηση του ντελικάτου rhythm section των Marshall-Babbington δίνεται άπλετος χώρος στον Etheridge ο οποίος, χωρίς να ξοδέψει άσκοπα ούτε μία νότα, ξεδιπλώνει μοναδικά τον ηγετικό κιθαριστικό χαρακτήρα του,οδηγώντας αναπόφευκτα σε συγκρίσεις με ιερά τέρατα όπως McLaughlin και Holdsworth. Καθόλου άσχημα για ένα συγκρότημα που “σίγουρα δεν ήθελε να έχει κιθαρίστα” κατά τον πολύ Hugh Hopper.

Σήμερα λοιπόν, στο κατώφλι του Brexit και της τεχνητής νοημοσύνης, με το κοντέρ της μουσικής βιομηχανίας να έχει μηδενίσει και τις μέρες των λουλουδιών και των παραισθήσεων να είναι πλέον μια ξεθωριασμένη ανάμνηση, ο ήχος των Soft Machine δεν είναι απλώς επίκαιρος. Είναι, χωρίς αμφιβολία, μεγαλειώδης. Το Hidden Details στέκει χωρίς υπερβολή δίπλα στα αριστουργήματα των 70s και αποτελεί αιτία για να ξαναρχίσει κάποιος το κάπνισμα, για εκείνη τη μία ώρα που διαρκεί ο δίσκος. Rothmans μπλε, αυστηρά.

9.5 / 10

Ηλίας Γουμάγιας