Out of prog 2017 #3

Tο τρίτο και τελευταίο μέρος της στήλης Out of prog για κυκλοφορίες του 2017 περιλαμβάνει 11 albums από τα πεδία των metal, jazz, ambient, desert rock, noise, folk, electronica και vintage heavy rock. Είναι πολύ πιθανό κάποια από αυτά να τα δείτε στις ετήσιες λίστες μας κατά το τέλος του έτους. 

Μετάφραση: Aλέξανδρος Μαντάς


John Garcia – The Coyote Who Spoke in Tongues
[Napalm Records]

Ευχάριστη και ιδανική κυκλοφορία στην αρχή της χρονιάς. Για τους πολλούς φίλους του ήταν  λίγο-πολύ αναμενόμενο το εγχείρημα μιας ακουστικής εκδοχής σε αυτό που αποκαλούμε desert  rock / stoner ήχο. Ειδικά όταν προέρχεται  από τον άνθρωπο που έχει δώσει ψυχή και σώμα σε αυτό τον ήχο, από την γέννησή του ως σήμερα. Έχει προηγηθεί μια περιοδεία με  ακουστικές εκτελέσεις τραγουδιών των θρυλικών Kyuss και το The Coyote Who Spoke in Tongues έρχεται ως επιβράβευση για τον ίδιο τον Garcia. Αφήστε στην άκρη τα μπουκωμένα μπάσα και τα  φορτωμένα με ηλεκτρισμό έγχορδα και αφεθείτε σε μια  ακουστική κιθάρα που συνοδεύει την χαρακτηριστική φωνή του John Garcia. Mε  νέες συνθέσεις αλλά και τα γνωστά  Green Machine, Gardenia, Space Cadet, El Rodeo  να είναι τόσο μα τόσο γυμνά και αγνώριστα μπροστά μας. Ο Garcia διαφοροποιείται ολοκληρωτικά με ό,τι έχει κάνει μέχρι τώρα. Βρίσκεται στη φάση που αφού έγραψε την ιστορία αρχίζει να βάζει το προσωπικό στίγμα ενός ώριμου καλλιτέχνη! Η φωνή του από μονή της αποτελεί σήμα κατατεθέν και προσφέρει την χαρακτηριστική ομορφιά της σε αυτήν την πολύ ιδιαίτερη απόπειρα.

Κώστας Ρόκας

 

Spectral Voice – Eroded Corridors of Unbeing
[Dark Descent Records]

Κανείς δεν έχει απαίτηση το ντεμπούτο μιας μπάντας να είναι κάτι το εξαιρετικό, αλλά το περσινό Blood Incantation ή το φετινό Spectral Voice αποτελούν εξαιρέσεις.  Από τους Αμερικάνους ακούμε αργό και δυσοίωνο, συνεκτικό και οραματιστικό death / doom μιας και καταφέρνουν να δημιουργήσουν μια κλειστοφοβική ατμόσφαιρα στους σκοτεινούς διαδρόμους του μυαλού μας. Φανταστείτε λοιπόν τους Φινλανδούς death / doom-άδες Unholy να αναμειγνύονται με τους Incantation και τους λασπώδεις dISEMBOWELMENT. Στυλ όχι εύκολο να εκτελεστεί και να πείσει τον ακροατή, αλλά η μπάντα το καταφέρνει με την death μαεστρία της, την παραγωγή, τα Incantation-worshipping riffs, τα ξεσπάσματα και τις καθαρές μελαγχολικές κιθάρες. Τα πέντε κομμάτια είναι μεγάλα σε διάρκεια, αργόσυρτα, βάναυσα και ανίερα με τα λασπώδη φωνητικά να εναλλάσσονται με σποραδικά γρυλίσματα και να το ολοκληρώνουν.

Θα μπορούσαν βέβαια μερικά σκοτεινά fillers να λείπουν, όπως στο τέλος  του δίσκου που θα μπορούσε να κλείσει με κάτι πιο συναρπαστικό κι όχι απλά με ένα ευθύ μελαγχολικό πέρασμα που ξεχνιέται αμέσως. Παρόλα αυτά, αξίζει κάποιος να να το ακούσει ένα βράδυ, σε ενα σκοτεινό μέρος με τα ακουστικά στα αυτιά και να απολαύσει αυτό το σκοτεινό άλμπουμ που θα σε ρουφήξει μέσα του από το πρώτο λεπτό.

