Prog rock and cinema’s alliance vol. 1

 

Από τον Γιώργο Tσοποτό

18 / 02 / 2014

 

Ανέκαθεν η μουσική ήταν αρραγώς συνδεδεμένη με τον κινηματογράφο, οπότε ήταν φυσικό κι επόμενο το κίνημα του progressive rock, που άνθισε και κορυφώθηκε τη δεκαετία του 1970, να εισχωρήσει και στα χωράφια της έβδομης τέχνης με αρκετά αξιόλογα έως θαυμαστά αποτελέσματα.

Δεν ήταν, λοιπόν, λίγες οι φορές που γνωστοί και μη σκηνοθέτες της εποχής εμπιστεύτηκαν τη μουσική επένδυση των ταινιών τους σε σχήματα που μεσουρανούσαν στο χώρο του μελωδικού σκληρού ήχου της συγκεκριμένης δεκαετίας.

Ένα πολύ χαρακτηριστικό παράδειγμα τέτοιας συνεργασίας ήταν η αυτή των πρωτοπόρων για το krautrock Γερμανών Can με τον συμπατριώτη τους Roland Klick για την ταινία του τελευταίου, ’’Deadlock’’. Το «Deadlock» είναι ένα σύγχρονο, αντισυμβατικό western thriller με πρωταγωνιστές τον Mario Adorf και τον Anthony Dawson, στο οποίο ένας άντρας τριγυρνάει  με μια βαλίτσα στο χέρι γεμάτη λεφτά και όταν εντοπίζεται γίνεται «μήλον της έριδος» μέσα στην καυτή έρημο. Σε όλη την ταινία οι σκηνές συνοδεύονται από την εκπληκτική μουσική των Can.

profondo_01

Στη συνέχεια κι ενώ το σινεμά παρήγαγε, τόσο στην Ευρώπη όσο και στην Αμερική, καινούρια είδη, νέες τάσεις και πρωτοποριακές ιδέες, στην Ιταλία για παράδειγμα κάνει την εμφάνισή του για τα καλά ένα ρεύμα κινηματογραφικού τρόμου με ταινίες βασισμένες κυρίως σε pulp ιταλικά βιβλία μυστηρίου κι αγωνίας. Αποτέλεσμα φυσικά είναι η γέννηση του giallo. Ηγετική μορφή του είδους ήταν ο Dario Argento, ο οποίος ων ο ίδιος fan του rock της εποχής, ήθελε να αποτυπωθεί αυτό του το πάθος και στις κινηματογραφικές του δημιουργίες. Έτσι λοιπόν για την τρίτη του ταινία, το «Four Flies On Grey Velvet«, πλησίασε τους Deep Purple για τις ανάγκες του soundtrack, αλλά τελικά η συνεργασία δεν έγινε και τη μουσική ανέλαβε για άλλη μια φορά ο Ennio Morricone. Aν και αυτή η συνεργασία δεν προχώρησε, το progressive rock κυριάρχησε στις επόμενες ταινίες του Ιταλού maestro, καθώς το ιταλικό σχήμα Goblin ανέλαβε με τον καλύτερο τρόπο να στολίσει με τις πνιγηρές μελωδίες του τόσο το «Deep Red» όσο και το magnum opus του Argento, το εκπληκτικό «Suspiria» στο οποίο οι Ιταλοί progsters παραδίδουν σκοτεινές, απόκοσμες και με διάφορα όργανα παιγμένες συνθέσεις που ταιριάζουν απόλυτα με το μυστικιστικό ύφος της ταινίας.

Αμφότερες οι ταινίες είναι όπως προείπαμε ενταγμένες στο giallo και και είναι πραγματικά προοδευτικές, τόσο κινηματογραφικά, όσο και μουσικά. Τρόμος, ατμόσφαιρα και μουσική πηγαίνουν χέρι χέρι με πολύ πιο ακατέργαστο και σαφώς γοητευτικότερο τρόπο απ’ ό,τι συνέβαινε για παράδειγμα στα αμερικάνικα studios των εκατομμυρίων.

Κι επειδή η αγάπη του Argento για τη μουσική δεν μπορούσε να κρυφτεί, ο μέγας Keith Emerson των Emerson, Lake and Palmer ανέλαβε το soundtrack του «Inferno«, όπου συνδυάζεται το progressive rock με τη συμφωνική / πολυφωνική μουσική σε ένα περίεργο, αλλά πολύ θελκτικό στο αυτί αποτέλεσμα. Το «Suspiria», το «Inferno» και το σχετικά πρόσφατο, αλλά πολύ μέτριο «Mother Of Tears» του 2007 αποτελούν λόγω θεματολογίας μια τριλογία η οποία ονομάζεται «Three Mothers».