Ντίνα Δέδε

 

Tony Allen – The Source
[Decca Records]

Το δύο χιλιάδες δεκαεπτά βρίσκει τον Tony Allen να παίρνει μία πολυαναμενόμενη στροφή, και το αποτέλεσμα αυτής της στροφής να αποτυπώνεται πρωτοφανώς και εις διπλούν μέσω Blue Note! Έπειτα από ένα EP – φόρο τιμής στον Art Blakey νωρίτερα μέσα στη χρονιά, το Source συνεχίζει να εξερευνά την πιο πιο τζαζ πλευρά των πραγμάτων, χωρίς να θυσιάζει τη μοναδική afrobeat προσέγγιση για την οποία ο κ. Allen είναι γνωστός. Τιτλοφορούμενος ως ο καλύτερος ντράμερ στον κόσμο δια στόματος Brian Eno και Damon Albarn, ο Tony Allen εφαρμόζει τις πανταχού παρούσες πολυρυθμικές ευαισθησίες του πάνω από οστινάτο μπασογραμμές και σέξυ θέματα στα πνευστά, που θα σε στείλουν κατευθείαν στην πίστα για χορό. Οι 11 καινούριες και όμορφες συνθέσεις στο δίσκο – από τις οποίες οι περισσότερες γράφτηκαν από τον κ. Allen θα το καταστήσουν σίγουρο αυτό. Αν πρέπει να ξέρεις τι παίζει εδώ, φαντάσου τις ψυχεδελικές αφροφάνκ μπάντες του Fela Kuti να αποδέχονται την πρόσκληση των Miles Davis και Dizzy Gillespie για ένα φρενήρες live στο Λάγος. Και για να σιγουρευτούμε ότι η οργανικότητα του live θα αποτυπωθεί, το άλμπουμ ηχογραφήθηκε ζωντανά, μιξαρίστηκε και μαστερίστηκε σε αναλογική ταινία. Δεν γίνεται καλύτερο από αυτό.

Βαγγέλης Χριστοδούλου

 

MΕΤΖ – Strange Peace

Οι METZ είναι ένα περίφημο punk group, που σίγουρα δεν θα πόνταρες ότι θα βρεις κείμενο για τον νέο τους δίσκο, σε ιστότοπο που περιλαμβάνει στο domain name του, το πρόθεμα ‘prog’. Όμως ακούγοντας το Strange Peace δικαιολογείται απόλυτα να φιλοξενείται στην στήλη Out of Prog. Οι METZ το πράττουν με κάθε κυκλοφορία τους και στο Strange Peace τους βρίσκουμε να παλεύουν με τους ελλειπτικούς ρυθμούς (Mess of Wires), την Killing Joke μανία (Drained Lake) και την καλώς εννοούμενη εναλλακτικότητα (Caterpillar) και να κερδίζουν κατά κράτος, τρίτη συναπτή φορά. Μάλιστα στο Sink τους βρίσκουμε να πειραματίζονται με ηλεκτρονικούς ήχους, ακόμα πιο έντονα και με πολύ καλό αποτέλεσμα. Απόλυτο highlight το εξάλεπτο Raw Materials που κλείνει τον δίσκο και μας αφήνει να απορούμε σε ποια πλευρά βρίσκονται τελικά, με τα στρυφνά του riffs και τις εναλλαγές ρυθμών (θύμισαν τις καλύτερες στιγμές των αγαπημένων μου Cave In, με αυτή την σύνθεση). Όσοι φέτος απόλαυσαν την επιστροφή των At the Drive In, με το νέο album των METZ θα αντιληφθούν που παίζεται το σοβαρό παιχνίδι της meta post punk εποχής.

Αλέξανδρος Τοπιντζής

 

Argus – From Fields of Fire
[Cruz del Sur Music]

Φαίνεται ότι τα πεπραγμένα του Brian Balich θα μας απασχολούν για καιρό, τουλάχιστον όσους από εμάς αρεσκόμαστε στον παραδοσιακό metal ήχο. Μετά το εξαιρετικό Arduini / Balich νωρίτερα μέσα στη χρονιά, ο χαρισματικός metal frontman επιστρέφει με την μόνιμη μπάντα του, τους Argus, με έναν ακόμη πολύ αξιόλογο δίσκο. Candlemass, Iron Maiden, Mercyful Fate, Manowar, Satan, Angelwitch, Trouble και πολλές άλλες επιρροές διακρίνονται στο δίσκο αυτό και τον καθιστούν ενδιαφέρων αλλά και πολύπλευρο, τουλάχιστον για τα μονοπάτια στα οποια κινείται. Οι νεοφερμένοι Justin Campbell και Dave Watson ξεχωρίζουν από τα πρώτα κομμάτια και φαίνεται πώς να ανέβασαν επίπεδο την μπάντα. Ειδικά ο δεύτερος, παρέα με τον «παλιό» Jason Mucio δημιουργούν ένα εξαιρετικό δίδυμο, παράγοντας όμορφα riffs, αξιομνημόνευτες μελωδίες και τρομερά σόλο. Ο Balich, όπως και στην έτερη φετινή  δισκογραφική του δουλειά, κλέβει την παράσταση και δείχνει ότι είναι ένας frontman με προσωπικότητα και πάθος στις ερμηνείες του. Οι Argus δείχνουν σε όλες τις μπάντες του χώρου που προσπαθούν να παίξουν στα πρότυπα της δεκαετίας του 80  πως γίνεται σωστά, σοβαρά, χωρίς ρετρολαγνεία, με σωστή παραγωγή, άρτιο παίξιμο και πάνω από όλα ποιοτικές συνθέσεις.

Τάσος Ποιμενίδης

 

Robert Plant – Carry Fire
[Nonesuch Records Inc.]

Τρία χρόνια μετά το φοβερό Lullaby and… The Ceaseless Roar, ο Robert Plant επιστρέφει με κεκτημένη ταχύτητα. Το Carry Fire αποτελεί μία ακόμα νίκη στην προσωπική δισκογραφία του 69άχρονου μύθου. Η τοποθέτηση της folk μουσικής σε ένα σύγχρονο rock πλαίσιο είναι η υπόθεση και εδώ, με λίγο πιο γλυκά και ανατολίτικα αποτελέσματα αυτή τη φορά. Η αισθαντικότητα της φωνής του και η μεθυστική χροιά της παραμένουν ανέπαφες, όσο από το εύρος της και αν έχει χάσει. Ο Plant ανήκει σε μια σπάνια κατηγορία καλλιτεχνών που μετά από τόσα χρόνια δεν έχουν να αποδείξουν τίποτα σε κανέναν, αλλά παραμένουν εμπνευσμένοι και μέσα στην εποχή τους. Επεκτείνοντας αυτό το σκεπτικό, θα μπορούσαμε να τον ορίσουμε ως «κατηγορία μόνος του», αφού η ιδιαίτερη μουσική του πρόταση και η αβίαστη προοδευτικότητα που αναδίδουν οι τελευταίες του δουλειές, τον τοποθετούν ακριβώς στην αντίπερα όχθη του rock «μπαρμπαδισμού».

Κώστας Μπάρμπας

 

Glen Porter – Mr. Vampire & The Deadly Walkers
[Content Label]

Από την Καλιφόρνια με την τεράστια μουσική παράδοση μας έρχεται ο Glen Porter (Ryan Stephenson), ο οποίος κουβαλάει στο πετσί του όλη την μουσική παρακαταθήκη του τόπου στον οποίο μεγάλωσε και το διαπιστώνουμε μέσα από τις δουλειές του. Από την πρώτη του κυκλοφορία (2008) μέχρι σήμερα έχουν γίνει πολλά στο μουσικό του κόσμο, πάντα με στόχο την εξερεύνηση νέων ατραπών.

Η μουσική του παλέτα συνδυάζει την ενέργεια του surf rock με το μυστήριο του spaghetti western, τα καταιγιστικά breaks με το ανελέητο groove, όλα κοσκινισμένα μέσω του σκονισμένου ήχου της κιθάρας του Porter, νιώθοντας μια αίσθηση παρακμής να πλανάται καθόλη τη διάρκεια του ταξιδιού του στον γοητευτικό κόσμο των νεκρών.