 

Αυτά είναι τα πιο ενδεικτικά παραδείγματα προοδευτικής μουσικής από τη γειτονική Ιταλία αλλά δεν είναι τα μόνα. Λίγο πιο δίπλα, από γεωγραφικής άποψης, στη Γαλλία, η τεράστια αυτή μορφή που λέγεται Serge Gainsbourg, αν και σίγουρα δεν μπορεί να θεωρηθεί αμιγώς progressive rock καλλιτέχνης, παρέδωσε απίστευτη μουσική σε γαλλικά έργα της δεκαετίας του 1960 και του 1970, όπως το «Cannabis«, το «Le Pacha» και το «La Horse» όπου η μουσική του πιο πολύ ρέπει προς την pop ψυχεδέλεια, αλλά δεν είναι λίγα τα προοδευτικά ψήγματα με τις φανταιζί ενορχηστρώσεις με βιολιά και πλήκτρα. Οι συγκεκριμένες ταινίες δεν θα έλεγα ότι είναι κάτι το ιδιαίτερο, αν και στις δύο εξ αυτών πρωταγωνιστεί ο Jean Gabin, που τότε βρισκόταν μάλλον στη δύση της καριέρας του.

Άφησα, όπως παρατηρείτε, τελευταία τη χώρα που γέννησε το progressive rock, την Αγγλία, για να κάνω μια λίγο πιο εκτενή αναφορά. Στη χώρα αυτή κυριολεκτικά έδρασαν και μεγαλούργησαν τα πιο ηχηρά ονόματα του χώρου κι έτσι δεν θα μπορούσε αυτό να μην ευοδωθεί κινηματογραφικά. Το 1978 ο πολωνικής καταγωγής σκηνοθέτης Jerzy Skolimowski γυρίζει στην Αγγλία την ταινία τρόμου «The Shout«, ένα περίεργο και πολύ ιδιαίτερο horror film, τη μουσική του οποίου υπογράφουν δύο μέλη των Genesis, ο Tony Banks και ο Μichael Rutherford. Σε αυτό το film τρόμου, ο πρωταγωνιστής Alan Bates, γνωστός από το ελληνικό «Zorba The Greek», πειραματίζεται με ήχους οι οποίοι είναι ηλεκτρονικά παιγμένοι από τα δύο τρίτα των Genesis τότε. Η μουσική αυτή σίγουρα δεν είναι η κορυφαία στιγμή αυτών των μουσικών, αλλά από την άλλη δεν μπορεί να περάσει απαρατήρητη, καθώς κινείται λίγο περισσότερο σε πιο ηλεκτρονικό / ambient ύφος, η ταινία όμως είναι ένα από τα καλύτερα δείγματα ταινίας τρόμου της δεκαετίας αυτής στην οποία ο Alan Bates σκοτώνει τα θύματά του με την εκκωφαντική φωνή του.

Δύο χρόνια αργότερα, το 1980, γυρίζεται στην Αγγλία ένα υποδειγματικό gangster film, από τα καλύτερα του είδους κατά τη γνώμη μου, το «The Long Good Friday» του John McKenzie, στο οποίο τη μουσική ανέλαβε το ιδρυτικό μέλος των Curved Air, Francis Monkman. Με κάπως πιο απελευθερωμένη από μουσικές ταμπέλες διάθεση, ο Μοnkman παραδίδει ένα πραγματικά πολύ χαρακτηριστικό score του οποίου η βασική μελωδία «καρφώνεται» κυριολεκτικά στο μυαλό, ενώ ο Βοb Hoskins, στα πρώτα του βήματα, υποδύεται έναν Cockney μαφιόζο που προσπαθεί να αναβαθμίσει το Λονδίνο εν όψει  θεωρητικά πιθανών, επικείμενων Ολυμπιακών Αγώνων.

Θα αναρωτηθεί εύλογα κανείς, αν οι στιγμές στις οποίες συναντήθηκαν προοδευτική μουσική και κινηματογράφος είναι μόνο τόσες. Αυτόματα εντελώς απαντώ αρνητικά, καθώς έπεται και συνέχεια…