Και λέω νεκρών, γιατί ο τίτλος του δίσκου γνωστοποιεί «δυνατά και καθαρά» τις προθέσεις του ‘Mr. Vampire & The Deadly Walkers’ για το τι θα επακολουθήσει,  αυτό ωστόσο που δεν γνωρίζει ο ακροατής είναι η ύπαρξη φωνητικών, πλέον, στις συνθέσεις του Mr. Vampire, προσθέτοντας επιπλέον πόντους στη αφηγηματική του ροή. Το έντονο και συνεχές φλερτ με το post-punk είναι επίσης ένα νέο στοιχείο στη φαρέτρα του Porter και δίνει μια ενδιαφέρουσα προοπτική. Αν δεν τον γνωρίζετε, ο νέος του δίσκος είναι μια θαυμάσια αφορμή για να εμπλουτίσετε τα γούστα σας.

Γιώργος Ζούκας

 

Daniel Saylor – Spring Rain
[Bedlam Tapes]

Στο ντεμπούτο του, Spring Rain, ο νεότατος συνθέτης Daniel Saylor από τη Florida των Η.Π.Α., συγκεράζει με εμπνευσμένο και ευφυή τρόπο τα μεγάλα μοντέρνα ρεύματα της τζαζ και της ηλεκτρονικής μουσικής, κατορθώνοντας να πλάσει έναν ήχο πλούσιο σε αναφορές και την ίδια στιγμή ιδιαίτερα πρωτοποριακό.  

Είναι δύσκολο να μεταδώσω γραπτά την έκπληξη που ένιωσα, ακούγοντας επιρροές από το τον διαστημικό σουρεαλισμό του Sun Ra  και το αισθαντικό fusion του Jean-Luc Ponty να συμβαδίζουν με στοιχεία IDM καλλιτεχνών όπως οι Autechre.  Στις ορχηστικές του συνθέσεις, ο Daniel, έχοντας ως οδηγό την λαβυρινθώδη επαναληπτική δομή του glitch hop όπως αποτυπώθηκε στο Cosmogramma του Flying Lotus, δίνει το περιθώριο στους μουσικούς του να αυτοσχεδιάσουν με ένταση και μελωδικότητα. Το καλλιτεχνικό αποτέλεσμα είναι πληθωρικό, μυστηριώδες και γεμάτο συγκίνηση. Ακούστε το Ashes Into Rivers – Part II ή το Forward Junction και θα καταλάβετε… Αυτή η όμορφη φασαρία διακόπτεται από ήσυχα ambient θέματα, που θυμίζουν τις πιο λυρικές στιγμές του Βαγγέλη Παπαθανασίου στο soundtrack του Blade Runner.

Το Spring Rain έχει από τώρα κερδίσει μία περίοπτη θέση στη λίστα των αγαπημένων μου δίσκων του 2017.

Νίκος Φιλιππαίος

 

Sorcerer – The Crowning of the Fire King
[Metal Blade Records]

Oι Sorcerer εμφανίστηκαν τη δεκαετία του ‘90 με μερικά demos απίστευτης ποιότητας που συνδύαζαν το doom με το epic metal. Η μοναδική επίσημη κυκλοφορία τους, μια ανθολογία της σύντομης καριέρας τους, ήταν δυστυχώς το κύκνειο άσμα τους και σήμανε την άδοξη διάλυση τους. Πριν δύο χρόνια η είδηση για νέο δίσκο Sorcerer ακούστηκε σαν ένα περίεργο αστείο, αλλά τελικά το In the Shadow… τους -σαν ετεροχρονισμένη δικαίωση- ήταν γεγονός. Η επιστροφή της μπάντας ήταν αρκετά συμπαθητική και άφηνε προσδοκίες που το φετινό The Crowning of the Fire King τις πραγματοποιεί.

Η μπάντα πλέον έχει εξελίξει τον ήχο της, με έντονες επιρροές από το power metal ιδιαίτερα της πατρίδας τους (Tad Morose λ.χ.) και όχι μόνο, δείχνει να προκρίνει περισσότερο το επικό από το doom στοιχείο. Οι αναφορές στον παραδοσιακό ήχο των Black Sabbath (Martin era), των Rainbow κ.ά. βοηθούν τη μπάντα να στήσει ένα δίσκο που χαρακτηρίζεται από επικές εξάρσεις, μελωδικά σημεία και πολύ καλά κιθαριστικά σημεία.

Ο Andres Engers και η απόδοση του κιθαριστικού διδύμου προσφέρει τα εχέγγυα στην κυκλοφορία να ξεφύγει από τις μέτριες στιγμές της, όπως η κάποια επιτήδευση στα πιο εύληπτα κομμάτια ή κάποιες εξόφθαλμες αναφορές, και να γίνει ίσως μια από τις καλύτερες στο χώρο φέτος.

Χρήστος Μήνος

 

Hällas – Excerpts From a Future Past
[The Sign Records]

Η Σουηδία είναι κοιτίδα παραγωγής έξοχης rock και metal μουσικής. Αυτή  η πολυετής διαπίστωση επαναλαμβάνεται και επαναπιστοποιείται κάθε φορά που μία φέρελπις μπάντα από την εν λόγω χώρα αποφασίζει να πράξει το μεγάλο βήμα: να θέσει σε κυκλοφορία το παρθενικό της album. Οι Hällas, ύστερα από μία τετράδα συναρπαστικών συνθέσεων που εμπεριέχονταν στο ομότιτλο EP του ’15, τιτλοφορεί τον αριστούργημά της ως Excerpts From a Future Past. Πράγματι, ο τίτλος είναι ενδεικτικός καθώς η μπάντα πατάει στέρεα τόσο στα mid 70s όσο στον early 80s rock / metal ήχο. Για να ακριβολογούμε, όσοι εκ του ακροατηρίου συνεπαίρνονται με τη μαγεία που εκπέμπουν οι κιθαριστικές αρμονίες των Wishbone Ash, πρώιμων Iron Maiden επί Paul Di Anno και Thin Lizzy οι Σουηδοί θα τους συγκινήσουν. Παράλληλα, η μπάντα δείχνει να έχει αφομοιώσει τους Eloy και τους 80s Rush και δη της Grace Under Pressure περιόδου. Τέλος, το NWOBHM και συγκεκριμένα τα πιο σκοτεινά obcure συγκροτήματα του κινήματος αυτού, που πάντρευαν άρρηκτα το prog rock με το πρωτόλειο metal (Shiva, Omega, Saracen) μπορούν να συνδεθούν με το ύφος των Σουηδών. Υποκλινόμαστε στο έπος της χρονιάς!

Θωμάς Σαρακίντσης

 

Four Tet – New Energy
[Text Records]

Ο Keiran Hebden, ο ιθύνων νους πίσω από το ηχητικό εγχείρημα Four Tet, μοιάζει να φτιάχνει μουσική για τις στιγμές που ο ειρμός σου βυθίζεται ολοένα και περισσότερο σε μια αποστειρωμένη κανονικότητα, σε αυτή που πολλές φορές σε υποβάλλει ο ρους της καθημερινότητας. Κι εκεί, είναι που τα στιγμιότυπα που προετοίμασε ο Hebden καταφθάνουν λυτρωτικά, ώστε να κινητοποιήσουν τη φαντασία, αποσκοπώντας στην συνάντησή σου με μια αλλιώτικη πραγματικότητα, ή καλύτερα στο να σμίξεις με ήχους, εικόνες και μυρωδιές που μπορεί να απλωνόντουσαν εμπρός σου, μα δεν έδειχνες την ανάλογη παρατηρητικότητα για να σου εντυπωθούν.

Στο New Energy, ο 39χρονος πια δημιουργός, εξακολουθεί να τοποθετεί στην τεχνοτροπία του τη μελωδικότητα και τη ρυθμολογία με τέτοιο τρόπο ώστε να λειτουργούν σαν συγκοινωνούντα δοχεία. Δίχως πολλές ρυθμικές εξάρσεις και αιχμηρές συνομιλίες μεταξύ beats και bleeps, ο Hebden αποτυπώνει μια εκφραστικότητα κατά κύριο λόγο μειλίχια και ζεστή, έχοντας στο επίκεντρο τόσο ambient μοτίβα που ανακαλούν στη μνήμη τα χρόνια των δίσκων Pause και Rounds, όσο και techno υποδομές των τελευταίων LP του. Αυτή, δε, η αγάπη του για τα ονειρικά ηχοχρώματα της ινδικής μουσικής, των λατινογενών παραδόσεων και γενικότερα η ροπή του προς μια, ας μου επιτραπεί η έκφραση, εξωτικής σχεδόν απόκοσμης ευφορίας, συγκινούν επανειλημμένως εδώ.

Παναγιώτης Σταθόπουλος